Greek Supreme Court partially allows appeal, dismissing one claim while remanding others for substantive trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially dismissed the appeal against a first-instance judgment regarding administrative liability. While the court declared the appeal inadmissible for one deceased party and rejected it for others, it annulled the judgment for the remaining sixty-eight represented appellants. Consequently, the case was remanded for a new substantive hearing to determine the merits of the liability claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a contested judgment, declaring the appeal inadmissible for certain parties while remanding the case for a new substantive trial regarding the merits of the liability claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1280 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1280/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Α. του Θ., 2.Α. Α. του Ι., 3.Φ. Α. του Σ., 4.Δ. Α. του Ι., 5.Β. Β. του Θ., 6.Χ. Β. του Α., 7.Μ. Β. του Π., 8.Ξ. Β. - Τ. του Ν., 9.Α. Β. του Θ., 10.Δ. Γ. του Χ., 11.Β. Γ. του Ι., 12.Ε. Δ. του Α., 13.Σ. Δ. του Α., 14.Μ. Δ. του Δ., 15.Κ. Δ. του Π., 16.Δ. Έ. του Χ., 17.Δ. Ε. του Δ., 18.Σ. Ζ. του Κ., 19.Ρ. Ι. του Α., 20.Α. Ι. - Μ. του Σ., 21.Λ. Ι. του Χ., 22.Ε. Ι. του Σ., 23.Μ.
Κ. του Ε., 24.Σ. Κ. του Ε., 25.Α. Κ. του Χ., 26. Ζ. Κ. του Β., 27.Γ. Κ. του Β., 28.Ι. Κ. του Δ., 29.Σ. Κ. του Γ., 30.Σ. Κ. - Α. του Ν., 31.Π. Κ. του Σ., 32.Α. Κ. του Δ., 33.Φ. Κ. του Γ., 34.Α. Λ. του Σ., 35.Σ. Λ. του Θ., 36.Α. Μ. του Β., 37.Π. Μ. του Δ., 38.Ι. Μ. του Γ., 39.Α. Μ. του Γ., 40.Α. Μ. του Ι., 41.Ε. Μ. - Χ. του Ν., 42.Σ. Μ. του Γ., 43.Σ. Μ. του Μ., 44.Α. Μ. του Α., 45.Σ. Μ. του Γ., 46.Ι. Μ. του Κ., 47.Α.
Μ. του Ι., 48.Α. Ν. του Δ., 49.Χ. Ν. του Κ., 50.Γ. Ν. του Γ., 51.Δ. Π. του Μ., 52.Μ. Π. του Κ., 53.Κ. Π. του Λ., 54.Β. Π. του Δ., 55.Κ. Π. του Α., 56.Ε. Π. του Μ., 57.Χ. Π. του Ι., 58.Δ. Π. του Χ., 59.Ε. Π. - Ν. του Κ., 60.Α. Π. του Ε., 61.Π. Π. του Θ., 62.Ε. Ρ. του Δ., 63.Θ. Σ. - Κ. του Π., 64.Ζ. Σ. του Θ., 65.Β. Σ. του Ε., 66.Μ. Σ. του Θ., 67.Ε. Σ. - Μ. του Π., 68.Μ. Σ. του Α., 69.Μ. Σ. του Π., 70.Α. Τ. - Τ.
του Χ., 71.Β. Τ. του Δ., 72.Ε. Τ. του Ν., 73.Α. Τ. του Γ., 74.Μ. Τ. του Β., 75.Ι. Τ. του Χ., 76.Σ. Τ. του Ι., 77.Α. Υ. του Α., 78.Α. Χ. - Μ. του Κ., 79.Σ. Χ. του Ν., 80.Μ. Χ. του Κ., 81.Ε. Χ. του Χ., 82.Θ. Χ. του Ι. και 83.Ζ. Χ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 22-11-2022 οι 9η, 16η, 17ος, 22η, 27η, 28ος, 29η, 40η, 41η, 45η, 47ος, 64η, 67η, 71η και 83η δεν είχαν παρασταθεί, ούτε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί είχαν εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Γκάτα, η οποία είχε δήλωσε ότι:
α)η 9η (Α. Β. του Θ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Κ. Σ. του Β. και Β. Σ. του Κ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, β)η 29η (Σ. Κ. του Γ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Ν. Κ. του Κ. και Γ. Κ. του Κ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, και γ)διορθώνει το επώνυμο της 35ης αναιρεσείουσας στο ορθό Λ., το επώνυμο της 54ης αναιρεσείουσας στο ορθό Β.
συζ. Γ. Ξ., το γένος Δ. Π. και το όνομα και το επώνυμο της 58ης αναιρεσείουσας στο ορθό Δ. Γ. Η ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος είχε καταθέσει προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Κατά τη δικάσιμο της 22ας-11-2022 είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσιά του Παναγιώτα Παρακευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1617/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4152/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 133/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 6913/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17-12-2021 αίτησή τους η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 22ας - 11 -2022 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 234/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου".
Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ 427/2024, 582/2016, 642/2016). Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση.
Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1492/2024, 818/2024, 17/2023, 32/2023).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' και 287 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή αυτή δεν προκαλείται αυτοδικαίως, αλλά επέρχεται από τη νόμιμη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι την επέλευση του θανάτου, ήταν πληρεξούσιος του θανόντος (ΑΠ 427/2024, 2/2023). Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του) (ΑΠ 427/2024, 1691/2022, 1281/2021, 1181/2021). Τέλος, κατά το άρθρ. 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 1775/2024, 769/2024). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, ήτοι κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής στη γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 769/2024, 681/2022, 536/2020).
Στην περίπτωση αυτή, στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 ΚΠολΔ προϋποθέτουν θάνατο του διαδίκου επελθόντα μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, ήτοι εν προκειμένω μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και κατά συνέπεια αυτοί απαράδεκτα συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (ΑΠ 769/2024, 681/2022, 542/2021,536/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11.2.2025), η από 17.11.2021 με αριθ. κατ. 10052/1244/2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 6913/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν της από 5.11.2024 με αριθμό 234/2024 Πράξης του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης της υπόθεσης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, γιατί, μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 22.11.2022 ενώπιον του ως άνω Β2 Πολιτικού Τμήματος, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης για τον αναφερόμενο στην ως άνω πράξη λόγο (αδυναμία έκδοσης απόφασης της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αεροπαγίτη Όλγας Σχετάκη-Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση ως Εισηγήτρια, όπως διαπιστώθηκε από την υπ'αριθμ. 179/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου).
Κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης (22.11.2022) από το σύνολο των ογδόντα τριών (83) αναιρεσειόντων οι ένατη (9η), δέκατη έκτη (16η), δέκατος έβδομος(17ος), εικοστή δεύτερη (22η), εικοστή έβδομη (27η), εικοστός όγδοος (28ος), εικοστή ένατη (29η), τεσσαρακοστή (40η), τεσσαρακοστή πρώτη (41η), τεσσαρακοστή πέμπτη (45η), τεσσαρακοστός έβδομος (47ος), εξηκοστή τέταρτη (64η), εξηκοστή έβδομη (67η), εβδομηκοστή πρώτη (71η) και ογδοηκοστή τρίτη (83η) [συνολικά δέκα πέντε(15)] αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι υπόλοιποι εξήντα οκτώ (68) αναιρεσείοντες [83-15] εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο τους Μαρίνα Γκάτα, στην οποία είχαν χορηγήσει σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα και κατέθεσαν προτάσεις και το αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτα Παρασκευοπούλου.
Κατά την ως άνω δικάσιμο η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε α) ότι απεβίωσε η ένατη (9η) αναιρεσείουσα Α. Β. του Θ. και ότι συνεχίζουν τη δίκη οι Κ. Σ. του Β. και Β. Σ. του Κ., ως καθολικοί διάδοχοί της και β) ότι απεβίωσε η εικοστή ένατη (29η ) αναιρεσείουσα Κ. Σ. του Γ. και ότι συνεχίζουν τη δίκη οι Ν.
Κ. του Κ. και Γ. Κ. του Κ. ως καθολικοί διάδοχοί της. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και από τα προσκομιζόμενα από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες έγραφα προκύπτουν τα εξής: α) Η ένατη (9η) των αναιρεσειόντων Α. Β. του Θ., απεβίωσε στις 10.9.2020 (βλ. την υπ' αριθμ. .../2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που έχει συντάξει ο Ληξίαρχος Θεσσαλονίκης), ήτοι πριν από τη συζήτηση (μετά από αναίρεση) στις 17.11.2020 της από 26.6.2013 έφεσης των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (Δικαστήριο της παραπομπής) και επομένως πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 6913/2020 απόφασης του ως άνω Εφετείου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11.12.2020 και τέλος πριν την άσκηση της ένδικης από 17.11.2021 με αριθμ.
καταθ. 10052/1244/2021 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 21.12.2021.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η υπ' αριθμ. 6913/11.12.2020 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στην ως άνω διάδικο, είναι ανύπαρκτη, καθότι εκδόθηκε στο όνομα ανύπαρκτου προσώπου, εφόσον η 9η αναιρεσείουσα είχε αποβιώσει πριν τη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αναφέρεται, ότι ασκείται από την ίδια ως άνω προαποβιώσασα αναιρεσείουσα είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου δεν επιβάλλονται σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας γιατί αυτή είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Η εκ μέρους της Μαρίνας Γκάτα ως πληρεξούσιας δικηγόρου των: 1) Κ. Σ. του Β. και 2) Β. Σ. του Κ. δήλωση, ως κληρονόμων της ως άνω θανούσας, κατά την αρχική συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (22.11.2022), ότι οι ίδιοι ως κληρονόμοι της αποβιώσασας συνεχίζουν τη διακοπείσα δίκη και η εκ μέρους τους παροχή προς αυτήν και σε άλλους οριζόμενους δικηγόρους ρητής έγγραφης πληρεξουσιότητας, όπως ενεργώντας είτε ατομικά είτε από κοινού να προσδιορίσουν την ένδικη αίτηση αναίρεσης και να τους εκπροσωπήσουν κατά τη συζήτησή της στην αρχική ή οποιαδήποτε μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ασκούν έννομη επιρροή, ούτε καθιστούν έγκυρη την ανοιγείσα με την αίτηση αναίρεσης δίκη.
Και τούτο διότι, εφόσον ο θάνατος της ένατης (9ης) αναιρεσείουσας επήλθε πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και συνακόλουθα πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, δεν ιδρύθηκε, ως προς αυτήν, έννομη σχέση δίκης με την άσκηση του ως άνω ένδικου μέσου και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται στάδιο συνέχισης της αναιρετικής δίκης εκ μέρους των κληρονόμων της (οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, κατά την αρχική συζήτηση στο ακροατήριο παρέστησαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Μαρίνας Γκάτα και δήλωσαν, ότι συνεχίζουν τη δίκη), καθότι, στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 290 ΚΠολΔ, εφόσον ο θάνατος της ως άνω αναιρεσείουσας επήλθε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
β) Η εικοστή ένατη (29η) των αναιρεσειόντων Σ. Κ. του Γ., απεβίωσε στις ....2022 (βλ. την υπ' αριθμ. .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που έχει συντάξει ο Ληξίαρχος Θεσσαλονίκης), ήτοι μετά από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 21.12.2021 και καθολικοί διάδοχοι αυτής είναι οι δηλώσαντες κατά την αρχική δικάσιμο (22.11.2022) τη συνέχιση αυτής 1) Ν.
Κ. του Κ. και 2) Γ. Κ. του Κ., τέκνα της θανούσας, που προσκομίζουν όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου ότι, το παριστάμενο αναιρεσίβλητο δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων της εν λόγω αποβιώσασας.
Κατόπιν τούτων, η δήλωση της βιαίας διακοπής της δίκης ως προς την ως άνω 29η αναιρεσείουσα και η συνέχιση αυτής από τους κληρονόμους της είναι παραδεκτή κα νόμιμη, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Τέλος, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (11.2.2025) επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία αποτελεί, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, δεν εμφανίσθηκαν όλοι οι αναιρεσείοντες και οι καθολικοί διάδοχοι της 29ης αναιρεσείουσας, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ το αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεωργία Καπόρη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 110 παρ. 2, 74, 75, 96 παρ. 1 και 3 (όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 Ν. 4509/2017), 104, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτήν κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε με τον τύπο που ο νόμος ορίζει, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναίρεσης.
Αν τη συζήτηση έχει επισπεύσει έγκυρα ο διάδικος που απολείπεται, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλο διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 427/2024, 814/2023, 2/2022, 1130/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 427/2024 567/2022, 2/2022) Επιπλέον, στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται, με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Εξάλλου, το Δικαστήριο ελέγχει, αυτεπάγγελτα, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 427/2024, 1773/2023, 165/2020). Δηλαδή, εάν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του (κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 96 ΚΠολΔ), ο διάδικος θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 427/2024, 787/2023, 666/2022, 1548/2022).
Ειδικότερα δε ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, εφόσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει τη συζήτηση και, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευσή του, η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν απαράδεκτη (ΑΠ 427/2024, 456/2024, 814/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 17.12.2021 με αριθ. καταθ. 10052/1244/21.12.2021 αίτηση αναίρεσης των ογδόντα τριών (83) σε αριθμό αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 6913/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 26.6.2013 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 1617/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τα κεφάλαια που είχαν αναιρεθεί και είχαν παραπεμφθεί στο ως άνω Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την υπ'αριθ. 133/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ως άνω αίτηση αναίρεσης εισήχθη για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22.11.2022 με επίσπευση όλων των αναιρεσειόντων. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ν. Κ., την οποία επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες, κατόπιν της από 4.3.2022 έγγραφης εντολής του υπογράφοντος την ένδικη αίτηση αναίρεσης δικηγόρου Παναγιώτη Καμπίτη (που είχε εκπροσωπήσει όλους τους αναιρεσείοντες, ως εκκαλούντες, στο Εφετείο, στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση), ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (22.11.2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, όπως προεκτέθηκε, οι δέκατη έκτη (16η), δέκατος έβδομος (17ος), εικοστή δεύτερη (22η), εικοστή έβδομη (27η), εικοστός όγδοος (28ος), τεσσαρακοστή (40η), τεσσαρακοστή πρώτη (41η), τεσσαρακοστή πέμπτη (45η), τεσσαρακοστός έβδομος (47ος), εξηκοστή τέταρτη (64η), εξηκοστή έβδομη (67η), εβδομηκοστή πρώτη (71η) και ογδοηκοστή τρίτη (83η) αναιρεσείοντες (συνολικά 13) δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι υπόλοιποι εξήντα οκτώ (68) αναιρεσείοντες (στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνεται η 9η αναιρεσείουσα) καθώς και οι καθολικοί διάδοχοι της 29ης αναιρεσείουσας εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο τους Μαρίνα Γκάτα, στην οποία είχαν χορηγήσει σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα και κατέθεσαν προτάσεις.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο επισπεύδων, για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, δικηγόρος Παναγιώτης Καμπίτης τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είχε πληρεξουσιότητα και από τους ως άνω απολειπόμενους δεκατρείς (13) αναιρεσείοντες, για την επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και, κατά συνέπεια, άκυρα φέρεται να επισπεύδεται και από αυτούς η συζήτηση.
Ούτε, επίσης, προκύπτει η, εκ μέρους κάποιου από τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες ή από το αναιρεσίβλητο, κλήτευση των ως άνω απόντων αναιρεσειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα, κατά τα άνω, αρχική δικάσιμο (22.11.2022). Επομένως, εφόσον οι ως άνω απόντες δεκατρείς (13) αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νόμιμα, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτή (και οι οποίοι σημειωτέον ήταν απόντες και κατά την επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση στη δικάσιμο στις 11.2.2025), πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε (ΑΠ 456/2024, 447/2024).
Οι λοιποί εξήντα (οκτώ) αναιρεσείοντες και οι καθολικοί διάδοχοι της 29ης αναιρεσείουσας, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, είχαν παρασταθεί προσηκόντως κατά την αρχική δικάσιμο, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία ήταν απόντες.
Ειδικότερα, από το με ημερομηνία ....2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 234/2024 Πράξης του Προέδρου του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (11.2.2025) και της από 18.11.2024 κλήσης της Γραμματέα του ως άνω Τμήματος προς συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Μαρία Γκάτα, ως πληρεξούσια και αντίκλητο όλων των αναιρεσειόντων, κατ'άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, είχε εκπροσωπήσει μόνον τους πιο πάνω παρασταθέντες προσηκόντως κατά την αρχική δικάσιμο (22.11.2022) αναιρεσείοντες και τους καθολικούς διαδόχους της 29ης αναιρεσείουσας, έχοντας σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα και είχε καταθέσει προτάσεις.
Εφόσον, δε, η επαναλαμβανόμενη με την ως άνω πράξη συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, οι προαναφερθέντες εξήντα οκτώ (68) αναιρεσείοντες (πλην, δηλαδή, των 9ης 16ης, 17ου, 22ης, 27ης, 28ου, 40ης, 41ης, 45ης, 47ου, 64ης, 67ης, 71ης και 83ης αναιρεσειόντων) καθώς και οι καθολικοί διάδοχοι της 29ης αναιρεσείουσας, οι οποίοι είχαν παρασταθεί προσηκόντως στην αρχική συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο στις 22.11.2022 και δεν παρίστανται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής στις 11.2.2015, θεωρούνται παρόντες και δικάζονται αντιμωλία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε .
Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 21.12.2021, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή δημοσιεύθηκε στις 11.12.2020 χωρίς να προκύπτει επίδοσή της στους αναιρεσείοντες (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως ως προς τους ως άνω παρισταμένους αναιρεσείοντες η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σημειώνεται ότι με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατά την αρχική συζήτηση της αναίρεσης στις 22.11.2022, παραδεκτά διορθώθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας των πιο κάτω αναιρεσειόντων και ειδικότερα: 1) το επώνυμο της τριακοστής πέμπτης (35ης) αναιρεσείουσας από το εσφαλμένο Λ.
στο ορθό Λ. (βλ. φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμ. ... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, που εκδόθηκε στις 29.6.2012 από το Τ.Α. Σταυρούπολης), 2)το επώνυμο της πεντηκοστής τέταρτης (54ης) αναιρεσείουσας από το εσφαλμένο Π. στο ορθό Β. σύζ, Γ. Ξ. το γένος Δ. Π. (βλ. φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμ. ... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, που εκδόθηκε στις 26.3.2010 από το Α.Τ.
Αγίου Γεωργίου) και 3) το κύριο όνομα της πεντηκοστής όγδοης(58ης) αναιρεσείουσας από το εσφαλμένο Δ. στο ορθό Δ., καθώς και το επώνυμό της από το εσφαλμένο Π. στο, μετά τη λύση του γάμου της με το Σ. Π., ορθό Γ. (βλ. το υπ αριθμ. πρωτ. .../2016 πιστοποιητικό γέννησης και τη σχετική έγγραφή στην υπ' αριθμ. ... οικογενειακή μερίδα του Δήμου Χαλκηδόνας).
Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες (αρχικά 102) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10.6.2009 με αριθμ. κατάθ. 110422/3079/2009 αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι, κατά τον χρόνο που για τον καθένα απ' αυτούς αναφέρεται, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ότι έκτοτε απασχολήθηκαν σ' αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαρίστριες/καθαριστές σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τις οποίες το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση του νόμου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Ότι, ύστερα από την εκ μέρους τους υποβολή σχετικών αιτήσεων, με αποφάσεις του ΑΣΕΠ κρίθηκε, ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του ΠΔ/τος 164/2004 και το Δεκέμβριο 2006 και τον Ιανουάριο 2007, κατά περίπτωση, κατόπιν σχετικών αποφάσεων των αρμόδιων οργάνων του εναγόμενου τοποθετήθηκαν σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εντάχθηκαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3205/2003, χωρίς όμως να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία τους με τις, κατά τα άνω, χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου και η οικογενειακή τους κατάσταση.
Ζήτησαν δε, με βάση τις αρχές της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων με συμβάσεις ορισμένου και αορίστου χρόνου (ρήτρα 4 σημείο 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), άλλως με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και κατόπιν μερικής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό (διατηρηθέντος του καταψηφιστικού αιτήματος μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα), να επιδικαστούν σε κάθε έναν απ' αυτούς τα ποσά, που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001 μέχρι 2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές, που ελάμβαναν οι αντίστοιχης ειδικότητας εργαζόμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συνυπολογιζόμενου για το διάστημα μετά την κατάταξή τους και του προαναφερόμενου χρόνου προϋπηρεσίας, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων επεκτάθηκαν με σχετικές ΚΥΑ, και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και άλλων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ' αριθ. 1617/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο τούτο, αφού θεώρησε καταργημένη τη δίκη ως προς δέκα εννέα (19) από τους ενάγοντες, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε ως προς τους λοιπούς ογδόντα τρεις (102-19=83) ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική).
Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε η από 26.6.2013 με αριθμ. κατάθ. 4552/2013 έφεση των εκκαλούντων-εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων (συνολικά 83 ) και επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ' αριθ. 4152/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε:
α) εν μέρει ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από το εφεσίβλητο-εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ένσταση διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 ως προς τις απαιτήσεις όλων των εναγόντων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων για το χρονικό διάστημα μέχρι και το Δεκέμβριο του έτους 2003 και περαιτέρω ως προς τις απαιτήσεις ορισμένων εξ αυτών που αφορούσαν, κατά περίπτωση, τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2006 μέχρι και 31.3.2007 και από 1.1.2004 μέχρι και 31.12.2005 και β) ότι οι εκκαλούντες-ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται προσαυξήσεις με βάση το χρόνο απασχόλησής τους πριν την κατά τα άνω κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις, καθόσον δεν αποδείχθηκε, ότι υπέβαλαν στο εφεσίβλητο- εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο τα απαιτούμενα προς τούτο δικαιολογητικά, δέχθηκε περαιτέρω κατ' ουσίαν την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2008,[ με εξαίρεση τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα από 1.1.2006 μέχρι 31.3.2007 και από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2005], κατά μερική παραδοχή της προβληθείσας από τους εκκαλούντες-ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, αλλά και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, αντένστασης διακοπής της παραγραφής με τις επικαλούμενες τέσσερις αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή τους, και επιδίκασε (αναγνωριστικά και καταψηφιστικά) στους εκκαλούντες - ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες τις αναφερόμενες σε αυτήν διαφορές αποδοχών.
Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν: ι) η από 28.12.2017 με αριθμ. κατάθ. 9998/982/2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων και ιι) η από 14.8.2017 με αριθμ. κατάθ. 6077/565/2017 αίτηση αναίρεσης του εναγόμενου, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθ. 133/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία 1) απορρίφθηκε η από 28.12.2017 με αριθμ.
κατάθ. 9998/982/2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων, με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της οποίας αυτοί ισχυρίζονταν ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 2 επ. του ν. 3205/2003, δεν αναγνωρίστηκε ο μέχρι την κατάταξή τους διανυθείς χρόνος, ως χρόνος προϋπηρεσίας και 2) κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατόπιν παραδοχής του πρώτου (και κατά τα δύο σκέλη του) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, που αφορά την επιδίκαση διαφορών αποδοχών για το πριν τη κατάταξη σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα (πρώτο σκέλος) και το πριν και μετά την κατάταξη χρονικό διάστημα (δεύτερο σκέλος) και του δεύτερου (ορθά τρίτου) λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά τη διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων για επιδόματα εορτών και επιδόματα αδείας για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα, καθώς και τις αγωγικές αξιώσεις για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας για το μετά την κατάταξή τους χρονικό διάστημα, συνισταμένους σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.
α' του Ν. 3320/2005(πρώτος λόγος), καθώς και της διάταξης του άρθρου 93 περ. α' του ν. 2362/1995( ορθά τρίτος λόγος), δέχθηκε περαιτέρω την από 14.8.2017 αίτηση αναίρεσης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και αναίρεσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4152/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: ι) ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων-αναιρεσίβλητων ήδη αναιρεσειόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, κρίνοντας αυτές ως μη νόμιμες, με εξαίρεση τις αιτούμενες για το ίδιο χρονικό διάστημα αποδοχές για επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και για επιδόματα αδείας, ιι) ως προς το κεφάλαιο που αφορά τα επιδικασθέντα σε αυτούς με την πιο πάνω απόφαση ποσά από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2008, δηλαδή για το πριν και μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και ιιι) ως προς το κεφάλαιο διακοπής της παραγραφής των πιο πάνω αξιώσεων, παρέπεμψε δε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση.
Ειδικότερα, με την ως άνω αναιρετική απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά τα εξής: "[...]Το Δικαστήριο της ουσίας,[...] υπήγαγε εσφαλμένα στις διατάξεις που αναλύονται σε αυτή και έπρεπε να εφαρμοσθούν, τις ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες ανέλεγκτα κατέληξε[...]. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι οι ενάγοντες, που απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις έργου στον καθαρισμό σχολείων, κάλυψαν αληθώς πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι για το λόγο αυτό οι συμβάσεις τους έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν μπορούσε να οδηγήσει στην κρίση ότι θα έπρεπε να λάβουν την αμοιβή που προβλέπεται για τους αντίστοιχους εργαζόμενους στο προσωπικό του εναγομένου.
Ούτε η παραδοχή ότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, είναι αρκετή για να τους εξομοιώσει με το πιο πάνω προσωπικό. Τούτο, διότι πρόκειται για εργαζόμενους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Οι περιστάσεις αυτές εντάσσουν τους ενάγοντες σε αυτοτελή κατηγορία εργαζομένων και δικαιολογούν, για το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, τη διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή τους σε σύγκριση με το λοιπό προσωπικό του εναγομένου, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004).
Εξάλλου, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, οι κατατασσόμενοι μόνο μετά την κατάταξή τους σε θέσεις, ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 παρ.6 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, δικαιούνται τις νόμιμες αποδοχές της θέσης τους, ο δε χρόνος των συμβάσεών τους μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο, που επιδίκασε εν μέρει τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, παραβίασε τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις με εσφαλμένη υπαγωγή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το 1° σκέλος του με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Πλην αυτού, η προσβαλλομένη απόφαση επιδίκασε τα αναφερόμενα σ` αυτή ποσά στις ενάγουσες με ανεπαρκή αιτιολογία. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι οι ενάγουσες "δικαιούνταν ως ακαθάριστες αποδοχές τα ακόλουθα ποσά: 1) η .... [(852 Χ 10) + 295 + (590 Χ 182/244) + (295 Χ 303/365)] ευρώ το 2004, 9.745,76 [(873 Χ 10) + 306 + (61 1 Χ 182/244) + (306 Χ 303 /365)] ευρώ το 2005, 9.955,66 [(891 Χ 10) + 315 + (629 Χ 182/244) + (315 Χ 303 / 365)] ευρώ το 2006, 12.259 [(913 Χ 12)+ 326 + 651 + 326} ευρώ το 2007 και 13.016 [(959 Χ 9) + (973 Χ 3) + 363 + 740 + 363] ευρώ το 2008.." .
Ήτοι, δεν αναφέρεται η αιτία επιδίκασης του κάθε επιμέρους ποσού, δηλ αν αφορά δώρα εορτών, αποδοχές αδείας κλπ ενώ δεν αιτιολογείται σε τι αφορά και για ποιά αιτία το Εφετείο προβαίνει στους εντός των παρενθέσεων πολλαπλασιασμούς και διαιρέσεις. Σημειωτέον ότι ο τρόπος αυτός επαναλαμβάνεται για κάθε ενάγοντα.
Συνεπώς ο 1ος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 είναι βάσιμος[...]".
Περαιτέρω, όσον αφορά την κρίση της υπ' αριθμ. 4152/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ότι η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων της περιόδου 2004-2008, με τις αναφερόμενες εξαιρέσεις, διακόπηκε με τις ασκηθείσες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών προγενέστερες αγωγές των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων έγιναν δεκτά τα εξής:"[...] Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το γεγονός της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών. Ειδικότερα, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δεν παρατίθεται η ιστορική βάση των προγενέστερων αγωγών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει πλήρης ταύτιση με την ένδικη αγωγή, τόσο ως προς τη νομική και πραγματική αιτία των αξιώσεων, όσο και των υποκειμένων αυτών.
Συνεπώς, ο ανωτέρω δεύτερος(ορθά τρίτος) λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που αφορά σε αξιώσεις των εναγόντων για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας από το έτος 2004 έως την ημερομηνία κατάταξης του καθενός, καθώς και σε αγωγικές αξιώσεις του ενδίκου χρονικού διαστήματος για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και επίδομα αδείας, μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις, είναι βάσιμος[...]".
Ακολούθως, κατόπιν της από 23.6.2020 κλήσης των εναγόντων-καλούντων ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6913/11.12.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, αφού έκρινε, ότι με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 133/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγων της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 4152/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων για το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, ως προς την επικουρική της βάση, η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής, ενώ δεν αναιρέθηκε ως προς το κεφάλαιό της, που αφορούσε την κατ' ουσίαν απόρριψη με αυτήν (4152/2015) του κεφαλαίου για τις μετά την κατάταξη των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων σε οργανικές θέσεις διαφορές αποδοχών, οι οποίες προκύπτουν από συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας τους πριν την κατάταξή τους, στη συνέχεια επιλήφθηκε μόνον των ως άνω κεφαλαίων, που έκρινε ότι αναιρέθηκαν.
Περαιτέρω, έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση, και αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 26.6.2023 έφεση των εναγόντων, ως προς τα πιο πάνω κεφάλαια που είχε κρίνει ότι αναιρέθηκαν, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη υπ' αριθ. 1617/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική).
Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητούν οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Με το άρθρο 1 του ν. 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48) ορίζεται ότι: "1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. 2.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση, Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004. 3.
Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 5.
Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Εξάλλου, με το ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την υπ' αριθ.
οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμόδιων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ., με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2004, ορίστηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από τον βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού, ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ.
Με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερόμενη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού.
Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθρο 15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ...ε...στ...ζ...η...θ...ι.
ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηριστεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
ι. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, ιι. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ιιι. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανόμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθρο 20 εδ. α' του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.
του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια, και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ.
με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 15 παρ. 1 περ. ι' του Ν. 3205/2003 σε συνδ. με εκείνη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζόμενων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηριστεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ. 4 εδ.
β' ν. 3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγούμενης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 241/2022, 672/2018, 86/2016, 398/2015, 866/2015, 942/2015).
Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3320/2005, με την οποία ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση είτε με την προβλεπόμενη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ.) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντίθετα τις αποδοχές της θέσης τους, στην οποία αυτοί εντάχθηκαν, δικαιούνται μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.
Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.
Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ., και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίστηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ.), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.
Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για τον λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές, που δεν έλαβαν εξαιτίας μόνο του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 241/2022, 672/2018).
Περαιτέρω, ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 559 αριθ. 18, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το Δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, στο άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια, που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, και στο άρθρο 581 παρ. 2 ότι στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η υποχρέωση του Δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος δεχόμενος τον σχετικό λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1437/2024, 1398/2023, 1176/2020, 1360/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 16 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, ενώ με την υπ' αριθμ. 133/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου η υπ' αριθμ. 4152/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε στο σύνολό της, συνεπώς και κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την υπέρ αυτών επιδίκαση διαφορών αποδοχών και για το μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι η αναίρεση της πιο πάνω εφετειακής απόφασης ήταν μερική και, ότι η προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου δεν είχε αναιρέσει το κεφάλαιό της, που αφορά τις μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις διαφορές αποδοχών, οι οποίες προκύπτουν από συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας τους πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις, επειδή ο Άρειος Πάγος (133/2020) είχε απορρίψει την από 28.12.2017 δική τους αναίρεση, με την οποία παραπονούνταν για την κατ' ουσίαν απόρριψη από το Εφετείο του ως άνω κεφαλαίου.
Β) Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατόπιν παραπομπής σ' αυτό της υπόθεσης, δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση.
Συγκεκριμένα, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε η αναιρετική απόφαση στο νομικό ζήτημα, ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες δικαιούνται να αναζητήσουν τα επιδόματα εορτών και άδειας για το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή τους, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη.
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της υπ' αριθμ. 4152/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, Δικαστηρίου της παραπομπής και της υπ' αριθμ. 133/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Ειδικότερα, όσον αφορά τον υπό στοιχείο Α', ορθά από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης :
Με την υπ' αριθμ. 133/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 4152/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μεταξύ άλλων, και κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιδίκαση υπέρ των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων των αιτούμενων διαφορών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 μέχρι και το έτος 2008, επομένως και για το μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την κατά τα άνω αναίρεση ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει το πιο πάνω κεφάλαιο, που αφορά τις διαφορές αποδοχών των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίες προέκυπταν για το μετά την κατάταξη εκάστου των παρισταμένων αναιρεσειόντων χρονικό διάστημα, χωρίς όμως το συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας πριν την κατάταξη, αφού μετά την απόρριψη της αναίρεσης αυτών (αναιρεσειόντων), με την οποία παραπονούνταν για την κατ'ουσία απόρριψη με την υπ' αριθμ. 4152/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών του συνυπολογισμού του χρόνου της ως άνω προϋπηρεσίας, δεν είχε αναιρεθεί και δεν είχε παραπεμφθεί το ζήτημα αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση, για το οποίο και μόνο η υπ'αριθμ. 4152/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είχε καταστεί αμετάκλητη και προέκυπτε δεδικασμένο.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον υπό στοιχείο Β', από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατόπιν παραπομπής σ' αυτό της υπόθεσης με την υπ' αριθ. 133/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής με την οποία οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες διεκδικούσαν διαφορές αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας και για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα και στη συνέχεια απέρριψε και ως προς το κεφάλαιο αυτό την έφεσή τους, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, ενώ όφειλε να συμμορφωθεί προς την ως άνω αναιρετική απόφαση ως προς το ζήτημα της νομικής βασιμότητας των αιτημάτων της ένδικης αγωγής για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και να δεχθεί ότι αυτά είναι νόμιμα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, γενομένων δεκτών των μοναδικών πρώτου και δεύτερου λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης να αναιρεθεί, κατά τα πιο πάνω κεφάλαια, η προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον δε αναιρείται η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6913/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την υπ' αριθμ. 133/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθμ. 4152/2015 απόφασης του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα, ύστερα από κλήση, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζουν ότι, αν η (μετ' αναίρεση) απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο Τμήμα (ΑΠ 2090/2022, 751/2020, 503/2017).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων εξήντα οκτώ (68) αναιρεσειόντων και των καθολικών διαδόχων της 29ης αναιρεσείουσας που κατέθεσαν προτάσεις, κατά την αρχική δικάσιμο (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.12.2021 με αριθμ. κατάθ. 10052/1244/2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6913/11.12.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά την ένατη (9η) αναιρεσείουσα Α. Β. του Θ.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους δέκατη έκτη (16η), δέκατο έβδομο (17ο), εικοστή δεύτερη (22η), εικοστή έβδομη (27η), εικοστό όγδοο (28ο), τεσσαρακοστή (40η), τεσσαρακοστή πρώτη (41η), τεσσαρακοστή πέμπτη (45η), τεσσαρακοστό έβδομο (47ο), εξηκοστή τέταρτη (64η), εξηκοστή έβδομη (67η), εβδομηκοστή πρώτη (71η) και ογδοηκοστή τρίτη (83η) αναιρεσείοντες.
Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 6913/11.12.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά τους λοιπούς εξήντα οκτώ (68) παριστάμενους αναιρεσείοντες και τους καθολικούς διαδόχους της εικοστής ένατης (29ης) αναιρεσείουσας.
Κρατεί, ως προς αυτούς, την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό Τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω παρισταμένων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ