Legislator Case Law & Legislation
1284/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment due to failure to prove document distortion.

Case Number 1284/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment regarding property ownership. The appellant argued that the Court of First Instance distorted specific public documents, but failed to submit the original documents for verification. Consequently, the court ruled that the distortion claim was unproven and the lower court's decision based on other evidence remained valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 20 and 561 § 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on document distortion is inadmissible if the appellant fails to submit the alleged documents for the court to verify their content and determine the validity of the claim.

Keywords

AI generated
document distortion appeal admissibility evidence verification property ownership unproven claim civil procedure burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraphs 2-4 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1284/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ως αποκλειστικής κληρονόμου του αποβιώσαντος την 22-1-2014, Κ. Γ. του Η., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση γίνεται πάλι σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση (ΑΠ 1346/2021). Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 28-11-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 39/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, είχε προσδιοριστεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, με αριθμό πινακίου 27, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη του Προέδρου του Τμήματος Γεωργίου Χριστοδούλου(άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), από το προσκομιζόμενο δε με επίκληση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση αυτής επισπεύδεται με επιμέλεια της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Γεωργίας Μαζιώτη (βλ.

την από 05/11/2018 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Τ. επί του επιδοθέντος στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δικογράφου). Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη, που επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως, κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576§2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της.

Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α1. Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξούσιαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα και αφετέρου τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (ΑΠ769/2020, ΑΠ695/2018, ΑΠ1443/2015).

Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις των ν.8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 πανδ., ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΑΠ647/2020, ΑΠ946/2017), ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ.

διατάξεις των ν. 18, 24 παρ.1 πανδ. (43.3), παρ.9 Εισ, (2. 9), ν.2 κωδ (7.30), Βασ.(50.10) (ΑΠ764/2022, ΑΠ279/2019, ΑΠ69/2018, ΑΠ1198/2014, ΑΠ1196/2012). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.

Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.

παρ.1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ.

ΑΠ. 75/1987, Α.Π. 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ1816/2017, ΑΠ1443/2015, ΑΠ 1249/2013).Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 αρ. 1, 1194 και 1198 ΑΚ προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, ύστερα από συμφωνία, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι εκείνος που συμφώνησε την μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου(ΑΠ188/2013).2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (Ολ ΑΠ1/2016, Ολ ΑΠ2/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1081/2020, (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή και διόρθωση εσφαλμένης αρχικής κτηματολογικής εγγραφής της ήδη αναιρεσίβλητης Χ.

Γ. και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της δημοτικής ενότητας ... του δήμου ..., της Περιφερειακής Ενότητας ..., Στερεάς Ελλάδας, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού οικισμού του Λογγού, που έχει καταχωρηθεί στο κτηματολογικό γραφείο Αταλάντης με ΚΑΕΚ .../0/0 εμβαδού κατά την εν λόγω καταχώριση 1.767 τ.μ.

κατά δε τον τίτλο κτήσεως εμβαδού 2.002,40 τ.μ., ενώ κατά μεταγενέστερη εμβαδομέτρηση που έγινε για την έκδοση από το Δασαρχείο Αταλάντης της υπ' αριθμ. .../18.3.2009 Πράξης Χαρακτηρισμού, εμβαδού 1.787,55 τ.μ., σύμφωνα με το από μηνός Οκτωβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Φ., κατά νεότερη δε και ακριβέστερη τοπογραφική αποτύπωση σύμφωνα με το από μηνός Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω τοπογράφου μηχανικού εμβαδού 1.767,43 τ.μ..

Το ακίνητο αυτό, αποτυπώνεται στο ανωτέρω από μηνός Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα, συντεταγμένο κατόπιν εντολής της ενάγουσας κατά το σύστημα επίγειας αποτύπωσης ΕΓΣΑ '87 και περικλείεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, συνορεύει δε σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό, το οποίο απεικονίζει και τα στοιχεία του Εθνικού Κτηματολογίου, γύρωθεν ως εξής:

βορειοανατολικά σε πλευρά Β-Γ μήκους 33,05 μ. και πλευρά Γ-Δ μήκους 27,61 μ. με ιδιοκτησία Ι. Σ. με ΚΑΕΚ ..., νοτιοδυτικά σε πλευρά Ε-Α μήκους 63,10 μ. με ιδιοκτησία Λ. με ΚΑΕΚ ..., νοτιοανατολικά σε πλευρά Δ-Ε μήκους 33,78μ. με ιδιοκτησία Α. Ε. με ΚΑΕΚ ... και βορειοδυτικά σε πλευρά Β-Α μήκους 24,08 μ. με αγροτικό χωματόδρομο. Το άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του πατέρα της ενάγουσας Κ.

Γ. του Η. με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά από τις Ν. Α. και Α. Α., δυνάμει του .../2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Στεργιανού - Φρυσίρα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό …, ο οποίος ασκούσε έκτοτε επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής (επίβλεψη, καταμέτρηση, οριοθέτηση κλπ) μέχρι την ημερομηνία θανάτου του στις 22.1.2014, στις δε δικαιοπαρόχους του, το επίδικο περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../17.9.1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αταλάντης Χαρίκλειας - Βάγια - Σαρακιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ...

και αριθμό ..., από τους Κ. συζ. Π. Ι., το γένος Δ. Κ. και Π. Ι. του Α., στους οποίους περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς από τις Ζ. χήρα Λ. Μ. και Α., θυγατέρα Λ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ...

και αριθμό .... Στις προαναφερόμενες δε δικαιοπαρόχους Ζ. χήρα Λ. Μ. και Α., θυγατέρα Λ. Μ. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης από κληρονομιά του συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης, Λ. Γ. Μ., που απεβίωσε στις 11.11.1978 και την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν αυτές με την υπ' αριθμ. .../1979 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του τέως συμβολαιογράφου Αταλάντης Κωνσταντίνου Γιαννούτσου, νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ...

και αριθμό ..., ενώ στο δικαιοπάροχο αυτών είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατρός του, Γ. Ι. Μ., που απεβίωσε το έτος 1939, με την από 1.6.1934 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 207/21.4.1939 απόφαση του Πρωτοδικείου Λαμίας, σε συνδυασμό με άτυπη και προφορική διανομή, που έγινε αμέσως μετά με το συγκληρονόμο αδερφό του.

Το ως άνω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Γ. Μ. του Ι., δυνάμει άτυπης παραχώρησης από τον πατέρα του Ι. Μ. κατά το έτος 1880, ο οποίος έκτοτε και ως το έτος 1939 το νέμονταν με καλή πίστη, διανοία κυρίου, είχε δε περιέλθει στην κυριότητα, νομή και κατοχή του, ασκώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου αυτού (επίβλεψη, οριοθέτηση, καλλιέργεια κλπ), χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, έχοντας έτσι καταστεί κύριος με τα προσόντα της χρησικτησίας και έχοντας συμπληρωθεί στο πρόσωπο αυτού τριακονταετής νομή έως την 11η.9.1915.

Όλοι δε οι ως άνω δικαιοπάροχοι του πατέρα της ενάγουσας νέμονταν και κατείχαν το ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως διανοία κυρίου και καλή πίστη ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στην αποκλειστική τους κυριότητα, νομή και κατοχή πράξεις, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από οποιονδήποτε. Στη συνέχεια και μετά το θάνατο του πατέρα της ενάγουσας Κ.

Γ. του Η., ο οποίος απεβίωσε στο ... χωρίς ν' αφήσει διαθήκη στις 22.1.2014, η τελευταία (ενάγουσα) με την υπ' αριθμ. .../21.10.2014 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Βασιλείου Φρέντζου, αποδέχθηκε την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατρός της, στην οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 664/19.6.2015 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας της Περιφερειακής Δ/νσης Θεσσαλίας - Στερεός Ελλάδας, το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., που φέρεται ως ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου/Διεύθυνσης Δασών Ν. ..., δεν είναι καταγεγραμμένο, εντοπισμένο, γνωστό ως σήμερα ως δημόσιο κτήμα αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών.

Περαιτέρω σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2722/145605/21.8.2015 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ν. ... η επίδικη έκταση με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α και εμβαδόν 1.767,43 τ.μ., που αντιστοιχεί στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και η οποία περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. .../18.3.2009 Πράξη Χαρακτηρισμού Δασαρχείου Αταλάντης, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η έκταση εμβαδού 1787,55 τ.μ., όπως περιγράφεται στο επισυναπτόμενο της Πράξης τοπογραφικό διάγραμμα και η οποία (Πράξη) κατέστη τελεσίδικη με το υπ' αριθμ. 54374/2384/21.8.2009 έγγραφο της Δ/νσης Δασών ...

και το υπ' αριθμ. 75080/3913/27.8.2009 έγγραφο του Δασαρχείου Αταλάντης και χαρακτηρίζεται ως μη ανήκουσα σε καμία κατηγορία του αρθρ. 3 του Ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 1 του Ν. 3208/2000, δεν εμπίπτει στις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας, δεν εποπτεύεται και δεν προστατεύεται από τη Δασική Υπηρεσία, ενώ εξάλλου δεν ανευρέθησαν στο αρχείο της ως άνω υπηρεσίας άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η έκταση αυτή διαχειρίζονταν και προστατεύονταν στο παρελθόν από την εν λόγω υπηρεσία, στα πλαίσια των διατάξεων της Δασικής Νομοθεσίας, δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, ούτε έχει εκδοθεί γι' αυτήν Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής, προσωρινός ή οριστικός τίτλος.

Περαιτέρω, η κτηματική περιφέρεια που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία εθνικού κτηματολογίου, σύμφωνα με το ν. 2308/1995, κατά τη διαδικασία της οποίας το ως άνω ακίνητο θεωρήθηκε ως δασική έκταση και ως τέτοια αποτυπώθηκε εσφαλμένως στα κτηματολογικά βιβλία και διαγράμματα του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης ως ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 εμβαδού 1.767 τ.μ, όπως ειδικότερα εμφαίνεται στο από μηνός Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Φ. με περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α και με αναγραφόμενο ως αποκλειστικό δικαιούχο αυτού το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εγγραφή που ωστόσο είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου. Κατόπιν αυτών, ενόψει και του προφανούς εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και 1) να αναγνωριστεί ο πατέρας της ενάγουσας, Κ.

Γ. του Η., αποκλειστικός κύριος του εμφαινόμενου στις κτηματολογικές εγγραφές ακινήτου με ΚΑΕΚ .../0/0 και εμβαδό 1.767,43 τ.μ. και 2) να διορθωθούν σχετικά οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης, ώστε στο κτηματολογικά φύλλο με ΚΑΕΚ 46007600700 να αναγραφεί ο ανωτέρω πατέρας της ενάγουσας ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ως άνω ακινήτου, όπως αποτυπώθηκε στα κτηματολογικά βιβλία και διαγράμματα του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης (δεδομένου ότι δεν αιτείται τη διόρθωση ως προς το εμβαδό αυτού) με τίτλο κτήσης:

το υπ' αριθμ. .../5.12.2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Στεργιανού - Φρυσίρα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό …, όπως αυτό (ακίνητο) αποτυπώνεται αναφορικά με τα όρια, τις πλευρικές διαστάσεις και τις συντεταγμένες του στο ενσωματωμένο στην κρινόμενη αγωγή από μηνός Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Φ.". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 1.767,43 τ.μ., που ανέκαθεν είχε αγροτικό χαρακτήρα, βρίσκεται στη θέση <<...>> ή <<...>>, της κτηματικής περιφέρειας της δημοτικής ενότητας ... του δήμου ..., της Περιφερειακής Ενότητας ..., Στερεάς Ελλάδας, έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ .../0/0 στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης, με φερόμενο δικαιούχο, κατά πλήρη κυριότητα, στις αρχικές (πρώτες) κτηματολογικές εγγραφές το αναιρεσείον - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Ότι τούτο περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου, πατέρα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Κ. Γ. του Η. με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος, υπ'αριθμ. .../2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Στεργιανού - Φρυσίρα, από τις αληθείς (συγ)κυρίες τούτου Ν.

και Α. Α. και ακολούθως στην ενάγουσα ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 22/01/2014 πατέρα της, κληρονομιά που νόμιμα αποδέχθηκε και μετέγραψε. Ότι το επίδικο νέμονταν συνεχώς οι δικαιοπάροχοι του Κ. Γ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη έως τη μεταβίβασή του σ'αυτόν, ειδικότερα δε, ο απώτατος αυτού δικαιοπάροχος Γ.

Μ. νεμόταν τούτο από το έτος 1880 και μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1939 θάνατό του, ασκώντας εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στην αγροτική μορφή του, μεταξύ των οποίων, επίβλεψη, οριοθέτηση, καλλιέργεια. Ότι η απαιτούμενη καλόπιστη 30ετής νομή είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του ανωτέρω απωτάτου δικαιοπαρόχου του Κ.

Γ., στις 11/9/1915, και είχε ως έννομη συνέπεια την περιέλευση της κυριότητας του επιδίκου σ'αυτόν (Γ. Μ.), με έκτακτη χρησικτησία (τριακονταετή καλόπιστη νομή), σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ, έννομη συνέπεια που δεν αποκλείει ο τυχόν χαρακτήρας του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος (περιελθόντος στο Δημόσιο με βάση την προαναφερθείσα Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα σχετικά Πρωτόκολλα του Λονδίνου), αφού η κυριότητα του Δημοσίου είχε, σε κάθε περίπτωση, απολεσθεί πριν από τις 12/09/1915.

Ότι η, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης, καταχώρηση του επιδίκου, ως ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον ΚΑΕΚ .../0/0 που αναφέρθηκε παραπάνω, είναι εσφαλμένη, αφού αποδείχθηκε ότι η κυριότητα αυτού είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο , πατέρα της αναιρεσίβλητης με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε κύριο του επίδικου αγροτεμαχίου/γεωτεμαχίου, κατά τις αρχικές κτηματολογικές εγγραφές τον δικαιοπάροχο, πατέρα της Κ. Γ. και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς αρχικής (πρώτης) εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης, απορρίπτοντας κατ'ουσίαν την ασκηθείσα από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έφεση και επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ,ευθέως και εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" ,των άρθρων 1,2, 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραζαμάν 1274 (1856) "περί γαιών", και τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 αρ. 1, 1194 και 1198 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον απώτατο δικαιοπάροχο της ενάγουσας με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ και από τον άμεσο αυτής δικαιοπάροχο, πατέρα της με παράγωγο τρόπο κατά τις διατάξεις του ΑΚ και ότι η εγγραφή στο κτηματολογικό γραφείο Αταλάντης, με την οποία το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ1078/2019). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε την κτήση κυριότητας από τον απώτατο δικαιοπάροχό της (αναιρεσίβλητης), με έκτακτη, 30ετή, μέχρι τις 11.9.1915, χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, όπως αντίθετα έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, στηριζόμενο στα προσκομισθέντα και μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια), χωρίς να παρίσταται ανάγκη ειδικής αξιολόγησης ενός εκάστου εξ αυτών Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 255/2020, 1078/2019).

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, παραμόρφωση εγγράφου, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ124/2022). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. (ΑΠ224/2020, ΑΠ695/2008, ΑΠ112/2008). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων του άνω 559 αριθ. 20 και 561 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητάς του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ1058/2020, ΑΠ533/2009, ΑΠ364/2008, ΑΠ 437/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αριθμ. 664/2015 και 2722/2015 εγγράφων της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλίας- Στερεάς Ελλάδος και Διεύθυνσης Δασών ..., αντίστοιχα, αποδίδοντας σε αυτά προφανώς διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που έχουν, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Όμως, το αναιρεσείον δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει προς απόδειξη του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, τα αναφερόμενα έγγραφα, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό τους και να διαπιστωθεί, αν υπήρξε παραμόρφωσή τους, γι'αυτό και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος και για το λόγο ότι ,όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο σχημάτισε την δικανική του κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης και του δικαιοπαρόχου πατέρα της στο επίδικο ακίνητο, με παράγωγο τρόπο, ύστερα από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και δεν στήριξε την παραπάνω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα ως άνω έγγραφα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν επιδικάζονται, διότι, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, δεν υφίσταται σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-11-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 39/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ