Supreme Court dismisses appeal and request for restitution of funds in labor contract enforcement case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding labor contract enforcement. The appellant sought to restore the case to its pre-enforcement status and recover over €10,000 paid to the respondent. The court rejected this request because the appeal was found inadmissible and the restitution claim was legally unfounded as it required the prior dismissal of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22(2) of the Constitution; Article 579(2) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may order restitution of funds paid under an enforced judgment upon appeal, but the claimant cannot simultaneously demand reimbursement of execution costs incurred after the judgment's enforcement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1278 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1278/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ESA SECURITY SOLUTIONS Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία" με το διακριτικό τίτλο "ESA SECURITY SOLUTIONS" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πυλαία Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, που ανακάλεσε την δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Ν., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.12.2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 6039/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 12164/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 Συντάγματος, 3 παρ. 1, 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5 και 11 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α' 27/8.3.1990) - όπως ο ν. 1876/1990 ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτουν τα εξής:
Όλες οι Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) και Διαιτητικές Αποφάσεις (Δ.Α.), που εξομοιώνονται με τις Σ.Σ.Ε., συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο, ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, δηλαδή επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και ως κανόνες δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας.
Έτσι, με συνταγματική παραχώρηση, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε. ή την έκδοση Δ.Α., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ' όσον οι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Οι Σ.Σ.Ε., που αφορούν τους εργαζόμενους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων (κλαδικές Σ.
Σ. Ε.) ή τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων (ομοιεπαγγελματικές Σ. Σ. Ε.) καθώς και οι αντίστοιχες Δ.Α., δεσμεύουν, μόνο, τους εργοδότες και τους εργαζόμενους μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε. ή μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η Δ.Α.
Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, έχει τη δυνατότητα, υπό προϋποθέσεις, να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. ή κλαδική Σ.Σ.Ε. ή αντίστοιχη Δ.Α., οπότε δεσμεύονται από αυτή και εργοδότες και εργαζόμενοι, μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν, με τις δραστηριότητές τους, να είναι μέλη (ΑΠ 149/2019, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 127/2012 ).
Η Σ.Σ.Ε. καταρτίζεται ή η Δ.Α. εκδίδεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, θεωρείται ότι έχει αόριστη χρονική διάρκεια, εάν προβλέπει διάρκεια ισχύος της πέρα από ένα έτος, ενώ η διάρκεια της ισχύος της δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. Οι κανονιστικοί όροι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., μετά τη λήξη τους, ήτοι με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, εφ" όσον είναι ορισμένης διάρκειας, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο' ενώ, μετά την πάροδο του εξαμήνου από την ως άνω λήξη τους ("μετενέργεια", το χρονικό διάστημα μετά το εξάμηνο), οι κανονιστικοί όροι της Σ.Σ.Ε.
ή της Δ.Α. εξακολουθούν να επηρεάζουν την ατομική σύμβαση εργασίας, ως ενδοτικού δικαίου κανόνες. Πλην, όμως, η επί εξάμηνο καθώς και πέραν του εξαμήνου (μετενέργεια) εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών, ως κανονιστικών ή ως ενδοτικού δικαίου κανόνων, Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., που έληξε, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου διαρκείας της, ως άνω, δεν εκτείνεται επί ατομικής συμβάσεως εργασίας, στην οποία ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 493/2019).
2. Σύμφωνα με τη γενική "αρχή της εύνοιας" υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ. νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λπ.). Με βάση, λοιπόν, την "αρχή της εύνοιας" υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, "Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους". Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι' αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζόμενων.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ" ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων". Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 248/2020, 874/2018, 692/2014).
Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτή, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στον πρώτο την αμοιβή, που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ που καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική.
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη . Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (ΑΠ 692/2014,56/2012).
Με την ατομική σύμβαση εργασίας, πάντως, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί, εγκύρως, μισθός και δια παραπομπής σε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μη δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη (άρθρο 361 ΑΚ), οπότε ο εργαζόμενος αμείβεται με το μισθό, όπως καθορίζεται από αυτές τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., έστω και αν καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις, τις οποίες δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος (ΑΠ 201/1999).
Εξάλλου, για τη νομική επάρκεια αγωγής περί καταβολής ή συμπληρώσεως των νομίμων αποδοχών και λοιπών παροχών του εργαζομένου, δεν απαιτείται να αναφέρονται, ειδικά, προκειμένου να είναι το δικόγραφο της ορισμένο και η αγωγή παραδεκτή (άρθρα 216 παρ. 1 στοιχείο α, 118 παρ.4, 111 ΚπολΔ), οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., εφ' όσον εφαρμόζονται αυτές αυτεπαγγέλτως, εάν εκτίθενται στο δικόγραφο τα πραγματικά περιστατικά, που επισύρουν την εφαρμογή τους, δηλαδή η εργασιακή σχέση των διαδίκων μερών, το είδος της επιχειρήσεως, που ο εργοδότης ασκεί το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές (ΑΠ 931/2017, 1409/2014).
Η ιδιότητα των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί, αρμοδίως, γενικώς υποχρεωτική και αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των από αυτήν εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς, είναι αναγκαίο στοιχείο για τη νομική θεμελίωση της οικείας αγωγής. Δεν είναι απαραίτητο, όμως, το συγκεκριμένο στοιχείο να αναφέρεται ειδικώς στο δικόγραφο, αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο του, εφ' όσον δια της αγωγής διώκονται αποδοχές ή άλλες παροχές από συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ. Σ. Ε στην οποία οι αξιώσεις θεμελιώνονται. Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει την ιδιότητα του ιδίου ή του ενάγοντος εργαζομένου, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, με τις νόμιμες έγγραφες προτάσεις του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του (άρθρο 224 εδ. β ΚπολΔ) , και να αποδείξει ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Περαιτέρω, οι αποδοχές όσων ασχολούνται στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας ρυθμίζονται, στο χρονικό διάστημα 01.01.2009 έως 31.12.2009, από την Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας 23/25.5.2009), η οποία καταρτίσθηκε, ως ορισμένου χρόνου, με αναδρομική ισχύ από 01.01.2009 μέχρι 31.12.2009 και δεν έχει κηρυχθεί, αρμοδίως, γενικώς υποχρεωτική.
3. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 18.12.2014 αγωγή, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης κατά τον αναφερόμενο χρόνο για να εργασθεί ως φύλακας, κατέχοντας την ειδική άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας, από την εναγόμενη, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας με έδρα τη Θεσσαλονίκη.
Ότι κατά το έτος 2009 εργάζονταν επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και ωράριο 8.00 εως 20.30 καθημερινώς, στον χώρο του ΟΚΑΝΑ, στην περιοχή Βαρδαρίου, ενώ εργάσθηκε και τα αναφερόμενα Σαββατοκύριακα στους ειδικότερα αναφερόμενους στην αγωγή χώρους, χωρίς να του χορηγούνται οι αντίστοιχες αναπληρωματικές ημέρες ανάπαυσης.
Ότι η εναγομένη εργοδότρια δεν του χορηγούσε καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, τα οποία του χορήγησε μόνον μετά την καταγγελία του στο ΣΕΠΕ, με αναφερόμενες ωστόσο ημέρες και ώρες εργασίας που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Ότι η εναγόμενη δεν του κατέβαλε κατά το έτος 2009 τις νόμιμες αποδοχές, όπως αυτές προβλέπονταν από την με ημερομηνία 08.04.2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.), η εφαρμογή της οποίας (Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.) περιλαμβάνονταν και ως όρος της ατομικής του σύμβασης εργασίας, με βάση την προϋπηρεσία του, ούτε του κατέβαλε προσαυξήσεις για εργασία κατά την νύχτα και για υπερεργασία, τα οποία ζήτησε να του καταβάλει.
Επίσης ζήτησε ως αποζημίωση, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, την απόδοση της ωφέλειας της εναγομένης από τη μη καταβολή από αυτήν των νομίμων αποδοχών του για εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και εργασία κατά τις Κυριακές και ως έβδομη ημέρα εβδομαδιαίας απασχόλησης, καθώς και για την πραγματοποίηση των αναφερόμενων αναλυτικά στην αγωγή παρανόμων υπερωριών, ως ποσόν που η εργοδότιδα θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του ενάγοντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες του τελευταίου, αφού κατά το ποσόν αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, κατέστη η εργοδότρια πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία.
Έτσι ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσόν των 17.817,56 ευρώ, τα οποία αντιπροσωπεύουν τις αξιώσεις του από τις προαναφερόμενες αιτίες, τα οποία ζήτησε με τον νόμιμο τόκο από τη γέννηση κάθε επιμέρους αναφερόμενης αξίωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικώς δε ζήτησε τα παραπάνω ποσά και με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού για την περίπτωση που δεν ευδοκιμήσει η κύρια βάση της αγωγής του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 6039/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία την έκρινε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 15.670,29 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 07-06-2017 έφεση της εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσία.
4. Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη:
Ότι ο ενάγων, ο οποίος ήταν κάτοχος της υπ' αρίθμ. .../6-β Ισχύος από 11.01.2007 άδειας εργασίας προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικής επιχείρησης παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, η οποία ανανεώθηκε αμέσως μετά τη λήξη της στις 10.01.2012, προσλήφθηκε την 01.12.2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης για να εργαστεί ως φύλακας, από την εναγομένη επιχείρηση, που είχε τότε την επωνυμία ISS AS PIS SECURITY S.A. και πλέον την αναφερόμενη στα εισαγωγικά της παρούσας με την επωνυμία "ESA SECURITY SOLUTIONS Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία" με διακριτικό τίτλο "ESA SECURITY SOLUTIONS S.A.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, με αντικείμενο δραστηριοτήτων την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας.
Ότι ο χρόνος απασχόλησης του ενάγοντος συμφωνήθηκε σε 5 ημέρες, με 40 ώρες εβδομαδιαίως, η δε αμοιβή του να είναι η καθοριζόμενη από την εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Κλαδική ΣΣΕ σύμφωνα με την από 01.12.2008 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, υπογεγραμμένη από αμφότερες τις αντίδικες πλευρές.
Ότι η γνωστοποίηση αυτή δεικνύει τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από το νόμο, είτε από την ατομική συμφωνία εργοδότη - εργαζομένου. Ότι για το έτος 2009 ίσχυε η από 08.04.2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Πρ. Καταθ. Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας: 23/25-05-2009).
Ότι η από 14.02.2007 εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας ετών 2007 και 2008 κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ Α 12622/3.9.2007.
Ότι η προαναφερθείσα από 8.4.2009 σύμβαση με πράξη κατάθεσης 23/25.5.2009 στο άρθρο 1 ορίζει ότι στα μισθολογικά κλιμάκια υπάγονται οι εργαζόμενοι πλην των νεοπροσλαμβανόμενων από 01.01.2009.
Ότι σε κάθε περίπτωση η εναγομένη υποχρεούτο να εφαρμόζει την ισχύουσα κάθε φορά κλαδική ΣΣΕ βάσει του άρθρου 68 του ν. 3863/2010. Ότι, πέραν αυτού, το έγγραφο που προσκόμισε η ίδια στην Επιθεώρηση Εργασίας αναφέρει ότι "η συλλογική σύμβαση με την οποία πληρώνεστε (εννοεί ο ενάγων) είναι η Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας", έτσι η παραπομπή αυτή καθίσταται ρητή, ενώ ίδιο ισχύει και στα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά
Ότι, τέλος, στο υπ' αριθμ. .../29.7.2013 έγγραφο της εκκαλούσας προς την επιθεώρηση εργασίας αναφέρεται ρητά: "από την αρχή της εργασίας έως και ης 30.06.2011 ίσχυε η κλαδική, από 01.07.2011 έως και 31.03.2012 ίσχυε η εθνική και από 01.04.2012 ισχύει η επιχειρησιακή”.
Ότι με το ν. 1876/1990 ορίζεται ότι α κανονιστικοί όροι σύμβασης που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο [...] μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σύμβαση εργασίας και επομένως η εναγομένη οφείλει να συνέχισα να καταβάλει το νόμιμο μισθό της κλαδικής ΣΣΕ για το επίδικο έτος 2009, καθώς είχε καταστεί όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας και μόνο με νέες μπορούσε να τροποποιηθεί.
Ότι, αφού και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αυτά δέχθηκε ως προς την εφαρμογή της άνω Σ.Σ.Ε., πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος εφέσεως.
5. Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 (ή 560 αρ. 1) του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 (ή 560 αρ.5) ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής, ή, αντιστρόφως, λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 1039/2019, 922/2019, 1120/2015, 167/2011).
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει, επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 78/2020, 119/2014).
6. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1β και 4, 6 παρ. 2, 7 παρ. 2, 8 παρ. 2, 9 και 11 του ν. 1876/1990, 361 ΑΚ, 68 του ν. 3863/2010, των διατάξεων της έχουσας ισχύ ουσιαστικού νόμου από 08.04.2009 ΚΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας όλης της χώρας και του Π.Δ. 156/1994 όσον αφορά την κρίση του Εφετείου, ότι είναι ορισμένη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, καθόσον το δικαστήριο αυτό αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και σε κάθε περίπτωση εσφαλμένα έκρινε ότι έχει εφαρμογή η από 08.04.2009 ως άνω ΕΚΣΣΕ στην ένδικη περίπτωση.
Ειδικότερα επικαλείται η αναιρεσείουσα- εναγομένη, ότι μολονότι προέβαλε παραδεκτά, με τις έγγραφες προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, τον ισχυρισμό περί μη δέσμευσης (μη εφαρμογής) αυτής από την από 08.04.2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία καθόριζε τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της Χώρας για το επίδικο έτος 2009, εντούτοις ο ενάγων δεν επικαλέστηκε με τις προτάσεις του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της υπό κρίση αγωγής, ότι ο ίδιος και η εναγομένη ήταν μέλη των συμβληθεισών εργοδοτικών και εργατικών, αντιστοίχως, συνδικαλιστικών οργανώσεων της ανωτέρω από 08.04.2009 ΕΚΣΣΕ, στην οποία στηρίζει αυτός (ο ενάγων) όλες τις αγωγικές του αξιώσεις και ότι τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επίσης, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, δεχόμενο ότι η εφαρμογή της ως άνω ΚΣΣΕ είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που κρίθηκε ορισμένη.
Ανεξάρτητα, όμως από το απαράδεκτο, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων, που στηρίζει τις αγωγικές του αξιώσεις στις διατάξεις της ανωτέρω ΚΣΣΕ, αναφέρει κατά λέξη στη 2η σελίδα της από 18.12.2014 αγωγής του "Για το έτος 2009 ίσχυε η από 08.04.2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας όλης της χώρας και η εφαρμογή της ανωτέρω κλαδικής ΣΣΕ περιλαμβάνονταν και ως όρος της ατομικής μου σύμβασης εργασίας".
Η περικοπή αυτή αρκεί για να καταστήσει ορισμένη την αγωγή όσον αφορά τη δημιουργία έγκυρης μεταξύ των διαδίκων ρητής συμφωνίας, κατά την οποία ο ενάγων θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στην εναγομένη την αμοιβή, που προβλέπεται από την ανωτέρω ΚΣΣΕ, που καταρτίσθηκε μεταξύ τρίτων, έστω και αν οι διάδικοι δεν ήταν μέλη των οργανώσεων των εργοδοτών και εργαζομένων, που συμβλήθηκαν για την κατάρτισή της.
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη και συνεπώς δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται περισσότερα στοιχεία, για να είναι ορισμένη η αγωγή. Αρκεί η αναφορά ότι οι διάδικοι δεσμεύτηκαν συμβατικά για την εφαρμογή συγκεκριμένης ΚΣΣΕ.
Δεν έσφαλε, επομένως, το Εφετείο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προεκτέθηκαν με τις παραδοχές του ότι η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει την επίμαχη ΚΣΣΕ και με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό της εναγομένης περί αοριστίας της αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 90/2020, 1446/2018, 174/2015, 198/2015, 845/2012, 1351/2011).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο υπάρχει η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν δηλαδή πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, 117/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το 2° σκέλος του, από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επικαλείται εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εφαρμογής των όρων της από 08.04.2009 ΚΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας στην επίδικη περίπτωση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται ακριβώς η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, δηλαδή αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή αν τα εκτιθέμενα συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία ή ότι αντιφάσκουν μεταξύ τους . Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το 2° σκέλος του, είναι απαράδεκτος.
8. Όπως ορίζει το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ -το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ- ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας, συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως αποτελούν "πράγματα", όταν έχουν αυτοτέλεια" δηλαδή όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. "Πράγματα", υπό την άνω έννοια, δεν είναι τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 3/1997, ΑΠ 517/2019, 233/2011).
9. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος - ενάγων δεν επικαλείται ως βάση των αιτούμενων νόμιμων μισθολογικών αξιώσεών του για το επίδικο έτος 2009 ότι οι όροι της ανωτέρω από 08.04.2009 ΚΣΣΕ είχαν καταστεί, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, με κοινή συμφωνία του με την εναγόμενη εταιρεία και όροι της ατομικής του σύμβασης εργασίας, δηλαδή δεν επιστηρίζει την αγωγή του στην ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι στη σελ. 2 της ένδικης αγωγής και στο κεφάλαιο με τίτλο "Νομική Βάση" αναφέρεται ρητά ότι "Για το έτος 2009 ίσχυε η από 08.04.2009 εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Πρ. Καταθ. 23/25.5.2009 Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων). Η εφαρμογή δε της ανωτέρω ΣΣΕ περιλαμβανόταν και ως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας".
10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
11. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου (ΟλΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 1654/2018, 314/2017). Εξάλλου, με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ επιτρέπει την απόδοση των ποσών που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (ΑΠ 1453/2019, 20/2011, 8/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις νομίμως κατατεθείσες την προηγουμένη της συζητήσεως της υπόθεσης προτάσεις της σωρεύει αίτηση, με την οποία ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναίρεσης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτή το συνολικό ποσό των 10.974,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί, το οποίο κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της 12164/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επικουρικά, ζητεί η αναιρεσείουσα να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το ποσό των 1.190 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην από 02.10.2018 επιταγή προς εκτέλεση κάτω από απόγραφο εκτελεστό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το οποίο επίσης έχει καταβάλει στον αναιρεσίβλητο. Η αίτηση αυτή, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατά την κύρια βάση της, αφού η εξέτασή της προϋποθέτει παραδοχή αυτής. Η ίδια αίτηση κρίνεται απορριπτέα και ως προς την επικουρική βάση της, η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι μη νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.11.2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 12164/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Απορρίπτει τη σωρευόμενη στις προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ