Supreme Court dismisses appeal due to insufficient and contradictory reasoning in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Patras Court of Appeal decision regarding property ownership. The State argued the lower court erred by rejecting its claim of ownership based on insufficient and contradictory reasoning. The Court ruled the appeal inadmissible because the lower court failed to cite the specific substantive law violated and provided fragmented factual assumptions without a coherent legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if the lower court fails to cite the violated substantive law provisions and provides fragmented factual assumptions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1280 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1280/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζύγου Γ. Λ., το γένος Δ. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Αργυρούλα Χαραλάμπους, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 21-12-2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 29/1/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός καθολικός και εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής, Β. Λ. του Γ.-Γ. και Σ., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-01-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας.
Εκδόθηκε η απόφαση 57/1988 κατά της οποίας ασκήθηκε η από 9-6-1988 ανακοπή ερημοδικίας της αρχικώς εναγομένης και εκδόθηκε η παρεμπίπτουσα απόφαση 12/1989 του ιδίου Δικαστηρίου, που διέταξε τηΝ προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Το τελευταίο άσκησε την από 23-11-1989 πρόσθετη παρέμβαση.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2004 μη οριστική, 53/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 555/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη ανέγνωσε την από 12-5-2021 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο από 4-2-2021 αντίγραφο της υπ' αριθ. 29/1/2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος Ληξουρίου, στις 21-12-2019 απεβίωσε στο Ληξούρι Κεφαλληνίας, η αναιρεσίβλητη Σ.
Λ. του Δ., η οποία, όπως προκύπτει αφενός από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) της από 2-3-2013 ιδιόγραφης διαθήκης της ανωτέρω β) των υπ' αριθ. 138/2020 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου Κεφαλληνίας περί της δημοσίευσης αυτής και αφετέρου από τα υπ' αριθ. 82/2021 και 163/2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του ίδιου Δικαστηρίου περί μη δημοσίευσης άλλης, πλην της ανωτέρω, διαθήκης και μη αποποίησης της κληρονομιάς από τον εγκαταστημένο με αυτήν κληρονόμο, κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης από τον υιό της, Β.
Λ. του Γ.-Γ.. Ο τελευταίος, υπό την ιδιότητά του αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Αργυρούλας Χαραλάμπους, στο ακροατήριο, κατά την, εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου της δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Με την κρινόμενη από 27-5-2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 555/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος, δέχθηκε την έφεση του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της πρώην Κοινότητας Πάστρας Κεφαλληνίας (της οποίας καθολικός διάδοχος είχε καταστεί ο Δήμος Ελειού - Πρόννων Κεφαλληνίας), και ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την 53/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, στη συνέχεια δε, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη θανούσας αναιρεσίβλητης, Σ. Λ., η οποία στρεφόταν κατά της πρώην Κοινότητας Πάστρας Κεφαλληνίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος ως προς την συντέλεση της αναφερόμενης απαλλοτρίωσης, δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προσκομισθέν από το αναιρεσείον υπ' αριθμ.
πρωτ. …/…-7-1957 έγγραφο του Δημ. Ταμείου Κεφ/νίας προς το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων-Υπηρεσία Οικισμού - Διεύθυνσιν Ε/1 - Τμήμα 4°, με το οποίο διαβιβαζόταν από το πρώτο προς το τελευταίο το υπ' αριθμ. …/….-7-1957 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, ποσού 3.390 δρχ υπέρ των εικαζομένων δικαιούχων της ένδικης αποζημίωσης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτή διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος.
Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, σύμφωνα με τις οποίες από το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα, είναι απαράδεκτες, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 565/2020, ΑΠ 439/2020, ΑΠ 948/2019).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκή, αλλά και αντιφατική αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα σύμφωνα με το λόγο αυτό, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, επί του προβληθέντος επικουρικά από το αναιρεσείον, με την πρόσθετη παρέμβασή του, ισχυρισμού, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του, περιοριζόμενο στην αναφορά περί πράξεων νομής της δικαιοπαρόχου της αντιδίκου, με κυριότερη την παραχώρηση από την ίδια, δια χρησιδανείου, τμήματος του επιδίκου στην Κοινότητα Πάστρας, παρά την περί αντιθέτου (περί παραχώρησης δηλαδή από το Δημόσιο) εκφρασμένη θέση της πρώην Κοινότητας Πάστρας και νυν Δήμου Ελειού Πρόννων, ενώ όσον αφορά την απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού του Δημοσίου, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περιορίζεται στην εξ αντιδιαστολής κρίση "καθόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος είτε της εναγομένης κοινότητος και ήδη Δήμου είτε του προσθέτως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου".
Ο λόγος αυτός όμως, είναι, προεχόντως, αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ενώ στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται αποσπασματικές και μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του συνεχίζοντος τη δίκη αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-5-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 555/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του συνεχίζοντος τη δίκη αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ