Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning regarding evidence evaluation in civil damages case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision rejecting the plaintiffs' claim for damages. The plaintiffs sought compensation for moral and material harm caused by the defendants' wrongful acts, while the defendants argued against liability. The court rejected the appeal because the grounds cited were vague and failed to address the specific legal basis or evidence assessment, which falls under the court's non-reviewable discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(b) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal for lack of legal basis is inadmissible if it merely challenges the evaluation of evidence without specifying the exact legal provision violated or the specific reasoning defects.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1285 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1285/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α... χήρας Ε... Χ..., το γένος Α... Π..., 2) Χ... Χ... του Ε..., κατοίκων Μ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σπηλιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β... Χ... του Λ..., 2) Χ... Χ... του Λ..., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικόλαου Γεωργούση και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 31/10/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θηβών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 233/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/7/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 233/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 243/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θηβών, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί κάθε μια από τις αναιρεσίβλητες να καταβάλει ,στη μεν πρώτη 19.000 ευρώ στον δε δεύτερο εξ αυτών 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την σε βάρος τους αδικοπραξία των αναιρεσιβλήτων και είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει 4.500 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της πρώτης και 370 ευρώ για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας της, καθώς και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της δεύτερης εξ αυτών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 495,552,553,556,558,564,566 παρ.1ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ].
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 περ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, εφόσον τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως η παράβαση ελέγχεται μόνο αν τα διδάγματα αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Για το ορισμένο δε του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν ποια συγκεκριμένα διδάγματα παρέβη το Δικαστήριο, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως και σε τι συνίσταται η παράβαση, καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των μέσων, που προσκομίσθηκαν [ΑΠ 1266/2007, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1516/2014].
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 914,932 ΑΚ και 309, 334, 361 και 365 ΠΚ και την υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών γεγονότων, τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον << κατά τον χρόνο του συμβάντος οι διάδικοι δεν έλεγαν ούτε καλημέρα, ότι είχε προηγηθεί η ανταλλαγή εξωδίκων με ανεπίτρεπτο περιεχόμενο, ότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων επιχείρησε να εισέλθει στην οικία των αναιρεσειόντων, αλλά αναχαιτίστηκε από την εμφάνιση του αδελφού της πρώτης εξ αυτών και υπαναχώρησε, απειλώντας ότι θα τα πουν αργότερα, ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό πως η αναιρεσείουσα συμφώνησε και αποδέχθηκε τη συνάντηση με τις αναιρεσίβλητες, ενώ στις 14-10-2015 είχε εξέλθει του Νοσοκομείου Θηβών, όπου είχε νοσηλευθεί για κολπική μαρμαρυγή και υπερτασική καρδιοπάθεια, ότι η αναιρεσείουσα αμέσως μετά την αναχώρηση των αναιρεσιβλήτων διεκομίσθη στο ως άνω Νοσοκομείο, όπου διεπιστώθη ότι πάσχει από συναισθηματική φόρτιση, αίσθημα ταχυκαρδίας, αδυναμία, τάση λιποθυμίας,συνταχθείσης προς τούτο της από 23-10-2015 εξετάσεως ασφαλισμένου που προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο και ότι, ενώ οι αναιρεσίβλητες φέρεται ότι νοσηλεύτηκαν στο Νοσοκομείο από 20 έως 27-10-2015, από το περιεχόμενο των από 27-10-2015 εξώδικων διαμαρτυριών και κλήσεων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτή διαμαρτύρεται για την δήθεν άρνηση των αναιρεσειόντων να υπογράψουν το συμβόλαιο παραιτήσεώς τους από το κληρονομιαίο ακίνητο και όχι για τον ''ανοίκειο ξυλοδαρμό''".
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και σε τι συνίσταται η παραβίαση, είναι απαράδεκτος διότι, έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο δεν αναφέρεται σε διδάγματα κοινής πείρας, αλλά υπό το πρόσχημα παραβιάσεώς τους πλήττεται αποκλειστικά η επί της ουσίας ανέλεγκτη, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 [ΑΠ1032/2019, ΑΠ652/2016].
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η πληττόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν με επίκληση οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα τις από 25-10-2015 εξώδικες διαμαρτυρίες των αναιρεσιβλήτων, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτές δεν νοσηλεύτηκαν και δεν τελέστηκαν σε βάρος τους τα αναφερόμενα στην αγωγή τους γεγονότα, την από 23-10-2015 εξέταση ασφαλισμένου από την οποία προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, μετά το ένδικο επεισόδιο, ημιλιπόθυμη οδηγήθηκε στο Νοσοκομείο, τα από 25-7-2015 εξώδικα, τις υπ' αριθμ. 47279 και 47280/2016 ένορκες βεβαιώσεις, τις από 26-11-2015 μηνύσεις εναντίον των αναιρεσιβλήτων, το από 15-10-2016 κατηγορητήριο, την από 11-7-2016 μήνυση και την από 4-4-2019 γραφολογική έρευνα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ,αφού ο ιδρυόμενος από την ενέργεια αυτή του δικαστηρίου λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν πλήττει αποφάσεις όπως η ένδικη, η οποία ως εκδοθείσα επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου πλήττεται, όπως προεκτέθηκε, μόνο με τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η παραπάνω πλημμέλεια, δηλ.
η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.6 ΚΠολΔ που ταυτίζεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).
Για να είναι δε ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή ότι έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η συνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 739/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, παραπονούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Πλην όμως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν περιέχει τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία.
Υπό την επίκληση δε της άνω αιτιάσεως, στην πραγματικότητα πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176,183 ΚΠολΔ], όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-7-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.233/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ