Legislator Case Law & Legislation
1285/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, ruling evidence assessment is non-reviewable.

Case Number 1285/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant argued the lower court misinterpreted accounting documents and ignored specific debt obligations, claiming these constituted appealable errors under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected these claims, stating that the lower court correctly interpreted the evidence and its differing conclusion represented a non-reviewable assessment of facts rather than a legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged distortion of evidence or incorrect application of law is inadmissible if the lower court's decision stems from a non-reviewable assessment of facts or a permissible interpretation of documents.

Keywords

AI generated
appealable error assessment of evidence non-reviewable facts Code of Civil Procedure interpretation of documents accounting records legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 No. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1285 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1285/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α.Τ.Ε.Σ.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "Α.Τ.Ε.Σ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μεσσήνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Θ., συζύγου Ι. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατσιέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1574/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1013/2015 μη οριστική και 4520/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/2/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26.02.2018 και με αριθ. κατάθ.181/01.03.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4520/27.09.2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ¨ΑΤΕΣΕ Α.Ε¨ τυγχάνει ανώνυμη τεχνική συμβουλευτική ναυτιλιακή εταιρεία με αντικείμενο μεταξύ άλλων-κατά το καταστατικό της- την ανάληψη, εκπόνηση και επίβλεψη οποιουδήποτε είδους μελετών και την ανάληψη, και τεχνική εκτέλεση κάθε μορφής δημοσίων, δημοτικών και ιδιωτικών τεχνικών έργων.

Στα πλαίσια της ανωτέρω δραστηριότητάς της συνήψε με την εταιρεία τυροκομικών προϊόντων ¨ΠΛΑΤΑΙΩΝ Α.Ε¨ την από 25/8/2006 εργολαβική σύμβαση και τις από 1/1/2007, 10/12/2007 και 14/9/2009 τρεις τροποποιητικές συμβάσεις, με αντικείμενο την εκτέλεση του συνόλου των εργασιών για την κατασκευή προσθήκης κατ' επέκταση 1.717 τ.μ χώρων του Τυροκομείου της ανωτέρω εταιρείας...

Σύμφωνα με τους όρους της εργολαβικής σύμβασης το εργολαβικό αντάλλαγμα της ενάγουσας συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 550.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ... η πληρωμή του εργολάβου συμφωνήθηκε ότι θα πραγματοποιείται τμηματικά... με την από 10/12/2007 2η τροποποιητική σύμβαση συμφωνήθηκε, πρόσθετη αμοιβή στον Εργολάβο, μετά την τελική επιμέτρηση και την τελική κοστολόγηση του έργου, ποσού 230.000 ευρώ πλέον αναλογούντος ΦΠΑ...

και τέλος με την από 14/9/2009 3η τροποποιητική σύμβαση συμφωνήθηκε πρόσθετη αύξηση του εργολαβικού ανταλλάγματος των εργασιών και του χρόνου περάτωσης του έργου. Η ανωτέρω εταιρεία ¨ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ¨ είναι μετοχικών συμφερόντων της εναγομένης και της οικογενείας της. Κατά το διάστημα των ετών 1999 έως και 2005 η εναγομένη μετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής ως Πρόεδρος, χωρίς καμία εξουσία εκπροσώπησης, η οποία(εκπροσώπηση)είχε ανατεθεί, με σχετική απόφαση του δ.σ, στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας Ι.

Ζ. (σύζυγο της εναγομένης)και τον Αντιπρόεδρο και Β' Διευθύνοντα Σύμβουλο Δ. Ρ.... Στη συνέχεια, κατά τη συγκρότηση των νέων διοικητικών συμβουλίων της ανωτέρω εταιρείας, με θητεία από 19/6/2006 μέχρι 30/6/2010 και από 30/6/2010 μέχρι 30/6/2014, η εναγομένη μετείχε σε αυτά ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ο σύζυγός της, Ι.

Ζ., ως Αντιπρόεδρος και Β Διευθύνων Σύμβουλος, ενώ η εκπροσώπηση της εταιρείας ανατέθηκε στην εναγομένη και το σύζυγό της, ενεργούντων, από κοινού ή χωριστά... Όσον αφορά δε την ενάγουσα, στο διοικητικό συμβούλιο αυτής, που συγκροτήθηκε στις 31/1/2006 με θητεία μέχρι 30/6/2008, μετείχαν μεταξύ άλλων οι Κ. Χ., ως Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο αδελφός του Χ.

Χ. ως μέλος, ενώ η εκπροσώπηση της εταιρείας είχε ανατεθεί στους Φ. Α.(Πρόεδρο), Κ. Χ.(Αντιπρόεδρο, Διευθύνοντα Σύμβουλο), Χ. Χ. (μέλος) και Σ. Α.... Κατά τη σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης εργολαβίας και των τροποποιητικών αυτής συμβάσεων την εταιρεία "ΠΛΑΤΑΙΩΝ Α.Ε."("Εργοδότης") την εκπροσώπησε ο Ι. Ζ. και την "ΑΤΕΣΕ ΑΕ" ("Εργολάβος") ο Σ.

Α.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Χ. Χ. γνώριζε το σύζυγο της εναγομένης, Ι. Ζ., από τα μαθητικά τους χρόνια... και διατηρούσαν, κατά τον επίμαχο χρόνο, σχέσεις φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Στα πλαίσια αυτά ο Χ. Χ. διευκόλυνε οικονομικά τον Ι. Ζ., χορηγώντας του διάφορα χρηματικά ποσά, που ο τελευταίος χρειαζόταν, κυρίως στα πλαίσια του προαναφερόμενου επιδοτούμενου προγράμματος και της υπαγωγής της "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ" στον Αναπτυξιακό νόμο...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 23/3/2007 από τον τηρούμενο στο Υπ/μα Συγγρού(149) της Τράπεζας "ALPHA BANK" υπ' αριθμ. …-…-…-… τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, έγινε ανάληψη του ποσού των 81.000 ευρώ... και στις 26/3/2007 κατατέθηκε το ποσό των 80.000 ευρώ, στον τηρούμενο στο Υπ/μα Πεύκης(148) της ίδιας τράπεζας υπ' αριθμ. ….

τραπεζικό λογαριασμό που ήταν κοινός της εναγομένης και του συζύγου της, Ι. Ζ., με αιτιολογία κατάθεσης "ΑΤΕΣΕ ΑΕ". Η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το παραπάνω ποσό, λόγω δανείου προς την εναγομένη, η οποία προσήλθε στα γραφεία της και ζήτησε η ίδια προσωπικό άτοκο δάνειο 80.000 ευρώ, το οποίο, κατά δήλωσή της, χρειαζόταν για τη διευθέτηση αναγκών της εταιρείας "ΠΛΑΤΑΙΩΝ Α.Ε", στην οποία τότε ήταν Πρόεδρος, με την υπόσχεση ότι θα το απέδιδε σε εύλογο χρόνο που δεν θα υπερέβαινε το ένα έτος από τη λήψη του.

Η εναγομένη τόσο με τις έγγραφες προτάσεις της όσο και κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου... αρνείται την κατάρτιση με την ενάγουσα σύμβασης δανείου και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ζήτησε δάνειο από την ενάγουσα, ότι τα οικονομικά της εταιρείας τα διαχειριζόταν ο σύζυγός της χωρίς καθόλου να αναμιγνύεται αυτή και ότι ο Χ.

Χ. έδινε χρήματα στον σύζυγό της, από τον προσωπικό του λογαριασμό και από λογαριασμό της ΑΤΕΣΕ, για να τον διευκολύνει, γιατί ήταν φίλοι. Αντίστοιχου περιεχομένου τυγχάνει η κατάθεση του εξετασθέντος ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, στις 19/2/2015, μάρτυρα ανταπόδειξης... Κατά την κρισιολόγηση των ως άνω εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων, από την αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού που αποτελεί την ιστορική και νομική αιτία βάση της ένδικης αγωγής, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα τη χορήγηση δανείου και ότι η τελευταία αποδέχθηκε την εν λόγω δήλωση (βουλήσεως) της εναγομένης και για την πλήρη συντέλεση της re καταρτιζόμενης σύμβασης δανείου, κατέθεσε το ανωτέρω ποσό στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό...

Καταρχήν δεν προσκομίσθηκε σχετικό με την επικαλούμενη από την ενάγουσα δανειακή σύμβαση έγγραφο από το οποίο να προκύπτουν αναμφίβολα τα πρόσωπα των συμβαλλομένων, το είδος της σύμβασης και οι όροι αυτής και το οποίο(έγγραφο) παρίσταται εύλογο να έχει φροντίσει η ενάγουσα να συνταγεί και να κατέχει, αφενός λόγω του ύψους του καταβληθέντος χρηματικού ποσού και αφετέρου λόγω του ότι δεν τη συνέδεε ιδιαίτερη γνωριμία και σχέση με την εναγομένη...

Το γεγονός όμως αυτό, της κατάθεσης των χρημάτων στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό, το οποίο πράγματι έλαβε χώρα και προκύπτει από το αντίστοιχο αποδεικτικό κατάθεσης και εξάλλου δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου και ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε λόγω δανείου, προς την εναγομένη.

Και τούτο διότι ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός, στον οποίο κατατέθηκε το επίδικο ποσό, δεν είναι ατομικός λογαριασμός της εναγομένης αλλά κοινός λογαριασμός αυτής και του συζύγου της Ι. Ζ.. Έτσι, από το ανωτέρω καταθετήριο πιστοποιείται μεν αναμφίβολα η κατάθεση του επίδικου χρηματικού ποσού όχι όμως και το πρόσωπο για το οποίο το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε, σε εκτέλεση μεταξύ τους συμφωνίας.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι στον ίδιο αυτό κοινό λογαριασμό κατέθετε ο Χ. Χ. τα χρήματα που προορίζονταν... για τη διευκόλυνση του φίλου του Ι. Ζ.... Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι μολονότι η εναγομένη, η οποία κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς δε είχε επιστρέψει το δάνειο που φέρεται να έλαβε 23/3/2007 και έπρεπε να το έχει επιστρέψει μετά πάροδο έτους, παραταύτα η ενάγουσα, στις 23/4/2008 επέστρεψε στην "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ" το ποσό των 90.800 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, χωρίς να παρακρατήσει ή να συμψηφίσει το προς αυτήν οφειλόμενο ή έστω να επιδιώξει την αναγνώριση της οφειλής της εναγομένης ή την εξασφάλισή της, αντίκειται δε στην κοινή λογική αλλά και τη συναλλακτική πρακτική, η ενάγουσα να επιστρέφει χρήματα, ενώ έχει λαμβάνειν.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στις 19/2/2010 υπογράφηκε μεταξύ των ανωτέρω εταιρειών "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ" ("Εργοδότης") και "ΑΤΕΣΕ ΑΕ" (Εργολάβος) νομίμως εκπροσωπούμενων από τους Ι. Ζ. και Σ. Α. αντίστοιχα, το υπό την αυτή ημερομηνία Ιδιωτικό Συμφωνητικό, με το οποίο διακανονίστηκε η αποπληρωμή των υποχρεώσεων της "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ" προς την "ΑΤΕΣΕ ΑΕ", στο οποίο συμφωνητικό και πάλι ουδεμία αναφορά γίνεται για την οφειλή των 80.000 ευρώ, το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς δεν είχε μέχρι τότε επιστραφεί και η ενάγουσα αρκείται μόνο στην παραλαβή 4 μεταχρονολογημένων επιταγών, χάριν πληρωμής του πιστωμένου εργολαβικού ανταλλάγματος, χωρίς να αναφέρει ουδέν για την προς αυτήν οφειλή των 80.000 ευρώ, που επικαλείται ότι είχε δανείσει στην εναγομένη προς διευκόλυνση της "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ"...

Ενόψει των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε, μετά πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ότι η ενάγουσα κατέβαλε το ανωτέρω ποσό λόγω σύμβασης δανείου με την εναγομένη και συνεπώς η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, το οποίο, μετά την έκδοση της διατάξασας επανάληψη της συζήτησης με την υπ' αριθμ. 1013/2015 προγενέστερη απόφασή του, με την οποία είχε κάνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε εξαφανίσει, κατ' άρθρ. 528 του ΚΠολΔ, την εκδοθείσα ερήμην της τελευταίας υπ' αριθμ. 1574/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, υποχρεώνοντας την πρώτη να καταβάλει στη δεύτερη το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ, λόγω οφειλής της εκ δανείου, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, αποφαινόμενο ότι δεν είχε αποδειχθεί η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού που αποτελούσε την ιστορική και νομική βάση της ένδικης αγωγής, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα τη χορήγηση δανείου και ότι η τελευταία αποδέχθηκε την εν λόγω δήλωση(βουλήσεως)της εναγομένης για την πλήρη συντέλεση της re καταρτιζόμενης σύμβασης δανείου, καταθέτοντας το επίδικο ποσό στον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό, με την αιτιολογία ότι το αιτούμενο ποσό δεν εδόθη ως δάνειο, όπως η αναιρεσείουσα ισχυριζόταν, αλλά κατατέθηκε από τον Χ.

Χ., μέλος και συνεκπρόσωπο της αναιρεσείουσας εταιρείας, σε κοινό λογαριασμό της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της Ι. Ζ., στον οποίο (λογαριασμό) ο πρώτος κατέθετε διάφορα χρηματικά ποσά για οικονομική διευκόλυνση του δευτέρου, και επομένως δεν πληρούνται οι όροι για να καταστεί απαιτητή η επιστροφή αυτού από την αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον αναφερθέντα στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 806 ΑΚ, καθόσον για την επί της ουσίας κρίση του δεν αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για την ύπαρξη και θεμελίωση του επιδιωκόμενου δικαιώματος.

Επίσης με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας διατάξεως,καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την απόρριψη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Συνεπώς, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αναίρεσης, αντίστοιχα, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προεκτεθέντες στην αρχή εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, και αφετέρου, εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω διατάξεων, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι αυτή ερμήνευσε εσφαλμένα τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις του ουσιαστικού κανόνα περί δανείου με τη λανθασμένη επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και δη με την κρίση της ότι αντίκειται στην κοινή λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνεκτιμωμένης και της ιδιαίτερης συναλλακτικής εμπειρίας της ενάγουσας, να προβαίνει αυτή, όπως επικαλείται, σε δανεισμό της εναγομένης με την οποία εξάλλου δεν τη συνέδεε ιδιαίτερη σχέση, χωρίς έγγραφη διασφάλισή της για το είδος και την αιτία της καταβολής, λόγω και του ύψους του καταβληθέντος χρηματικού ποσού.

Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ανεξαρτήτως του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε, αφετέρου οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002, ΑΠ 1591/2008).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους πέμπτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν ως εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, αφενός το γεγονός της από 19.3.2007 συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, η οποία προηγήθηκε της κατάθεσης του επίδικου ποσού των 80.000 ευρώ στο λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, και στην οποία αποφασίστηκε με το σχετικό συνταχθέν πρακτικό της, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) προβεί σε οικονομική διευκόλυνση της αντιδίκου της, αφετέρου το γεγονός του ανοίγματος στο όνομα της αναιρεσίβλητης λογιστικής καρτέλας, αντίστοιχα.

Και οι λόγοι, όμως, αυτοί αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αλλά επιχειρήματα της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας, προς επίρρωση των σχετικών αγωγικών ισχυρισμών της.

Κατά δε τα λοιπά και καθό μέρος με αυτούς, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο, προφανώς, διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2236/2009, ΑΠ 1176/2008).

Τα διαδικαστικά έγγραφα, όμως, της ενεστώσας δίκης, όπως είναι τα δικόγραφα της αγωγής, οι εφέσεις και οι προτάσεις των διαδίκων, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα, κατά την προδιαληφθείσα έννοια και, επομένως, δεν ιδρύεται ο παρών αναιρετικός λόγος, με την επίκληση της παραμόρφωσης του περιεχομένου τους (ΑΠ 791/2020,ΑΠ 625/2018, ΑΠ 1007/2009, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 1278/2008).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας, ως άνω, διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται, αναφορικά με το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ` αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 791/2020,ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε, αφενός το περιεχόμενο του εγγράφου της τηρούμενης από το λογιστήριο της αναιρεσείουσας λογιστικής καρτέλας της εταιρείας "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ", με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι η αναιρεσείουσα στις 23/4/2008 επέστρεψε στην "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ" το ποσό των 90.800 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, χωρίς να παρακρατήσει ή να συμψηφίσει το ποσό των 80.000 ευρώ του επίδικου δανείου, το οποίο κατέβαλε η αναιρεσείουσα στην ίδια την αναιρεσίβλητη και όχι στο νομικό πρόσωπο της "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ", αφετέρου το περιεχόμενο του από 19/2/2010 υπογραφέντος μεταξύ των εταιρειών "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ" και της αναιρεσείουσας ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο διακανονίστηκε η αποπληρωμή των υποχρεώσεων της πρώτης προς τη δεύτερη και στο οποίο ουδεμία αναφορά γίνεται για την οφειλή των 80.000 ευρώ, καθόσον με το συμφωνητικό αυτό ρυθμίστηκε η πληρωμή του υπολοίπου από το εργολαβικό αντάλλαγμα, με την παραλαβή από την αναιρεσείουσα 4 μεταχρονολογημένων επιταγών από την "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ", χάριν πληρωμής του πιστωμένου εργολαβικού ανταλλάγματος, ενώ το ποσό του επίδικου δανείου αποτελούσε υποχρέωση της αναιρεσίβλητης και όχι της εταιρείας "ΠΛΑΤΑΙΩΝ ΑΕ" προς την αναιρεσείουσα, δηλαδή με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από όσα διαλαμβάνονται στα παραπάνω έγγραφα.

Αμφότεροι, όμως, οι εν λόγω προβαλλόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε τα επίμαχα ως άνω έγγραφα και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, αλλά συνεκτιμώντας το περιεχόμενό τους, όπως πράγματι αυτό έχει, μαζί τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή η αναιρεσείουσα.

Επομένως πρόκειται για αιτιάσεις, οι οποίες ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, αναιρετικά. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.02.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4520/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ