Legislator Case Law & Legislation
1281/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against hospital debt transfer ruling citing public interest and statutory compliance.

Case Number 1281/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a second-instance judgment rejecting its claim for hospital debt transfer. The court found the lower court correctly applied the Public Debt Restructuring Law, noting the debt was legally transferred to the Public Sector Investment Fund rather than arising from direct sales contracts. Consequently, the court ruled the appeal arguments regarding contract interpretation and unjust enrichment were baseless and inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 307 and 573 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the lower court correctly applies statutory debt restructuring laws, as the claim stems from a public interest restructuring rather than a direct contractual dispute.

Keywords

AI generated
public debt restructuring public sector investment fund inadmissible appeal statutory compliance unjust enrichment defense hospital debt transfer public interest override

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 27 of Law 3867/2010
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1281 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1281/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρήστο Φίλιο και Παναγιώτα Κιούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΒΡΟΥ", το οποίο καταργήθηκε και την παρούσα δίκη συνεχίζουν ως ειδικοί διάδοχοι αυτού, α) το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ" και β) το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ", τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Λήδα Ρούσσου που ανακάλεσε την από 10/3/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/2/2018 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 109/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως καταστεί αδύνατη η έκδοση της αποφάσεως (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ.), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσεως προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022, ΑΠ 582/2016).

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μια συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις(ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/ 2018, ΑΠ 869/2017), ενώ η αρχική συζήτηση δεν αποδυναμώνεται και τα πρακτικά, τα οποία συντάχθηκαν κατ' αυτήν, παρέχουν πλήρη απόδειξη(ΑΠ 1067/1974).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 50/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Τέλος, δυνάμει του άρθρου 165 παρ.1 περ.

γ' του Ν.4600/2019(ΦΕΚ Α'43/09.03.2019, ως η έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου ορίζεται στο άρθρο 178 αυτού από τη δημοσίευσή του), το ενιαίο και αυτοτελές Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΒΡΟΥ", όπως συνεστήθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του Ν.4052/2012 δυνάμει της Υ4α/οικ 123900 (ΦΕΚ Β'3499/2012) και πρώην Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ", καταργήθηκε. Η οργανική μονάδα της έδρας και η αποκεντρωμένη οργανική μονάδα αυτού μετετράπησαν, η καθεμία, σε ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) του Ε.Σ.Υ., με την επωνυμία: α) "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ" και β) "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ", τα οποία υπόκεινται στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης.

Δυνάμει δε της περ. γ' της παρ.2 του άρθρου 165 του ανωτέρω νόμου ορίζονται τα εξής: "Κάθε νέο Ν.Π.Δ.Δ. της παραγράφου 1 καθίσταται ειδικός διάδοχος του καταργούμενου ενιαίου Ν.Π.Δ.Δ. της παραγράφου 1, του οποίου αποτελούσε οργανική μονάδα, σε οποιαδήποτε έννομη σχέση με τρίτους που το αφορά. Εάν δεν είναι δυνατός ο καθορισμός της ειδικής διαδοχής κατά το προηγούμενο εδάφιο, ειδικός διάδοχος στην έννομη σχέση καθίσταται το νομικό πρόσωπο που αποτελούσε πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος την οργανική μονάδα της έδρας.

Οι εκκρεμείς δίκες των καταργούμενων ενιαίων Ν.Π.Δ.Δ. συνεχίζονται από κοινού από τα νέα Ν.Π.Δ.Δ. της παραγράφου 1, που αποτελούσαν τις οργανικές μονάδες τους". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την επισπεύδουσα αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης με έδρα στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Ι.

Κ., η από 28.02.2018 και με αριθ. κατάθ.18/20.03.2018 ένδικη αίτησή της αναίρεσης, με κλήση του αντιδίκου της αναιρεσιβλήτου να παραστεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 16.12.2019, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο εν λόγω αναιρεσίβλητο ενιαίο και αυτοτελές Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΒΡΟΥ", όπως αυτό υφίστατο έως και την κατάργησή του, κατά τα προεκτεθέντα, με τη δημοσίευση και συνακόλουθα τη θέση σε ισχύ του ανωτέρω Ν.4600/2019(από 09.03.2019).

Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος Λήδα Ρούσσου, που εμφανίστηκε για να εκπροσωπήσει το αναιρεσίβλητο, καταργηθέν με βάση όσα παραπάνω εκτέθηκαν, ενιαίο Ν.Π.Δ.Δ., δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται μόνο για το Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ", ως ειδικό διάδοχο του ενιαίου Ν.Π.Δ.Δ., καταθέτοντας και έγγραφες προτάσεις, ενώ όφειλε, με βάση την προεκτεθείσα ρητή διάταξη του άρθρου 165 παρ.2 περ. γ' του Ν.4600/ 2019 να παρασταθεί και για λογαριασμό του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ", καθώς τα δύο αυτά Ν.Π.Δ.Δ., αποτελούντα αμφότερα ειδικούς διαδόχους του καταργηθέντος ενιαίου Ν.Π.Δ.Δ., συνεχίζουν από κοινού την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ανοιγείσα δια της ασκήσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης εκκρεμή δίκη.

Επομένως, μη πράττοντας τούτο, δεν παραστάθηκε νόμιμα το αναιρεσίβλητο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με συνέπεια, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες στην αρχή διατάξεις του άρθρου 576 παρ.2 περ. α' και γ' του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με δικονομικά απόν το αναιρεσίβλητο, παρά το ότι, στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, λόγω αδυναμίας για την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αυτής, και τον επαναπροσδιορισμό της υπόθεσης σε νέα δικάσιμο, με την υπ' αριθμ. 109/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, και δη στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο(03.04.2023), η παρασταθείσα πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου, δήλωσε το πρώτον, ότι εκπροσωπεί αμφότερους τους νομίμους ειδικούς διαδόχους του αναιρεσίβλητου, ήτοι τόσο το Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ", όσο και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ", καταθέτοντας νέες προτάσεις, καθόσον, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, οι δε διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο, μόνον εφόσον είχαν παραστεί νόμιμα στην αρχική συζήτηση, η οποία δεν θεωρείται αποδυναμωθείσα.

Με την ως άνω δε από 28.02.2018 και με αριθ. κατάθ.18/ 20.03.2018 ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 74/ 05.12.2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556, 558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού προβαλλόμενου λόγου της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 27 παρ.1 έως 9 του Ν. 3867/2010 "Εξόφληση προμηθειών νοσοκομείων και ρυθμίσεις θεμάτων σχετικών διαγωνισμών" (ΦΕΚ 128/Α/3.8.2010) ορίσθηκαν τα εξής: "1. Οφειλές των νοσοκομείων του ΕΣΥ, του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου, του ΠΓΝ Παπαγεωργίου, του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Αθηνών, του Αρεταίειου Νοσοκομείου Αθηνών και του ΟΚΑΝΑ, που έχουν προκύψει από την προμήθεια φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού, και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση τιμολόγια και δελτία αποστολής από 1.1.2007 έως και 31.12.2009, δύναται να εξοφληθούν άμεσα με την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκκαθάρισης, έκδοσης και θεώρησης των σχετικών τίτλων πληρωμής, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις, ως ακολούθως:

α) Οφειλές των ετών 2007, 2008 και 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 200.000 ευρώ ανά προμηθευτή, εξοφλούνται με την έκδοση χρηματικού εντάλματος, β) Λοιπές οφειλές του έτους 2007 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 1.100.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, γ) Λοιπές οφειλές του έτους 2008 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.200.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου διετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, δ) Λοιπές οφειλές του έτους 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.040.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου τριετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του έτους 2010.

Τα ανωτέρω όρια μειώνονται με τα ποσά των βεβαιωμένων υπέρ του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Φορέων οφειλών, καθώς και με τα ποσά των κατά περίπτωση υπέρ τρίτων κρατήσεων. 2. Ο τρόπος εξόφλησης των ανωτέρω οφειλών εφαρμόζεται εφόσον οι προμηθευτές υποβάλλουν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος:

α) Αίτηση προς την αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία των φορέων της προηγούμενης παραγράφου για την εξόφληση των απαιτήσεών τους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της με τον τρόπο που ορίζεται ανωτέρω. Η αίτηση περιλαμβάνει επί ποινή απαραδέκτου της, όλες τις απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι του φορέα στον οποίο υποβάλλει την αίτηση για καθένα από τα έτη που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου, β) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α) με την οποία ο αιτών προμηθευτής παραιτείται χωρίς επιφύλαξη από οποιαδήποτε άλλη αξίωση η οποία πηγάζει από την ίδια αιτία συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσης για την καταβολή οποιουδήποτε είδους τόκων, για τα ως άνω έτη και μέχρι την εξόφληση κατά τα οριζόμενα ανωτέρω. 3.

Το ακριβές ύψος των οφειλών προς κάθε προμηθευτή, που εξοφλείται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, καθορίζεται με βάση τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής ή άλλων κατά περίπτωση τίτλων πληρωμής θεωρημένων από τα αρμόδια όργανα και αφορούν το πληρωτέο στον δικαιούχο ποσό. 4.

Η εξόφληση των οφειλών προς τους προμηθευτές πραγματοποιείται με τη σύνταξη από τους φορείς της παραγράφου 1, καταστάσεων ανά δικαιούχο και έτος έκδοσης των τιμολογίων και δελτίων αποστολής, στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι ρυθμιζόμενες απαιτήσεις, με βάση τις οποίες διενεργείται και η παράδοση των ομολόγων.

Οι καταστάσεις υπογράφονται από τους δικαιούχους κατά την παραλαβή των ομολόγων και επέχουν θέση εξοφλητικής απόδειξης των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων ή των τυχόν άλλων τίτλων πληρωμής. 5. α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τύπος, η διαδικασία και κάθε σχετικό θέμα που αφορά την έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων και την έκδοση και διάθεση των ομολόγων των περιπτώσεων α', β', γ' και δ' της παραγράφου 1, καθώς και ο φορέας απόδοσης, η διαδικασία, ο τρόπος και κάθε σχετικό θέμα για την απόδοση των κρατήσεων υπέρ του Δημοσίου, των Ασφαλιστικών Φορέων και τρίτων και την κάλυψη της σχετικής δαπάνης, β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία με την οποία δύναται να ανατίθεται σε τράπεζες το έργο της συγκέντρωσης και εξόφλησης των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, οφειλών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. 6.

Η αξία των ομολόγων που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων, αποτελεί έσοδο των φορέων της παραγράφου 1 και εγγράφεται ως ισόποση πίστωση στον προϋπολογισμό του έτους έκδοσης των ομολόγων χωρίς να απαιτείται τροποποίηση του προϋπολογισμού του φορέα. 7. Το κόστος της προεξόφλησης των ανωτέρω ομολόγων εντάσσεται στα φορολογικώς εκπιπτόμενα έξοδα από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων των προμηθευτών, κατά τη διαχειριστική περίοδο προεξόφλησης τους. 8.

Οι απαιτήσεις των φορέων της παραγράφου 1 έναντι του ΙΚΑ, του ΟΑΕΕ, του ΟΠΑΔ, του ΟΓΑ και του Οίκου Ναύτη οι οποίες έχουν προκύψει από υγειονομική περίθαλψη ασφαλισμένων τους μέχρι 31.12.2009, εκχωρούνται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου προς το Δημόσιο. Το ύψος των εν λόγω οφειλών και η διαδικασία της εκχώρησης προσδιορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. 9.

Για λόγους διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας, θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση υποχρεώσεων που απορρέουν από προμήθειες των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, συμπεριλαμβανομένων των ψυχιατρικών και των πανεπιστημιακών κλινικών, των Νοσοκομείων "Αρεταίειο" και "Αιγινήτειο", του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου και του Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης και των νοσοκομείων και των υγειονομικών μονάδων ΙΚΑ, οι οποίες προμήθειες διενεργήθηκαν μέχρι την κατάθεση του παρόντος νόμου στη Βουλή, δυνάμει απευθείας αναθέσεων λόγω επειγουσών αναγκών ή παρατάσεων των συμβάσεων μεταξύ των ανωτέρω φορέων και των προμηθευτών, καθώς και δυνάμει των κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Ν. 2955/2001 (ΦΕΚ 256 Α), μέχρι την κατάργησή της από το άρθρο 37 του Ν. 3784/2009 (ΦΕΚ 137 Α).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου να εξοφληθούν υποχρεώσεις των πιο πάνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Ε.Σ.Υ. για προμήθειες ιατροτεχνολογικού, υγειονομικού και φαρμακευτικού υλικού, καθώς και χημικών αντιδραστηρίων, που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009, και να εκκαθαριστούν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, που θέτει το πιο πάνω άρθρο 27 του Ν. 3867/2010, δεν ελέγχεται αν τηρήθηκε προηγουμένως η διαδικασία, που προβλέπεται για την ανάληψη υποχρεώσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνέπεια να νομιμοποιούνται εκ των υστέρων οι συμβάσεις, που καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας αυτής (ΑΠ 1213/2015).

Ακολούθως, με τη με αριθμό 2/78600/0023Α/16.11.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β 1805/17.11.2010), με τίτλο "Ανάθεση στην Εθνική Τράπεζα του έργου της συγκέντρωσης και εξόφλησης από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους, με Ομόλογα", καθορίστηκαν, στη συνέχεια, ο τρόπος συγκέντρωσης και επεξεργασίας των οικονομικών στοιχείων των νοσοκομείων, που αφορούν οφειλές προς τους προμηθευτές τους για τα έτη 2007, 2008 και 2009, καθώς και η εξόφληση αυτών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Με το δεύτερο άρθρο της με αριθμό 2/88952/0023Α/2010 (ΦΕΚ 2258/31.12.2010) απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών με τίτλο "Έκδοση ειδικών ομολογιακών δανείων για την ανάληψη από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους", ορίστηκε ότι "Σκοπός των ομολογιακών δανείων είναι η εξόφληση από το Ελληνικό Δημόσιο, οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27...

του ν. 3867/2010...", ενώ με τα άρθρα 5 έως 7 τα εξής: "Άρθρ.5.Τα ανωτέρω ομόλογα εκδίδονται στο άρτιο, δηλαδή στο 100% της ονομαστικής τους αξίας. Άρθρ.6. Οι τίτλοι των ομολόγων είναι ονομαστικής αξίας ενός λεπτού του ευρώ(0,01€).Άρθρ.7.Η εξόφληση των τίτλων θα γίνει στην ονομαστική τους αξία...". Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο αναδέχθηκε τα πιο πάνω αναφερόμενα χρέη των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ.

προς τους προμηθευτές των ιατροφαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία αγόρασαν και παρέλαβαν σε εκτέλεση σύμβασης, το περιεχόμενο της οποίας προβλεπόταν από τη ρύθμιση του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, ώστε το Δημόσιο να υπεισέλθει στη θέση των αρχικών οφειλετών - νοσοκομείων, με αποτέλεσμα τα τελευταία να απαλλαγούν από τη σχετική υποχρέωσή τους για την καταβολή των οικείων χρεών, καθόσον, τόσο από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010 προκύπτει ότι οι οφειλές των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ.

για τα έτη 2007 - 2009 εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία εκδίδονται από αυτό, όσο και από το περιεχόμενο των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, συνάγεται ότι σκοπός της από το Δημόσιο έκδοσης των ομολογιακών δανείων είναι η απόσβεση των πιο πάνω αναφερόμενων οφειλών τους προς τους προμηθευτές τους, με την υπεισέλευση του Ελληνικού Δημοσίου στη θέση αυτών και τη χορήγηση των πιο πάνω ομολόγων σ' αυτούς, αντί καταβολής.

Περαιτέρω, περί τις αρχές του έτους 2012, συνήφθη, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) η "Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα" (ΣΙΤ) (PSI LM Facility Agreement). Οι λόγοι, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στην κατάρτιση αυτής της σύμβασης ήταν, η επιβεβλημένη ανάγκη για μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους της Ελλάδος, προκειμένου αυτό να καταστεί βιώσιμο, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσαν να υπάρξουν απρόβλεπτες συνέπειες στην Ελληνική Οικονομία, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα (βλ.

αιτ. εκθ. του ν. 4046/2012). Το σχέδιο της Σύμβασης PSI περιλάμβανε τρεις επιμέρους συμβάσεις και δη: α. Τη "Σύμβαση Διευκόλυνσης για τη Διαχείριση Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (ΣΙΤ)" για τη χρηματοδοτική ενίσχυση, ύψους μέχρι 30 δις ευρώ, β. τη "Σύμβαση Πιστωτικής Ενίσχυσης ΕΚΤ", ύψους μέχρι 35 δις ευρώ, προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει την προσφορά επαναγοράς, με την οποία η ΕΚΤ, ενεργώντας, ως εκπρόσωπος της Ελλάδας, προσφέρεται να επαναγοράσει, από εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕΟΚΤ) του Συστήματος του ευρώ, ορισμένα κρατικά ομόλογα έκδοσής της και γ.

τη "Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης", ύψους 5,7 δις ευρώ του ΕΤΧΣ προς την Ελλάδα για τη "Διευκόλυνση αποπληρωμής Τόκων Ομολόγων". Το σχέδιο της συνολικής Σύμβασης επικύρωσε ο ν. 4046/2012 περί "Έγκρισης των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης". Ακολούθησε ο ν. 4050/2012, που έθεσε τους "Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεώς ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων" ενώ, με ΠΝΠ, εγκρίθηκε το Σχέδιο της Κυρίας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4060/2012.

Πιο συγκεκριμένα, με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4050/2012, εξουσιοδοτήθηκε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΧ) να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις, εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους. Η υπ` αριθ. 5/24.2.2012 ΠΥΣ έθεσε την 24.2.2012, ως ημέρα έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και καθόρισε τους όρους ανταλλαγής τους.

Μετά, δε, την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανταλλαγής (από 24.2 έως 8.3.2012) εκδόθηκε, στις 9.3.2012, σχετική βεβαίωση της ΤτΕ, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας, "περί συναινέσεως και αποδοχής των ομολογιούχων να τροποποιήσουν και ανταλλάξουν τους επιλέξιμους τίτλους τους", η οποία εγκρίθηκε με την ΠΥΣ 10/9-3-2012, κατ` εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 4050/2012.

Με την παραπάνω διαδικασία, η Ελληνική Δημοκρατία, διά του ΟΔΔΧ και, μέσω ηλεκτρονικής πρόσκλησης, κάλεσε τους ομολογιούχους των Επιλέξιμων Τίτλων, με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων των σχετικών προσκλήσεων είτε να συναινέσουν στις προϋποθέσεις των Επιλέξιμων Τίτλων είτε να απορρίψουν τις προταθείσες τροποποιήσεις των Επιλέξιμων Τίτλων, η, δε, ανταλλαγή ή το επικαλούμενο "κούρεμα" προέβλεπε, για κάθε 1.000,00 ευρώ ανταλλάξιμων τίτλων, να λάβουν οι ομολογιούχοι: 315,00 ευρώ σε νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (διαφόρων σειρών, επιτοκίων και λήξεων έως το έτος 2042), 315,00 ευρώ σε τίτλους λογιζόμενου ποσού, η απόδοση των οποίων, θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ("τίτλοι ΑΕΠ"), 150,00 ευρώ Ομόλογα Πληρωμής PSI, εκδόσεως του ΕΤΧΣ και καταβολή δεδουλευμένων τόκων μέχρι 24.2.2012 από την Ελληνική Δημοκρατία.

Από το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο όλων των Επιλέξιμων Τίτλων, ποσού 177.218.697.615,45 ευρώ, επετεύχθη η απαιτούμενη απαρτία, αφού συμμετείχαν, ψηφίζοντας είτε υπέρ είτε κατά, ομολογιούχοι με ανεξόφλητο Κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ, δηλαδή, ποσοστό 91,05% (δηλ. ποσοστό μεγαλύτερο του 50%, που εξασφάλισε την ύπαρξη απαρτίας), ενώ, επιτεύχθηκε η λήψη απόφασης με την απαιτούμενη ενισχυμένη πλειοψηφία, αφού απέρριψαν τις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 9.308.013.293,14 ευρώ.

Ακόμη, συνήνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι, με κεφάλαιο 52.042.932.772,40 ευρώ, δηλ. ποσοστό 94,23%, το οποίο υπερβαίνει τα προβλεπόμενα και απαιτούμενα 2/3 της αυξημένης πλειοψηφίας, ενώ, παράλληλα, προβλεπόταν και η προϋπόθεση ύπαρξης ελάχιστης συμμετοχής του 90% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου.

Στην πραγματικότητα, όμως, το σύνολο ανεξόφλητου κεφαλαίου ομολογιούχων, που είτε ρητά αρνήθηκαν να συναινέσουν (9.308.013.293,14 ευρώ) είτε δεν συμμετείχαν στη διαδικασία (15.867.751. 549,91 ευρώ) και, άρα, αρνήθηκαν σιωπηρώς την ανταλλαγή, ανήλθε σε 25.175.764.843,05 ευρώ ή ποσοστό 14,2%. Ωστόσο, προϋπόθεση, για την εκταμίευση του ανώτατου ποσού χρηματοδοτήσεων με βάση τη Σύμβαση, ήταν, η αποδοχή των ομολογιούχων να είναι καθολική, οπότε και ενεργοποιήθηκαν οι ρήτρες συλλογικής δράσης, οι οποίες εφαρμόσθηκαν για τους μη συμμετέχοντες ή ρητώς μη συναινέσαντες ομολογιούχους, που εξέφραζαν ποσοστό 14,2% του συνολικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το ποσοστό της "φαινομενικής" αποδοχής να είναι 100%.

Συμπερασματικά, πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαχρονικά αναδιάρθρωση κρατικού χρέους, στην οποία συμπεριελήφθησαν τίτλοι ονομαστικής αξίας 200 δις ευρώ, ποσό ανώτερο από το ύψος του ημεδαπού ΑΕΠ, ταυτόχρονα, δε, η πρώτη αναδιάρθρωση χρέους ευρωπαϊκού κράτους μετά τη δεκαετία του 1950. Η σύμβαση του PSI εφαρμόσθηκε σε όλους τους κατόχους επιλέξιμων τίτλων και δη, σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, που ήταν, κατά την κρίσιμη περίοδο, κάτοχοι ομολογιακών τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους έκδοσης του ίδιου του Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, σημαντικά μειωμένης (κατά 53,5%) ονομαστικής αξίας (ΣτΕ 1095/2016, ΣτΕ 1116/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια και μάλιστα δήλωση υπαναχώρησης, η οποία άλλωστε, εφόσον κατά τη βούληση των συμβαλλομένων αυτοδικαίως ατονεί η σύμβαση μόλις πληρωθεί η αίρεση, στερείται κάθε έννοιας και αντικειμένου(ΑΠ 848/2008, ΑΠ 1017/1988).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 471 και 477 ΑΚ συνάγεται σαφώς, ότι στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί.

Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη, οπότε, πρόκειται για σωρευτική αναδοχή χρέους.

Η ρύθμιση του άρθρου 471 ΑΚ δεν ορίζει την τήρηση τύπου για την σύμβαση αναδοχής χρέους. Έτσι, κατά το άρθρο 158 ΑΚ είναι άτυπη (ΑΠ 1770/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα προλεχθέντα αλλά και με τη ratio της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, η οποία έγκειται, κατά την εισηγητική έκθεση, του νόμου στην αποτροπή του κινδύνου άμεσης διακοπής του εφοδιασμού των νοσοκομείων με φαρμακευτικό - υγειονομικό υλικό και τη μη διατάραξη της ομαλής λειτουργίας αυτών, λόγω της καθυστέρησης στην εξόφληση των προμηθευτών τους, τις οφειλές των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές ιατροφαρμακευτικού και υγειονομικού υλικού, που απορρέουν από την αγορά των υλικών αυτών από την 1η Ιανουάριου 2007 έως και την 31η Δεκεμβρίου του 2009, αναδέχθηκε σιωπηρά αλλά σαφώς στερητικά το Δημόσιο, με την έκδοση και την παράδοση των σχετικών ομολόγων.

Συνεπώς, με τη στερητική αναδοχή, μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο τα χρέη των προαναφερόμενων νοσοκομείων από την αγορά των πιο πάνω υλικών κατά τα έτη 2007 - 2009, όπως άλλωστε συνάγεται από τον σκοπό του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, ο οποίος έγκειται στη ρύθμιση των οφειλών των νοσοκομείων με την αναδοχή τους από το Δημόσιο και την πρόβλεψη εξόφλησής τους, είτε με εντάλματα πληρωμής, είτε με τη δόση ομολόγων έκδοσής του αντί της καταβολής της χρηματικής παροχής, που οφείλεται.

Εξάλλου, η υπαγωγή στην πιο πάνω ρύθμιση έχει προαιρετικό χαρακτήρα διότι εναπόκειται στη βούληση του κάθε προμηθευτή, που έχει συμβληθεί με τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., ο οποίος όμως, επιλέγοντας την υπαγωγή του στη ρύθμιση αυτή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 του Ν. 3867/2020, αποδέχεται τις ενδεχόμενες, επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, προκειμένου να εξοφληθεί δίχως περαιτέρω καθυστερήσεις και χρονοβόρες διαδικασίες (ΟλΣτΕ 237/2015, ΟλΣτΕ 239/2015).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 419 του ΑΚ προκύπτει ότι, για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής, απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίδεται αντί καταβολής, συνάμα δε, να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίδεται αντί της οφειλομένης.

Ειδικότερα, κατά τις βασικές διατάξεις των άρθρων 287 και 316 του ΑΚ, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή, ακριβώς το οφειλόμενο. Με την καταβολή, η ενοχή του αποσβέννυται (άρθρο 416 ΑΚ). Εάν, όμως, ο οφειλέτης καταβάλει κάτι άλλο, αντί του οφειλομένο (άρθρο 419 του ΑΚ) και ο δανειστής δεχθεί την άλλη αυτή παροχή, η ενοχή αποσβέννυται αμέσως με την ικανοποίηση του δανειστή.

Με την πιο πάνω αποδοχή του δανειστή, συνάπτεται επαχθής καταβολή, άλλης, αντί της οφειλόμενης παροχής, η οποία σύμβαση και εκτελείται, ταυτοχρόνως, με την παράδοση του -αντί καταβολής- διδόμενου. Αντικείμενο της δόσης αντί καταβολής μπορεί να είναι κάθε άλλη παροχή αντί της οφειλομένης, δηλαδή, δύναται να συνίσταται στην οιαδήποτε προσπόριση αγαθού και, επομένως, αντί των οφειλόμενων χρημάτων, μπορεί να δοθεί πράγμα, κινητό ή ακίνητο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Δηλαδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 363/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 19.02.2013 ένδικης αγωγής, από το παρόν Δικαστήριο, ιστορούνται τα ακόλουθα από την ήδη αναιρεσείουσα-ενάγουσα προς θεμελίωση των αγωγικών αιτημάτων της, και συγκεκριμένα ότι τυγχάνει εμπορική επιχείρηση εισαγωγής, αντιπροσωπείας και διανομής ιατρικών ειδών, αναλώσιμου υγειονομικού υλικού και ιατρικών μηχανημάτων, και ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίστηκαν κατά τα έτη 2008 και 2009, κατόπιν παραγγελιών-προτάσεων από τα αρμόδια όργανα του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε, στα πλαίσια της διασύνδεσης των νοσοκομείων του ΕΣΥ, το αυτοτελές και ενιαίο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Έβρου", πώλησε και παρέδωσε στο τελευταίο τα περιγραφόμενα λεπτομερώς στην αγωγή ως προς την ποσότητα, ποιότητα και τιμή μονάδος είδη ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού για την κάλυψη των ιατρικών υπηρεσιών προς τους ασθενείς του, συνολικής αξίας για τα έτη 2008 και 2009, 235.802,80 ευρώ και 748.362,27 ευρώ αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., για τα οποία εκδόθηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια πωλήσεως.

Ότι παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της, ήτοι αυτή παρέδωσε και το εν λόγω νοσοκομείο παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα αναφερόμενα στην αγωγή είδη, το δε αναγραφόμενο κάθε φορά τίμημα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μετά την πάροδο (60) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής των προϊόντων, εν τούτοις το εναγόμενο νοσοκομείο δεν κατέβαλε το αντίστοιχο κάθε φορά τίμημα που αναγραφόταν στα επίδικα τιμολόγια για τα πωληθέντα και παραδοθέντα είδη.

Ότι, η ενάγουσα, εξαιτίας της καθυστερήσεως στην αποπληρωμή του ως άνω τιμήματος, υπήγαγε νομότυπα, μετά από αίτησή της, τις απαιτήσεις της στη ρύθμιση του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, προκειμένου να επιτύχει την άμεση ρύθμιση και εξόφληση της συνολικής οφειλής που ανερχόταν, κατόπιν ενδιάμεσων καταβολών, στο ποσό των 981.611,28 ευρώ κατά κεφάλαιο και στο ποσό των 167.970,37 ευρώ κατά τόκους.

Ότι μετά την πιστοποίηση των προς αυτήν οφειλομένων ποσών από τις αρμόδιες υπηρεσίες του εναγομένου, υπέβαλε την από 17-9-2010 αίτηση εντάξεως στη ρύθμιση βάσει του άρθρου 27 Ν.3867/2010 και υπεύθυνη δήλωση, με την οποία παραιτήθηκε άνευ επιφυλάξεως οιασδήποτε άλλης αξιώσεως πηγάζουσας από την ίδια αιτία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης για την καταβολή κάθε είδους τόκων για τις απαιτήσεις της για τα ανωτέρω έτη 2008-2009.

Ότι μετά και την παρακράτηση φόρου και λοιπών κρατήσεων, η οφειλή διαμορφώθηκε για τα έτη 2008 και 2009 στο ποσό των 219.997,07 ευρώ και 702.807,23 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 922.804,30 ευρώ, προς εξόφληση της οποίας εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ISIN GR 0326042257 και GR 0326043263 αποϋλοποιημένα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία διένειμε η Εθνική Τράπεζα προς αυτήν (ενάγουσα), οπότε στις 31-12-2010 της εδόθησαν οι αναφερόμενοι στην αγωγή κωδικοί, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στα ανωτέρω ομόλογα εκδόσεως Ελληνικού Δημοσίου συνολικού ποσού 922.804,30 ευρώ.

Ότι, ενώ η ενάγουσα ανέμενε την εξόφληση των ανωτέρω ομολόγων στην ονομαστική τους αξία, στις 23-02-2012 δημοσιεύθηκε ο Ν. 4050/2012, με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή η ονομαστική απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με συνέπεια από τις 12-3-2012 να ακυρωθούν αυτοδικαίως τα ανωτέρω ομόλογα, τα οποία αντηλλάγησαν, κατόπιν λήψεως αποφάσεως κατά πλειοψηφία, στην οποία αυτή δεν συνήνεσε, με τα αναφερόμενα στην αγωγή νέα ομόλογα.

Ότι με αυτόν τον τρόπο η συνολική της απαίτηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως εκδότη των αρχικών ομολόγων που έλαβε στα πλαίσια της ρύθμισης της οφειλής του εν λόγω νοσοκομείου, υπέστη δραστική απομείωση, δεδομένου ότι η ονομαστική αξία των ανωτέρω ομολόγων απομειώθηκε κατά ποσοστό 53,5% και συγκεκριμένα απομειώθηκε για τα έτη 2008 και 2009 στο ποσό των 102.298,64 ευρώ και 326.805,36 ευρώ, αντίστοιχα.

Ότι, τόσο η ως άνω υποσχετική σύμβαση συμβιβασμού και ρύθμισης των χρεών που κατήρτισε με το νοσοκομείο όσο και οι εκποιητικές δικαιοπραξίες αφέσεως χρέους ποσού 167.970,37 ευρώ, που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένους τόκους των άνω νομίμων απαιτήσεών της κατά του νοσοκομείου και σύμβασης ανανέωσης, δυνάμει της οποίας μεταβλήθηκε το υποκείμενο του (έναντι της) οφειλέτη από το ως άνω Νοσοκομείο στο Ελληνικό Δημόσιο, τελούσαν υπό την αυτονόητη διαλυτική αίρεση της μη πλήρους εξόφλησης του κεφαλαίου των απαιτήσεών της δια της αποπληρωμής των ομολόγων σε ποσοστό λιγότερο από το 100% της ονομαστικής τους αξίας, άλλως ενείχαν τον περαιτέρω ("διαβαθμισμένο") σκοπό των μερών που ρητώς μνημονεύεται στη σχετική υπουργική απόφαση, εφαρμοστική του άρθρου 27 του Ν.3867/2010, της πλήρους εξόφλησης του κεφαλαίου των απαιτήσεών της δια της αποπληρωμής των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου προς την ενάγουσα στο 100% της ονομαστικής τους αξίας.

Ότι με την προδιαληφθείσα αντικατάσταση των παλαιών ομολόγων με νέα που απομείωσαν δραστικά την ονομαστική αξία των ομολόγων (σε ποσοστό 53,5%) πληρώθηκε η ως άνω αυτονόητη διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσαν η ανωτέρω υποσχετική και οι σε εκτέλεση αυτής εκποιητικές δικαιοπραξίες, άλλως ματαιώθηκε ο ειδικός συμφωνημένος σκοπός της ρύθμισης συνισταμένου στην πλήρη εξόφληση του κεφαλαίου των απαιτήσεών της δια της αποπληρωμής των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου προς την ενάγουσα σε ποσοστό 100% της ονομαστικής τους αξίας, με συνέπεια αφενός να παύσει η ενέργεια των ανωτέρω δικαιοπραξιών (συμβιβασμού, ρύθμισης, ανανέωσης και άφεσης χρέους), αφετέρου να αναβιώσει η πλήρης απαίτηση της ενάγουσας έναντι του νοσοκομείου για την καταβολή των δεδουλευμένων τόκων (ποσού 167.970,37 ευρώ) καθώς και του τιμήματος των πωλήσεων ποσοστού 53,5% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, κατά το οποίο είχε απομειωθεί η απαίτησή της εντασσόμενη στην ως άνω νόμιμη ρύθμιση.

Ότι επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η ισχύς των ως άνω εκποιητικών συμβάσεων άφεσης χρέους και ανανέωσης (που έγιναν σε εκτέλεση της σύμβασης συμβιβασμού και ρύθμισης των απαιτήσεων κατά του νοσοκομείου) δεν τελούσαν υπό την προαναφερθείσα διαλυτική αίρεση ή ότι αυτές δεν ενείχαν τον συμφωνημένο σκοπό της πλήρους εξόφλησης του κεφαλαίου των απαιτήσεών της δια της αποπληρωμής των ομολόγων σε ποσοστό 100% της ονομαστικής τους αξίας, υπό την ίδια διαλυτική αίρεση τελούσε τουλάχιστον η υποσχετική σύμβαση του συμβιβασμού και ρύθμισης των απαιτήσεών της κατά του εναγομένου, άλλως έγινε με τον ως άνω συμφωνημένο σκοπό της πλήρους εξόφλησης του κεφαλαίου των απαιτήσεών της, η οποία (αίρεση) με την δραστική απομείωση της απαίτησής της , αφενός πληρώθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αφετέρου ματαιώθηκε ο ως άνω σκοπός τον οποίο ενείχε, με συνέπεια να πάψει να υφίσταται και η νόμιμη αιτία των περιουσιακών επιδόσεων από την ίδια (ενάγουσα εταιρία) προς το νοσοκομείο και το τελευταίο να καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της δικής της περιουσίας, ο δε πλουτισμός αυτός σώζεται.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό η ενάγουσα, ζητούσε, κατά την κύρια βάση της αγωγής : 1) να αναγνωριστεί ότι αναβίωσε η αποσβεσθείσα κατ' άρθρο 454 ΑΚ απαίτησή της για την καταβολή των δεδουλευμένων τόκων ποσού 167.970,37 ευρώ κατά του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε το εν λόγω εναγόμενο ενιαίο ΝΠΔΔ και να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει για την ανωτέρω αιτία το πιο πάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής σ' αυτό και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, 2) να αναγνωριστεί ότι αναβίωσε κατά ποσοστό 53,5% επί του αρχικού κεφαλαίου και υφίσταται εκάστη των αποσβεσθεισών κατ' άρθρο 436 ΑΚ απαιτήσεων της εταιρίας κατά του ΠΓΝΑ, στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε ήδη το ως άνω εναγόμενο ενιαίο ΝΠΔΔ, για καταβολή των τιμημάτων αγοραπωλησίας φαρμακευτικών προϊόντων, συνολικού ποσού (124.788,22 + 400.373,81=) 525.162,03 ευρώ και να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει για την ανωτέρω αιτία το πιο πάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την 31-12-2010, ως ημερομηνίας της δια της δόσεως των ομολόγων φερόμενης εξόφλησης αυτών (των τιμολογίων), άλλως από την επίδοση της αγωγής σ' αυτό και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, κατά δε την επικουρική της βάση: 1) να καταδικασθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ σε δήλωση βούλησης περί ανασύστασης και αναγνώρισης της οφειλής της προς την ενάγουσα περί καταβολής δεδουλευμένων τόκων ποσού 167.970,37 ευρώ και να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής σ' αυτό και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, 2) να καταδικασθεί το εναγόμενο σε δήλωση βούλησης περί ανασύστασης και αναγνώρισης της οφειλής προς την ενάγουσα κατά ποσοστό 53,5% επί του αρχικού κεφαλαίου των οφειλών του προς αυτήν, ήτοι κατά το συνολικό ποσό των 525.162,03 ευρώ και 3) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει ποσό 525.162,03 ευρώ, νομιμοτόκως από την 31-12-2010, ως ημερομηνίας της δια της δόσεως των ομολόγων φερόμενης εξόφλησης των τιμολογίων, άλλως από την ημερομηνία δημοσίευσης της τελεσίδικης απόφασης περί καταδίκης αυτού σε δήλωση βουλήσεως ανασύστασης της οφειλής, άλλως από την επίδοση της αγωγής σ' αυτό και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία, δικάζοντας ερήμην του εναγομένου, δέχτηκε την αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, και α)αναγνώρισε ότι αναβίωσε η αποσβεσθείσα δια της αφέσεως χρέους απαίτηση της ενάγουσας κατά του εναγομένου Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε από την 01.01.2013 το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Έβρου", για καταβολή των δεδουλευμένων τόκων από τις αναφερόμενες στο ιστορικό της αγωγής πωλητήριες συμβάσεις, συνολικού ποσού 169.970, 37 ευρώ, β) υποχρέωσε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω χρηματικό ποσό των 169.970, 37 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, γ)αναγνώρισε ότι αναβίωσαν κατά ποσοστό 53,5% επί του αρχικού κεφαλαίου και υφίστανται εκάστη εκ των αποσβεσθεισών δια της σύμβασης ανανέωσης απαιτήσεων της ενάγουσας κατά του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε από την 01.01.2013 το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Έβρου", για την καταβολή των τιμημάτων αγοραπωλησίας από τις αναφερόμενες στο ιστορικό της αγωγής πωλητήριες συμβάσεις, συνολικού ποσού 525.162,03 ευρώ και δ)υποχρέωσε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω χρηματικό ποσό των 525.162,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ και ήδη αναιρεσίβλητο, παραπονούμενο για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή της εφεσίβλητης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 11/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, και, κρατώντας την υπόθεση και επαναδικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν, τόσο κατά την κύρια βάση της, όσο και κατά την επικουρική της βάση, ως μη νόμιμη, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, επί λέξει, τα εξής: "...Με το ως άνω περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή ελέγχεται ως νόμω αβάσιμη, καθόσον και στην περίπτωση που καταρτίσθηκαν με το εναγόμενο και το Ελληνικό Δημόσιο οι αναφερόμενες στην αγωγή υποσχετική και εκποιητικές συμβάσεις, υπό τον νομικό χαρακτηρισμό που τις προσδίδει η ενάγουσα, αυτές δεν τελούσαν υπό τη διαλυτική αίρεση της αποπληρωμής των ομολόγων στο 100 % της ονομαστικής τους αξίας, ούτε καταρτίστηκαν με περαιτέρω συμφωνημένο σκοπό την πλήρη εξόφληση του κεφαλαίου των απαιτήσεων δια της αποπληρωμής των ομολόγων στο 100 % της ονομαστικής τους αξίας.

Ειδικότερα από την αδιάστικτη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 και των κατ' εξουσιοδότηση του νόμου εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων, προκύπτει ότι ο σκοπός εκδόσεως των ομολογιακών δανείων από το Ελληνικό Δημόσιο, είναι η εξόφληση (με δόση αντί καταβολής) από το ίδιο (Ελληνικό Δημόσιο), των οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους και η απαλλαγή των τελευταίων (νοσοκομείων) από τις οφειλές τους.

Η ενάγουσα με την υποβολή προς την Οικονομική Υπηρεσία του εναγομένου της αίτησης ένταξής της στις διατάξεις του ως άνω άρθρου 27 του ν. 3867/2010 αποδέχθηκε, τη δυνητική, άλλωστε, υπαγωγή των απαιτήσεών της στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου, προκειμένου οι απαιτήσεις της για τα έτη 2008 και 2009 από τις πωλήσεις ειδών ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, να εξοφληθούν άμεσα με την έκδοση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς η εκούσια υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του νόμου, να συνοδεύεται από προσθήκη διαλυτικής αίρεσης ή διαβαθμισμένο σκοπό πλήρους εξόφλησης της απαίτησής της, καθόσον κάτι τέτοιο ουδέποτε δηλώθηκε ρητά από την ίδια, αλλά ούτε και η υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ήταν επιτρεπτή υπό όρους και προϋποθέσεις.

Προς τούτο άλλωστε και η ενάγουσα στην αγωγή της δεν αναφέρει ότι στην από 17-9-2010 αίτηση ένταξής της στη ρύθμιση των οφειλών κατά το άρθρο 27 ν.3867/2010 και στην υπεύθυνη δήλωση παραίτησής της από τους τόκους και από οιαδήποτε άλλη αξίωσή της, πέραν της αποπληρωμής της κατά κεφάλαιο απαίτησής της, πηγάζουσας από την ίδια αιτία, συμπεριλήφθηκε η επικαλουμένη απ' αυτήν διαλυτική αίρεση, άλλως ο διαβαθμισμένος σκοπός της αποπληρωμής των ομολόγων στο 100 % της ονομαστικής τους αξίας.

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι στοιχείο της αιρέσεως είναι να έχει τεθεί από τους δικαιοπρακτούντες ή να συνάγεται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας και όχι αυτή(αίρεση) να είναι αυτονόητη και μάλιστα από το ένα μόνον συμβληθέν μέρος, ενώ οι καταρτιζόμενες συμβάσεις, συνεπεία της υπαγωγής στη ρύθμιση ενός νόμου, δεν επιδέχονται αιρέσεως, καθόσον στην αντίθετη περίπτωση ματαιώνεται ο σκοπός του νόμου.

Ως δε προς τον διαβαθμισμένο σκοπό, που επικαλείται στην αγωγή της η ενάγουσα, αυτός ανάγεται στα παραγωγικά αίτια που επηρέασαν τη βούληση της ενάγουσας για την εκούσια και όχι υποχρεωτική υπαγωγή της στη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010. Να σημειωθεί δε ότι η επένδυση σε ομόλογα και λοιπούς τίτλους εκδόσεως ή εγγυήσεως κρατών, ως έννομη σχέση παροχής οικονομικής πίστης, δεν είναι απαλλαγμένη του κινδύνου της σύννομης περιουσιακής απώλειας, ακόμη και αν το δίκαιο που διέπει τους τίτλους δεν προβλέπει ότι πριν από τη λήξη τους είναι ενδεχόμενη η επαναδιαπραγμάτευση όρων τους, τούτο δε διότι από την έκδοση του τίτλου μέχρι τη λήξη του, μεσολαβεί συνήθως ικανό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ενδέχεται να συμβούν γεγονότα απρόβλεπτα, που περιορίζουν ουσιωδώς, ακόμη και μέχρι εκμηδενισμού, τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους - εκδότη ή εγγυητή των τίτλων.

Εν προκειμένω, η ενάγουσα κάτοχος ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, καίτοι καλοπίστως, πλην όμως αδικαιολογήτως απέβλεψε στην εξόφληση του κεφαλαίου στην ονομαστική αξία των ομολόγων αυτών κατά την λήξη τους, ως εκπλήρωση θεμελιώδους υποχρεώσεως αυτού διότι, ως προελέχθη, αφενός δεν αποτελεί ιδιαίτερη ή αυτονόητη συμφωνία (η οποία οπωσδήποτε αφορά τη σχέση με το Ελληνικό Δημόσιο), αφετέρου η κατά διακριτική ευχέρεια επιλογή ρύθμισης αποπληρωμής της αρχικής οφειλής με ομόλογα εμπεριέχει και αναδοχή εκ μέρους των δικαιούχων/κομιστών του "κινδύνου" διακυμάνσεως της αγοραίας αξίας αυτών μέχρι τη λήξη τους, τέλος δε, η διαδικασία λήψεως της αποφάσεως κατά το ν.4050/2012, με τον οποίο ετέθη σε εφαρμογή η διαδικασία τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων, συμπεριλαμβανομένων, για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και των εκδοθέντων κατά το άρθρο 27 ν.3867/2010 ομολόγων...

διενεργήθηκε κατόπιν επαναδιαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή, έστω και αν δεν συναίνεσε η ενάγουσα, να είναι δεσμευτική για το σύνολο των ομολογιούχων και των επενδυτών και υπερισχύει έναντι κάθε γενικής ή ειδικής αντίθετης διάταξης νόμου. Τέλος, λόγω του ότι οι επικαλούμενες από την ενάγουσα συμβάσεις δεν τελούσαν, κατά τα περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή, υπό διαλυτική αίρεση, που μάλιστα πληρώθηκε και δεν ενείχαν τον διαβαθμισμένο σκοπό, που μάλιστα δεν εκπληρώθηκε, αυτές παραμένουν ισχυρές και συνεπώς εξακολουθεί να υφίσταται έγκυρη συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και του Ελληνικού Δημοσίου, που δικαιολογεί τη διατήρηση του πλουτισμού του εναγομένου που αποκόμισε από την πώληση σε αυτό των ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενων προϊόντων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία επικαλείται επικουρικά στην αγωγή της η ενάγουσα, προς θεμελίωση των αγωγικών της αιτημάτων...".

Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, ήτοι τόσο κατά την κύρια αυτής βάση, όσο και κατά την επικουρική της βάση, ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και δη των άρθρων 27 παρ.1 έως 5 του Ν.3876/2010 και των άρθρων 5, 6 και 7 της ΥΑ υπ' αριθμ. 2/88952/0023Α, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή τους, καθόσον, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, η ανατροπή των αποτελεσμάτων των προαναφερόμενων επίδικων συμβάσεων δεν εξαρτήθηκε από την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του κεφαλαίου των ένδικων απαιτήσεων της αναιρεσείουσας με την αποπληρωμή των παραπάνω ομολόγων στο 100% της ονομαστικής τους αξίας.

Αντίθετα, η δήλωσή της τελευταίας με την ανεπιφύλακτη παραίτησή της από οποιαδήποτε άλλη απαίτηση που απορρέει από την ίδια αιτία, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η απαίτησή της για την καταβολή κάθε είδους τόκου, ως προς τα έτη 2008 και 2009 και μέχρι την εξόφληση, όπως άλλωστε και η ίδια αποδέχεται, συνιστά επανάληψη της σχετικής διατύπωσης του άρθρου 27 παρ.2 του Ν. 3867/2010, και δεν συνιστά διαλυτική αίρεση.

Εξάλλου, σκοπός των συμβαλλόμενων μερών στις επίδικες συμβάσεις αναδοχής χρέους και δόσης αντί καταβολής, δεν ήταν η πλήρης εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας από την προμήθεια ιατρικού υλικού στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., αλλά η υπαγωγή της στις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, με τους όρους που αυτό έθετε, η οποία και συντελέστηκε σχετικά.

Περαιτέρω, η ένταξη του δημόσιου χρέους στο PSI, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4050/2012, έγινε διότι η Χώρα αντιμετώπιζε σοβαρή οικονομική κρίση και ραγδαία επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, που εκτόξευσε το κόστος δανεισμού σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η κατάσταση αυτή απαιτούσε την ομοιόμορφη και αποτελεσματική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους σε βιώσιμα επίπεδα με τη συμμετοχή των ιδιωτών.

Συνεπώς, η ένταξη αυτή με τους συγκεκριμένους όρους, έγινε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί κατά την υπογραφή της συμφωνίας, με την οποία οι απαιτήσεις της ενάγουσας υπήχθησαν στον Ν. 3768/2010. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την κύρια αγωγική βάση ως μη νόμιμη, μη θεμελιούμενη υπό τα εκτιθέμενα, στις προεκτεθείσες διατάξεις, ορθά εφάρμοσε το νόμο, καθόσον η απαίτηση της ενάγουσας δεν προέρχεται από τις συμβάσεις πώλησης ιατροτεχνολογικού υλικού προς τα αναφερόμενα νοσοκομεία, αλλά από τη στερητική αναδοχή του χρέους των νοσοκομείων αυτών από το εναγόμενο Δημόσιο, η οποία αφορούσε τις οφειλές των νοσοκομείων, όπως διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις του Ν. 3867/2010, στις οποίες υπήχθη η αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, ορθά το Εφετείο απέρριψε επίσης ως μη νόμιμη και την επικουρική αγωγική βάση που στηρίζεται στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατά την οποία, φέρεται ότι το αναιρεσίβλητο κατέστη πλουσιότερο με την αντικατάσταση των ομολόγων της αναιρεσείουσας με άυλους τίτλους μειωμένης αξίας και μακρότερης διάρκειας, διότι ο τυχόν πλουτισμός του αναιρεσίβλητου σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας οφείλεται σε νόμιμη αιτία, δηλαδή στην υποχρεωτική υπαγωγή των αξιώσεων αυτής στο PSI, κατά τα προεκτεθέντα.

Συνεπώς ο μοναδικός προβαλλόμενος σχετικός αναιρετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου με την εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή τους, είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα, τέλος, δεν επιδικάζονται, γιατί δεν προκλήθηκαν τέτοια στο αναιρεσίβλητο, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.02.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ