Appeal dismissed for failing to raise a reduction claim in the first instance due to procedural timing rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a civil dispute between two companies. The appellant sought to introduce a claim for reducing a contractual penalty for the first time during the appeal stage. The court ruled that this specific claim was not admissible because it was not raised in the initial lawsuit, did not serve as a defense in the appeal, and lacked justification for late filing. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 9 and 8(2) of Law 3190/1955; A claim for reduction of a contractual penalty is not admissible at the appeal stage unless raised in the first instance, served as a defense in the appeal, or justified by specific grounds for late filing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1278 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1278/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", πρώην Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσαγκαλίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κούτσικα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6338/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 645/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/12/2015 αίτησή της και τους από 14/12/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 23/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος αυτής λόγος.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 8 παρ. 2 του ν.3190/1955, όπως ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, με τις οποίες ορίζονται, αντιστοίχως, ότι: "1. Μόνον από της συντελέσεως των εν τω προηγουμένω αρθρ. 8 διατυπώσεων η εταιρεία κτάται νομικήν προσωπικότητα. 2. Οι επ’ ονόματι της εταιρείας προ της κατά το άρθρ. 8 παρ. 2 δημοσιεύσεως συμβληθέντες ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον.
Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρεία διά τας ρητώς επ’ ονόματι αύτης προ του χρόνου τούτου γενομένας πράξεις εάν εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως ταύτης ανελήφθησαν υπ’ αυτής αι εντεύθεν υποχρεώσεις." (άρθρο 9), και ότι: "2. Με επιμέλεια κάθε εταίρου ή διαχειριστή και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης Εταιρείας, δημοσιεύεται, στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης ανακοίνωση για την καταχώρηση στο οικείο Μητρώο Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης των πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα, τροποποιουμένης ανάλογα της παρ. 3 του άρθρου 21 του Ν. 1599/1986 "Σχέσεις κράτους - πολίτη, καθιέρωση νέου τύπου ταυτότητας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α’ 75/1986).
Κατ’ εξαίρεση, οι αρχικές και τροποποιημένες από την συνέλευση των εταίρων ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, εκτός από το προσάρτημα, καθώς και το σχετικό πιστοποιητικό ελέγχου, δημοσιεύονται στο σύνολό τους είκοσι (20) ημέρες τουλάχιστον πριν από τη συνεδρίαση της συνέλευσης και, σε περίπτωση τροποποίησής τους, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από αυτή.
Η βεβαίωση του Εθνικού Τυπογραφείου, στην οποία αναγράφεται ο αριθμός και η ημερομηνία του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, στο οποίο δημοσιεύεται η περίληψη της εταιρικής σύμβασης, μαζί με το αντίγραφο της εταιρικής σύμβασης νομίμως επικυρωμένο από το αρμόδιο Πρωτοδικείο, προσκομίζονται από κάθε εταίρο ή διαχειριστή ενώπιον των αρμόδιων αρχών και παντός τρίτου συναλλασσομένου με αυτούς για κάθε νόμιμη χρήση προς απόδειξη της έναρξης λειτουργίας της επιχείρησης.
Εντός τριών (3) εργασίμων ημερών το αργότερο από την ημερομηνία παραλαβής της περίληψης της εταιρικής σύμβασης, το Εθνικό Τυπογραφείο αναρτά στην ιστοσελίδα του περίληψη της εταιρικής σύμβασης, καθώς και τη σχετική βεβαίωση με τον αριθμό και την ημερομηνία του Φύλλου Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο αυτή δημοσιεύεται." (άρθρο 8), προκύπτουν τα εξής:
Πρόσωπα, τα οποία έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.) ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριορίστως και εις ολόκληρον. Ευθύνεται όμως μόνη η, κατά τις ανωτέρω σχετικές διατάξεις κτησαμένη νομική προσωπικότητα, εταιρία για τις πράξεις που έγιναν ρητώς στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο εάν, εντός τριών μηνών από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητος ανέλαβε τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από αυτές τις πράξεις.
Η προθεσμία των τριών μηνών δεν είναι αποκλειστική, δηλαδή η Ε.Π.Ε. μπορεί να αναλάβει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και μετά την παρέλευση του τριμήνου, οπότε ευθύνεται τόσον η ίδια όσον και οι ιδρυτές εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις, που ανέλαβαν για την ΕΠΕ, οι ιδρυτές της και κατά το προϊδρυτικό στάδιο, δηλαδή και πριν από την κατάρτιση του καταστατικού της.
Η δήλωση της βουλήσεως της εταιρίας για ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η εταιρεία εκπληρώνει προϊδρυτικές υποχρεώσεις των ιδρυτών της, χωρίς η δήλωση αυτή να έχει την έννοια της εγκρίσεως όπως θεσμοθετείται στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 236 και 238 ΑΚ (σχ.
ΑΠ 724/2015). Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω, ότι η εταιρεία, αναλαμβάνουσα τις ανωτέρω υποχρεώσεις, που ανέλαβαν γι’ αυτήν τόσον κατά το ιδρυτικό όσον και κατά το προϊδρυτικό στάδιο οι ιδρυτές, καθίσταται βάσει των αυτών ως άνω διατάξεων αυτοδικαίως δικαιούχος και των αντιστοίχων δικαιωμάτων, που απορρέουν από την υπ’ αυτής εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, τα οποία μπορεί και να ενασκήσει, ως ούσα μόνη δικαιούχος τους.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επιδίκου εννόμου σχέσεως ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση της σχέσεως αυτής (ΑΠ 339/2010).
Η νομιμοποίηση του διαδίκου, το δικαίωμα δηλαδή να υπερασπίζεται κάποιος τη δικαζόμενη υπόθεση, αλλιώς η εξουσία διεξαγωγής της δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, που συμπίπτει με την ιδιότητα του υποκειμένου του δικαιώματος ή της εννόμου σχέσεως, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, όπως η περίπτωση των μη δικαιούχων ή μη υπόχρεων διαδίκων, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, που ερευνάται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1617/2011), με συνέπεια αν το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως των διαδίκων και δεν συμπληρωθούν παραδεκτά κατά τα άρθρα 224 και 227 ΚΠολΔ οι ελλείψεις, να απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Κατά την έννοια αυτή η νομιμοποίηση των διαδίκων (όπως και το έννομο συμφέρον) αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικώς με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1016/2005, 260/2008, 1941/2009, 339/2010, 1414/2011) και όχι με λόγο από τον αριθμό 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ιδρύεται μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (ΑΠ 632/2014, ΑΠ 879/2004).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν την διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφ’ όσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του το δικάσαν εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, στην πρώτη ως άνω αγωγή εκτίθενται σαφώς και επαρκώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με το έννομο συμφέρον της ενάγουσας, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, που δικαιολογούν την ενεργητική νομιμοποίησή της για την άσκησή της, αφού ταυτίζονται με εκείνα της ιστορικής βάσης της αγωγής, ειδικότερα αναφέρονται τα πρόσωπα που ενήργησαν υπέρ και σε βάρος της υπό σύσταση ενάγουσας, με την σύναψη της ένδικης δικαιοπραξίας (αγορά της επιχείρησης της ήδη εκκαλούσας), το χρόνο της σύστασής της και το γεγονός ότι αυτή ανέλαβε τις σχετικές υποχρεώσεις από την ως άνω σύμβαση, αφού αμέσως αφότου συστάθηκε (Σεπτέμβριος 2009, ήρθε σε επαφή με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης - πωλήτριας, προκειμένου να ολοκληρωθεί η ως άνω μεταβίβαση της επιχείρησής της σ’ αυτή, και της απέστειλε την από 26-11-2009 εξώδικη δήλωση υπαναχώρησης με την οποία της δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση, την οποία συνήψαν κατά το προ ιδρυτικό της στάδιο, ο Θ.
Β. και Χ. Π., ήδη κατά τη σύστασή της διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της, από την οποία απορρέουν δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις (καταβολή τιμήματος κ.λ.π. Επομένως, η ως άνω αγωγή που στηρίζεται επί πλέον και στις αναφερόμενες στην ως άνω νομική σκέψη διατάξεις, ορθώς ασκείται από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία, η οποία ενεργοποιείται ενεργητικώς προς τούτο και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εκκαλούσας, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησής της (εφεσίβλητης), τον οποίον το πρώτον προέβαλε με τους πρόσθετους λόγους έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, είναι ουσία αβάσιμος, πέραν του ότι είναι απόλυτα, αντιφατικός με τις έως τώρα δικαστικές ενέργειές της και ιδίως με το περιεχόμενό της ως άνω δεύτερης συνεκδικασθείσας αγωγής, αλλά και με την κρινόμενη έφεσή της.
Από τη εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, καθώς και από την ανωμοτί εξέταση του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας "... Ο.Ε" που περιέχεται στα ίδια ως άνω πρακτικά, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία αναφέρονται ειδικότερα, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εκκαλούσα με αριθ. .../28-12-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσ/νίκης, η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη, πριν από δύο (2) εργάσιμες ημέρες κλήτευση της ήδη εφεσίβλητης, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../21-12-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης Ξ.
Α. και τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα εταιρία, είχε στην απόλυτη νομή και κατοχή της το αποκλειστικό δικαίωμα, βάσει συμβάσεως δικαιόχρησης, της χρήσης και εκμετάλλευσης δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας του συστήματος εκπαίδευσης με την επωνυμία "..." καθώς επίσης και την τεχνογνωσία την οποία χρησιμοποιούσε για την εκμετάλλευση των μαθητών της στην επιχείρησή της, φροντιστήριο ξένων γλωσσών, που στεγαζόταν σε μισθωμένο από αυτή χώρο στον πρώτο και δεύτερο όροφο της οικοδομής, επί της οδού ...
Θεσ/νίκης, πλήρως επιπλωμένο και εξοπλισμένο. Δυνάμει του από 31-7-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταβίβασης επιχείρησης, η εκκαλούσα συμβλήθηκε με τους Θ. Β. και Χ. Π., κατά το προ ιδρυτικό αυτό στάδιο της υπό ίδρυση εφεσίβλητης εταιρίας, Ε.Π.Ε, που ενεργούσαν ως υποψήφια μέλη της, τα οποία είχαν ενωθεί με σκοπό την ίδρυσή της και συμφώνησαν όπως η εκκαλούσα εταιρία μεταβιβάσει, στην υπό ίδρυση εταιρία, την ως άνω επιχείρησή της, καθώς και τη σύμβαση μίσθωσης, τις συμβάσεις υποδομής (ΔΕΗ, ύδρευση, σύνδεση Η/Υ, τηλέφωνα), τον εξοπλισμό καθώς και τις απαιτήσεις κατά τρίτων, έναντι τιμήματος πώλησης 243.000 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε και συμφωνήθηκε η τμηματική καταβολή του.
Μετά από δύο μήνες, συστήθηκε νομίμως η εφεσίβλητη εταιρία με την υπ’ αριθ. .../2009 πράξη συστάσεως εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Χ. Κ. νομίμως δημοσιευθείσα στο υπ’ αριθ. .../30-9-2009 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), η οποία αποδέχθηκε αμέσως πλην σιωπηρώς, με θετικές ενέργειες τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, μάλιστα ο εκ των συμβληθέντων υπέρ αυτής Χ.
Π., ήταν εκτός από εταίρος, ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της, ενώ η εταίρος της Β. Π., ήταν η σύζυγος του εταίρου συμβληθέντος (Θ. Β.). Η εφεσίβλητη εταιρία, ζήτησε αμέσως από την εκκαλούσα εταιρία, να προβεί άμεσα στις απαραίτητες διαδικαστικές ενέργειες, ώστε να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των συμβάσεων μισθώσεως των χώρων - καταστημάτων - όπου λειτουργούσε η επιχείρηση, προκειμένου να ορισθεί η διεύθυνση της έδρας της, ώστε να τακτοποιηθούν και οι φορολογικές διατυπώσεις, με την έκδοση Α.Φ.Μ και αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, ώστε να είναι δυνατή η νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης, στο όνομά της.
Όμως η πωλήτρια καθυστερούσε αδικαιολόγητα τη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η τελευταία είχε μισθώσει δυνάμει του από 1-7-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, δια του νομίμου εκπροσώπου της Ι. Γ., από τον ιδιοκτήτη Β. Α., στον πρώτο όροφο του κτηρίου επί της οδού ... Θεσ/νίκης, ενώ τον δεύτερο όροφο, δυνάμει του από 26-5-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, από την ιδιοκτήτρια Α.
Α.. Και στα δυο ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, όπως αποδείχθηκε και συγκεκριμένα στο άρθρο 6 αυτών, προβλεπόταν επί λέξει ότι: "απαγορεύεται η υπομίσθωση του μισθίου σε τρίτο ή η παραχώρηση με οποιονδήποτε τρόπο της χρήσης του μισθίου σε τρίτο" πράγμα που όπως αποδείχτηκε δεν γνώριζε η εφεσίβλητη, ούτε τα ως άνω φυσικά πρόσωπα που συμβλήθηκαν στο όνομά της την 31-7-2009, αλλά πληροφορήθηκε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2009, κατόπιν πιέσεων και οχλήσεων προς την εκκαλούσα για μεταβίβαση σ’ αυτή της ως άνω μισθωτικής σχέσης, ως μισθώτριας.
Μετά τα παραπάνω, η τελευταία της προσκόμισε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της μίσθωσης που αφορούσε στον πρώτο μόνο όροφο, σύμφωνα με το οποίο, ο αρχικός εκμισθωτής Β. Α., επέτρεπε την υπομίσθωσή του. Το συμφωνητικό αυτό κατατέθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ στις 17-11-2009. Όμως το πρόβλημα της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης εξακολουθούσε να υφίσταται, αφού δεν προσκομίσθηκε από την πωλήτρια ανάλογο ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της μίσθωσης, όσον αφορά τον δεύτερο όροφο.
Κατόπιν τούτων, η αγοράστρια - εφεσίβλητη υπαναχώρησε από τη σύμβαση, όπως είχε δικαίωμα, σύμφωνα με ο σχετικό όρο του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, με εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην πωλήτρια στις 27-11-2009 (βλ. σχ. τη με αριθμ. ... /27-11-2009 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμ. του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης Δ. Μ.), λόγω του προφανούς νομικού ελαττώματος της μεταβιβασθείσας επιχείρησης, γεγονός που γνώριζε η πωλήτρια κατά το χρόνο της πώλησης και αποτελούσε ουσιώδη προϋπόθεση για τη λειτουργία της επιχείρησης στο όνομα της αγοράστριας, καθώς αυτή αποσκοπούσε στη συνέχιση εκμετάλλευσης της επιχείρησης στους χώρους που λειτουργούσε έως τότε, όπως προκύπτει από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό.
Συνεπώς η εκκαλούσα σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα μέχρι το χρόνο που ασκήθηκε εκ μέρους της αγοράστριας η συμβατική υπαναχώρηση και δικαιολογημένα επομένως και όχι προσχηματικά και καταχρηστικά υπαναχώρησε. Με τη δήλωση υπαναχώρησης επήλθε απόσβεση των υποχρεώσεων των διαδίκων μερών για παροχή και δημιουργήθηκε αμοιβαία υποχρέωσή τους προς απόδοση των εκπληρωθεισών παροχών, επειδή η αιτία της σύμβασης έληξε.
Η πωλήτρια, προσκομίζει με επίκληση ένα ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της μίσθωσης, όσον αφορά στο δεύτερο όροφο, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η υπομίσθωση από τον ιδιοκτήτη - εκμισθωτή και ως προς αυτόν τον όροφο. Το έγγραφο αυτό φέρει μεν την υπογραφή της εκμισθώτριας Α. Α., όμως δεν έχει κατατεθεί στην αρμόδια ΔΟΥ και ως εκ τούτου δε φέρει βεβαία χρονολογία ώστε να αποδεικνύεται ότι καταρτίστηκε πριν από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η υπαναχώρηση της αγοράστριας και όχι μετά από αυτή, με σκοπό την εξυπηρέτηση των εννόμων συμφερόντων της πωλήτριας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια όσον αφορά το παραπάνω νομικό ελάττωμα και τη δικαιολογημένη υπαναχώρηση της εφεσίβλητης από τη σύμβαση, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αγοράστρια κατέβαλε έως το χρόνο της υπαναχώρησης το ποσό των 35.000 ευρώ έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος και συγκεκριμένα η καταβλητέα δόση των 10.000 ευρώ καταβλήθηκε εμπροθέσμως, κατά τα συμφωνηθέντα στις 30-8-2009.
Για την καταβλητέα δόση στις 30-9-2009 υπήρξε συμφωνία να καταβληθεί έναντι το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο και καταβλήθηκε, ενώ το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί αργότερα και η καταβλητέα στις 30-10-2009 δόση του μηνός Οκτωβρίου, ποσού 15.000 ευρώ καταβλήθηκε (βλ. σχ. προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις) ποσό που η πωλήτρια οφείλει να επιστρέψει, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου λόγου έφεσης.
Ακόμη όσον αφορά στην κατάπτωση της ποινικής ρήτρας ποσού 50.000 ευρώ υπέρ της αγοράστριας και σε βάρος της πωλήτριας εταιρίας, αποδείχθηκε ότι αυτή είχε συμφωνηθεί με το από 31-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου ρητώς υποσχέθηκε η τελευταία και τη μεταβίβαση των μισθωτικών συμβάσεων, χωρίς την οποία, (υπόσχεση), δεν θα προέβαινε η αγοράστρια στην κατάρτιση αυτού, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι σκοπός ήταν να συνεχίσει αυτή τη λειτουργία της ήδη υπάρχουσας εταιρίας στους χώρους όπου ήδη δραστηριοποιείτο εκείνη.
Επομένως, παρά το ότι γνώριζε ότι δεν είχε λάβει τη ρητή συναίνεση των εκμισθωτών για τη μεταβίβαση των επιδίκων μισθώσεων σε μια εταιρία Ε.Π.Ε που θα συστηνόταν και ενώ γνώριζε ότι με βάση τα υφιστάμενα συμφωνητικά μίσθωσης δεν επιτρεπόταν σ’ αυτή η υπομίσθωση ή με άλλο τρόπο παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, υποσχέθηκε τη μεταβίβαση των μισθωτικών συμβάσεων και επομένως ορθώς υπαναχώρησε από τη σύμβαση η εφεσίβλητη και ζήτησε την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας που της επιδικάσθηκε, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τούτο, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου λόγου έφεσης.".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές και δη: α) ότι δυνάμει της από 31-7-2009 συμβάσεως, η αναιρεσείουσα συμφώνησε με τους Θ. Β. και Χ. Π., να πωλήσει την επιχείρησή της φροντιστηρίου μετά των συμβάσεων μίσθωσης των υπ’ αυτής μισθωμένων ακινήτων στα οποία ασκούσε αυτήν (επιχείρηση), των συμβάσεων υποδομής (ΔΕΗ, ύδρευση, σύνδεση Η/Υ, τηλέφωνα), του εξοπλισμό καθώς και των απαιτήσεών της κατά τρίτων, στην υπό των αντισυμβαλλομένων της συσταθησομένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, οι οποίοι είχαν ενωθεί με σκοπό την ίδρυσή της και ενεργούσαν ως υποψήφια μέλη της, έναντι τιμήματος 243.000 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε και συμφωνήθηκε η τμηματική καταβολή του, β) ότι μετά από δύο μήνες, με την υπ’ αριθ. .../2009 πράξη συστάσεως εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Χ.
Κ. νομίμως δημοσιευθείσα στο υπ’ αριθ. .../30-9-2009 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), συνεστήθη νομίμως η εν λόγω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ούσα εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη, υπό την επωνυμία "...-ΕΠΕ", εταίρος, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της οποίας ορίσθηκε ο, εκ των υπέρ αυτής κατά προϊδρυτικό στάδιο συμβληθείς, Χ.
Π., η οποία αποδέχθηκε αμέσως πλην σιωπηρώς, με θετικές ενέργειες τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απέρρεαν από την ανωτέρω υπέρ αυτής σύμβαση, γ) ότι η ως αγοράστρια και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία σε εκτέλεση των εκ της συμβάσεως αυτής υποχρεώσεών της που ανέλαβε, κατέβαλε στην αναιρεσείουσα στις 30-8-2009, 30-9-2009 και 30-10-2009 το συνολικό ποσό των 35.000 ευρώ έναντι του ως άνω συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος, δ) ότι η ως άνω αγοράστρια (και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία) αμέσως μετά την σύστασή της ζήτησε από την πωλήτρια και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, να προβεί άμεσα στις απαραίτητες διαδικαστικές ενέργειες, ώστε να ολοκληρωθεί η συμφωνηθείσα μεταβίβαση των μισθωτικών σχέσεων των χώρων - καταστημάτων - όπου λειτουργούσε η πωληθείσα επιχείρηση και ευρίσκοντο στον πρώτο και στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ...
Θεσ/νίκης, τα οποία είχε η τελευταία (αναιρεσείουσα) μισθώσει δια του νομίμου εκπροσώπου της Ι. Γ., από τους ιδιοκτήτες τους Β. Α. και Α. Α., δυνάμει των από 1-7-2003 και 26-5-2004 ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεως, προκειμένου να ορισθεί η διεύθυνση της έδρας της (αναιρεσίβλητης), να τακτοποιηθούν οι φορολογικές διατυπώσεις, με την έκδοση Α.Φ.Μ και αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και να είναι δυνατή η νόμιμη λειτουργία της επιχειρήσεως, στο όνομά της (αναιρεσίβλητης), ε) ότι η αναιρεσείουσα καθυστερούσε αδικαιολόγητα την συμφωνηθείσα μεταβίβαση των ως άνω μισθωτικών σχέσεων, λόγω του ότι τούτο απαγορευόταν από τις ως άνω συμβάσεις μισθώσεως, καθ’ ότι με το άρθρο 6 αυτών, ειδικότερον, απαγορευόταν η υπομίσθωση των μισθίων σε τρίτο ή η παραχώρηση με οποιονδήποτε τρόπο της χρήσεώς τους, πράγμα που, όπως αποδείχτηκε, δεν γνώριζε η αναιρεσίβλητη, ούτε τα ως άνω φυσικά πρόσωπα που συμβλήθηκαν στο όνομά της την 31-7-2009, αλλά πληροφορήθηκε τούτο περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2009, όταν ασκούσε πιέσεις και προέβαινε σε οχλήσεις της αναιρεσείουσας για την μεταβίβαση σ’ αυτής των ως άνω μισθωτικών σχέσεως, ως μισθώτριας, στ) ότι η αναιρεσείουσα εγνώριζε κατά την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως της επιχειρήσεώς της ότι δεν είχε λάβει τη ρητή συναίνεση των εκμισθωτών για τη μεταβίβαση των επιδίκων μισθώσεων σε μια εταιρία Ε.Π.Ε που θα συστηνόταν και ενώ γνώριζε ότι με βάση τα υφιστάμενα συμφωνητικά μίσθωσης δεν επιτρεπόταν σ’ αυτή η υπομίσθωση ή με άλλο τρόπο παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, υποσχέθηκε την μεταβίβαση των μισθωτικών αυτών συμβάσεων και επομένως ορθώς υπαναχώρησε από τη σύμβαση η εφεσίβλητη και ζήτησε την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας που της επιδικάσθηκε, και ζ) ότι κατόπιν των ανωτέρω και συμφώνως προς σχετικό όρο της ως άνω συμβάσεως, η αναιρεσίβλητη (αγοράστρια εταιρεία) νομίμως υπαναχώρησε από τη σύμβαση, με εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα (πωλήτρια εταιρεία) στις 27-11-2009 λόγω του νομικού αυτού ελαττώματος της μεταβιβασθείσης επιχειρήσεως, που η ίδια (πωλήτρια και ήδη αναιρεσείουσα) εγνώριζε κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως και αποτελούσε ουσιώδη προϋπόθεση για την λειτουργία της επιχειρήσεως στο όνομα της αναιρεσίβλητης αγοράστριας, καθώς αυτή αποσκοπούσε στη συνέχιση εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως στους χώρους που λειτουργούσε έως τότε, με συνέπεια η πωλήτρια και ήδη αναιρεσείουσα να υποχρεούται σε επιστροφή των ανωτέρω ληφθέντων από την αναιρεσίβλητη χρηματικών ποσών κατά τις διατάξεις των άρθρων 389, 904 και 908 του ΑΚ, το δικάσαν Εφετείο, το μεν ορθώς τις ως άνω νομικές διατάξεις των άρθρων 9 και 8 παρ. 2 του ν.3190/1955 ερμήνευσε και εφήρμοσε, δεχόμενο, ότι η αναιρεσίβλητη με το να αναλάβει, μετά την νόμιμη σύστασή της, τις ανωτέρω υποχρεώσεις, που ανέλαβαν γι’ αυτήν τόσον κατά το ιδρυτικό όσον και κατά το προϊδρυτικό στάδιο οι ιδρυτές της, καθίσταται βάσει των αυτών ως άνω διατάξεων αυτοδικαίως μόνη δικαιούχος και των αντιστοίχων δικαιωμάτων, που απορρέουν από την υπ’ αυτής εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, τα οποία μπορεί και να ενασκήσει ως ούσα μόνη δικαιούχος τους και επομένως νομιμοποιείται κατά το άρθρο 68 του ΚΠολΔ στην άσκηση της ως άνω αγωγής, με την οποίαν επεδίωκε την, λόγω υπαναχωρήσεώς της από την προαναφερομένη σύμβαση, επιστροφή των ανωτέρω χρηματικών ποσών, που είχε καταβάλει σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής στην, κατά τα εκτεθέντα αδικαιολογήτως επομένως σε βάρος της πλουτίσασα, αναιρεσείουσα από αυτήν (αναιρεσείουσα).
Το δε διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και βάσει αυτών κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα. Δεδομένου δ’ ότι η επίδικη διαφορά δεν δημιουργήθηκε από τις σχέσεις των συμβληθέντων ιδρυτών της αναιρεσιβλήτου και της τελευταίας (αναιρεσιβλήτου), ούτε αφορά αυτές, είναι άνευ εννόμου επιρροής η νομική μορφή της συμπράξεως των ιδρυτών της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο καταρτίσεως της ειρημένης συμβάσεως και πριν την σύστασή της και η σχέση αυτών προς την τελευταία, αφού μετά την σύστασή της ανέλαβε, κατά τις ειρημένες παραδοχές, η ιδία τις εκ της ανωτέρω συμβάσεως υποχρεώσεις της και άρχισε να εκπληρώνει αυτές, με βάση τις ως άνω νομικές διατάξεις (των άρθρων 9 και 8 παρ. 2 του ν.3190/1955).
Περαιτέρω, κατ’ ουδεμία διάταξη νόμου δημιουργείται υποχρέωση προς νόμιμη ανάληψη των εν λόγω υποχρεώσεων από την συσταθείσα εταιρεία η ίδρυση υπό πάντων ή συμμετοχή σ’ αυτήν (συσταθείσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης) πάντων των καταρτισάντων την σύμβαση, εκ της οποίας απορρέουν οι υποχρεώσεις, που η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης μετά την ίδρυσή της αναλαμβάνει, ως τούτο συνάγεται από το οριζόμενο από τις διατάξεις αυτές, ότι ευθύνεται μόνη η εταιρεία δια τις ρητώς επ’ ονόματι αύτης προ του χρόνου τούτου γενομένας πράξεις εάν εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως ταύτης ανελήφθησαν υπ’ αυτής οι εντεύθεν υποχρεώσεις, ως εν προκειμένω, κατά τις ανωτέρω παραδοχές, εγένετο.
Εν όψει δε της παραδοχής, ότι η αναιρεσίβλητη ανέλαβε τις εκ της ειρημένης συμβάσεως υποχρεώσεις, βάσει των ως άνω διατάξεων, ουδεμία υπήρχε ανάγκη να αποσαφηνισθεί από το δικάσαν Εφετείο βάσει ποιων διατάξεων εγένετο η "υπεισέλευση" αυτής και στα εκ της συμβάσεως δικαιώματα, αφού όπως προαναφέρεται η ανάληψη των συμβατικών αυτών υποχρεώσεων από την ιδρυθείσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αυτοδικαίως συνεπάγεται και την δημιουργία των αντιστοίχων δικαιωμάτων, τα οποία ως δικαιούχος δικαιούται να ασκήσει.
Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους εκ του του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αριθ. 1 πρώτο, δεύτερο και τρίτο και εκ του αριθ. 19 τέταρτο λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμα.- Όπως προαναφέρεται, από την διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει, όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, συνάγεται, ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επιδίκου έννομου σχέσεως ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση της σχέσεως αυτής (ΑΠ 339/2010).
Η νομιμοποίηση του διαδίκου, το δικαίωμα δηλαδή να υπερασπίζεται κάποιος την δικαζόμενη υπόθεση, αλλιώς η εξουσία διεξαγωγής της δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, που συμπίπτει με την ιδιότητα του υποκειμένου του δικαιώματος ή της εννόμου σχέσεως, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, όπως η περίπτωση των μη δικαιούχων ή μη υπόχρεων διαδίκων, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, που ερευνάται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1617/2011), με συνέπεια αν το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως των διαδίκων και δεν συμπληρωθούν παραδεκτώς κατά τα άρθρ. 224 και 227 ΚΠολΔ οι ελλείψεις, να απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί, κατ’ αρχήν, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επιδίκου εννόμου σχέσεως, δηλαδή ο ίδιος φορέας του επιδίκου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντιστοίχου υποχρεώσεως κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, οι κανόνες που αναφέρονται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, όπως είναι και η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων, αποτελούν δικονομικούς κανόνες, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγο αναιρέσεως, κατά τον οποίο ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή απαράδεκτο που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.
Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που ανάγεται στην παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο με βάση αυτά αίτημα, ώστε αυτό να είναι σαφές ως λογικό επακόλουθό τους, ελέγχεται ως παράβαση με βάση τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 αρ. 8 και 14, αντιστοίχως, λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 1177/2015).
Ανεξαρτήτως δε από το είδος της προβαλλομένης αοριστίας, πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως, εκτός των άλλων στοιχείων, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως ορισμένη (ή απορρίφθηκε ως αόριστη) και επί πλέον, ότι ο λόγος αοριστίας είχε νομίμως προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφερθεί με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις στο εφετείο (ΑΠ 1705/2008 2013/2007), ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές αυτής, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως, άλλως ο σχετικός λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 252/2016, 1177/2015, 1672/2014, 939/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο της κρινομένης αναιρέσεώς της προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή για έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εναγούσης και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως εκτιμάται κατά το μέρος του αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως και λόγω αοριστίας του δικογράφου της, ένεκα μη αναφοράς των νομιμοποιητικών στοιχείων της εναγούσης ως προς την απόκτηση των δικαιωμάτων της για την άσκησή της (ποιοτικής- σημειωτέον ότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι τον ισχυρισμό αυτόν δεν τον είχε προτείνει πρωτοδίκως, αλλά το πρώτον στο εφετείο όχι με κύριο, αλλά με πρόσθετο λόγο εφέσεως), επικαλουμένη (η αναιρεσείουσα) προς τούτο μόνον, ότι η τελευταία (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε σε βάρος της την υπ’ αύξοντα αριθμό καταθέσεως .../2010 αγωγή της, ζητώντας την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και όχι ολοκληρωμένο το κείμενο της αγωγής, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν πράγματι αυτή ήταν, κατά τα ανωτέρω στοιχεία της, αόριστη.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002, ΑΠ 1021/2002, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 105/2005, ΑΠ 953/2005, ΑΠ 1874/2008), εφ’ όσον βεβαίως προετάθησαν παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση, πάντως, του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).
Για την πληρότητα, όμως του ίδιου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται, ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει, επίσης, να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά, ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, αναφέροντας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: "Η πωλήτρια, προσκομίζει με επίκληση ένα ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της μίσθωσης, όσον αφορά στο δεύτερο όροφο, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η υπομίσθωση από τον ιδιοκτήτη - εκμισθωτή και ως προς αυτόν τον όροφο.
Το έγγραφο αυτό φέρει μεν την υπογραφή της εκμισθώτριας Α. Α., όμως δεν έχει κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και, ως εκ τούτου, δε φέρει βεβαία χρονολογία, ώστε να αποδεικνύεται, ότι καταρτίσθηκε πριν από την ημερομηνία, κατά την οποία έλαβε χώρα η υπαναχώρηση της αγοράστριας και όχι μετά από αυτή, με σκοπό την εξυπηρέτηση των εννόμων συμφερόντων της πωλήτριας".
Προκύπτει, επομένως, εκ τούτου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα το ανωτέρω έγγραφο, που, από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, ότι είναι το από 1-11-2009 τροποποιητικό μισθωτήριο συμφωνητικό, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ της ως άνω εκμισθώτριας Α.
Α. και της αναιρεσειούσης και αφορά τον προαναφερόμενο δεύτερο όροφο, την μίσθωση του οποίου η τελευταία είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην αναιρεσίβλητη, δεχόμενο ότι δεν αποδεικνύεται, λόγω του ότι δεν έφερε βεβαία χρονολογία, όπως και η αναιρεσίβλητη είχε ισχυρισθεί με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, αμφισβητώντας, ότι τούτο καταρτίσθηκε την 1-11-2009, η κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία κατάρτισή του και όχι ότι το έγγραφο αυτό δεν είναι νόμιμο αποδεικτικό έγγραφο και, ως εκ τούτου, δεν το λαμβάνει υπόψη του.
Επομένως ο αντίθετος έκτος λόγος αναιρέσεως, που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11(γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, ούτε τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1627/2011).
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο, έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητώς ή και σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 (α) του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως προβάλει την αιτίαση, ότι το δικάσαν εφετείο έλαβε υπ’ όψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και δη ότι, αφού δεν είχε κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
και εκ τούτου δεν έφερε βεβαία χρονολογία το από 1-11-2009 τροποποιητικό μισθωτήριο συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ιδίας (αναιρεσειούσης) και της εκμισθώτριας του δευτέρου μισθίου Α. Α. και επέτρεπε την υπομίσθωση του μισθίου, που με την από 31-7-2009 σύμβαση είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην αναιρεσίβλητη, δεν αποδεικνυόταν, ότι η τροποιητική αυτή σύμβαση καταρτίσθηκε πριν από την ημερομηνία κατά την οποίαν έλαβε χώρα η υπαναχώρησή της (αναιρεσιβλήτου) και όχι μετά από αυτήν προς εξυπηρέτηση των εννόμων συμφερόντων της αναιρεσείουσας.
Ο υπό το ανωτέρω περιεχόμενο έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί η προβαλλομένη με αυτόν αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του νόμου, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου, που συνάγεται από την εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΟλΑΠ 3/1997). Και τούτο, πέραν του ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό τον είχε προτείνει ρητώς ενώπιον του εφετείου η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της (σελ. 8) και του ότι, σε κάθε περίπτωση, ο αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 8 (α) ΚΠολΔ, επιχειρείται να ελεγχθεί η περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8(β) ΚΠολΔ, με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που η ιδία πρότεινε με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως και δη, ότι η μεταβίβαση των με τα από 1-7-2003 και 26-5-2004 ιδιωτικά συμφωνητικά καταρτισθεισών μισθωτικών σχέσεων των μισθίων ακινήτων, των οποίων η ιδία ήταν μισθωτής και τις οποίες (μισθωτικές αυτές σχέσεις) με το από 31-7-2009 συμφωνητικό συμφώνησε με τους Θ.
Β. και Χ. Π. να μεταβιβάσει "στην υπό ίδρυση άνευ ονομασίας και λοιπών στοιχείων Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", που είναι η εν συνεχεία συσταθείσα αναιρεσίβλητη, δεν μπορούσε να υλοποιηθεί λόγω αρνήσεως των εκμισθωτών, ότι τούτο δεν βαρύνει την ίδια (αναιρεσείουσα) και επομένως δεν αποτελούσε λόγο υπαναχωρήσεως της αναιρεσιβλήτου ένεκα υπαιτιότητος αυτής (αναιρεσειούσης).
Τον ισχυρισμό αυτόν, που συνιστά ένσταση ελλείψεως της υπαιτιότητας της εναγομένης αναιρεσειούσης εκ των άρθρων 330-342 ΑΚ (σχ. ΑΠ 113/2014) το εφετείο τον έλαβε υπόψη και, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, απάντησε απορρίπτοντάς τον με την παραδοχή, ότι έχει υπαιτιότητα η αναιρεσείουσα (ΑΠ 865/1995).
Ειδικότερα, το εφετείο για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού δέχθηκε ότι την, με τα ανωτέρω συμφωνητικά μισθώσεως συμφωνηθείσα, απαγόρευση της υπομισθώσεως των εν λόγω μισθίων ή της παραχωρήσεως με οποιονδήποτε τρόπο της χρήσεώς τους σε τρίτο, δεν την εγνώριζαν, κατά την κατάρτιση της προαναφερομένης από 31-7-2009 συμβάσεως τα ως άνω πρόσωπα που συνεβλήθησαν με αυτήν (αναιρεσείουσα), ενώ, αντιθέτως, το νομικό τούτο ελάττωμα της μεταβιβασθείσης επιχειρήσεως το εγνώριζε η αναιρεσείουσα, η οποία, μέχρι του χρόνου της υπαναχωρήσεως, δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και επομένως "δικαιολογημένα και όχι προσχηματικά και καταχρηστικά" υπαναχώρησε η αναιρεσίβλητη.
Εκ τούτου, άλλως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 8(β) ΚΠολΔ, επιχειρείται να ελεγχθεί η περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). - Κατά το άρθρο 409 του ΑΚ, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει.
Το δικαστήριο της ουσίας, για την διαμόρφωση της κρίσης του, ως προς το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στη συνέχεια ως προς το μέτρο που πρέπει να μειωθεί, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την έκταση της συμβατικής παράβασης και το βαθμό του πταίσματος του οφειλέτη σε συνδυασμό με την τυχόν ωφέλεια, που ο ίδιος ή ο δανειστής πορίσθηκαν από την αθέτηση της σύμβασης, τα συμφέροντα του δανειστή που ενδεχομένως πλήγηκαν και επίσης την οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 201/2007, 605/ 2010, 224/2012).
Για τη μείωση της ποινικής ρήτρας, απαιτείται σχετικό αίτημα του οφειλέτη, που μπορεί να υποβληθεί και με ένσταση κατά της αγωγής του δανειστή με αντικείμενο την καταβολή της, πρέπει δε, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα, να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η δυσαναλογία της ποινής σε σχέση με την όλη ενοχική σχέση και τα ποιοτικά στοιχειά της (ΑΠ 1090/2011).
Σημειωτέον, ότι είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ποσό κατά το οποίο μειώνεται η ποινική ρήτρα, αφού είναι κρίση περί τα πράγματα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξ άλλου, η εν λόγω ένσταση για μείωση της υπερμέτρου ποινής στο μέτρο που αρμόζει, αποτελεί ειδική εκδήλωση της απαγορεύσεως από το άρθρο 281 ΑΚ και δεν είναι προνομιακή, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ.
Αυτό, διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να ορίζει ειδικά, ότι ο σχετικός ισχυρισμός για τη θεμελίωσή της μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Εξ άλλου, ο χαρακτηρισμός διατάξεως ως δημοσίας τάξεως, μόνη συνέπεια έχει, ότι η εφαρμογή της δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση (άρθρο 3 ΑΚ) και όχι ότι ο ισχυρισμός που στηρίζεται σ’ αυτή μπορεί, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης.
Παρέπεται απ’ αυτά, ότι η ένσταση μειώσεως της συμφωνηθείσης δυσαναλόγως μεγάλης ποινής μπορεί, όπως και οι λοιποί πραγματικοί ισχυρισμοί, να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη: α) από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, β) από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων, αν δεν προβλήθηκε έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία και γ) αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη των εγγράφων (ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 773/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο ορθώς με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, την το πρώτον, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, προταθείσα ένσταση της τελευταίας για μείωση της ζητηθείσης με την από 20-5-2010 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../2010) αγωγή της εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου ποινικής ρήτρας ποσού 50.000 ευρώ, ως συμβατικώς συμφωνηθείσης μεταξύ τους και καταπεσούσης από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός για τη θεμελίωσή της δεν είναι από τους προτεινόμενους σε κάθε στάση της δίκης, ούτε προβλήθηκε ως υπεράσπιση κατά έφεσης της ενάγουσας (αναιρεσιβλήτου), δεν συνέτρεξε περίπτωση μη έγκαιρης προβολής από δικαιολογημένη αιτία και ούτε αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία αντιδίκου ή από έγγραφα.
Συνακολούθως, οι αντίθετοι ένατος κύριος και μόνος πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.- Εν όψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως κατά τους κύριους και τον πρόσθετο λόγο αυτής να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση αναιρέσεως και τον από 14 Δεκεμβρίου 2016 πρόσθετο λόγο αυτής, της ετερορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 645/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου