Supreme Court dismisses appeal on breach of contract and penalty reduction, upholding lower court's findings of delay and non-payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 'Brothers Pinnikas' against the Second Instance Court of Dodecanese regarding a construction contract dispute. The lower court found the appellant in default for failing to deliver the project by the agreed date and for not paying social security contributions, ordering a penalty payment of 9.84 million drachmas. The Supreme Court rejected the appellant's arguments for reducing the penalty and deemed the lower court's reasoning sufficient and legally sound, thus upholding the original judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 409, 281, 269, 527 of the Civil Code; The claim for reduction of an excessive agreed penalty is not a privileged plea but subject to procedural time limits, allowing it to be raised for the first time in the appeal stage only if the defendant admits the facts or if the plaintiff was unaware of the documents despite diligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 773 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 773/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΠΙΝΝΙΚΑ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Δήμο Αρχαγγέλου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: ..... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Μπόνη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Δεκεμβρίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2001 προδικαστική και 38/2006 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Απριλίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η από το άρθρο 409 ΑΚ ένσταση για μείωση της υπέρμετρης ποινής στο μέτρο που αρμόζει, αποτελεί ειδική εκδήλωση της απαγόρευσης από το άρθρο 281 ΑΚ και δεν είναι προνομιακή, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ. Αυτό, διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να ορίζει ειδικά, ότι ο σχετικός ισχυρισμός για τη θεμελίωσή της μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός διάταξης ως δημόσιας τάξης, μόνη συνέπεια έχει, ότι η εφαρμογή της δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση (άρθρο 3 ΑΚ) και όχι ότι ο ισχυρισμός που στηρίζεται σ' αυτή μπορεί, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης. Παρέπεται απ' αυτά, ότι η ένσταση μείωσης της συμφωνηθείσας δυσανάλογα μεγάλης ποινής μπορεί, όπως και οι λοιποί πραγματικοί ισχυρισμοί, να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη:
α) από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, β) από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων, αν δεν προβλήθηκε έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία και γ) αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη των εγγράφων.
Επομένως, σωστά οι προσβαλλόμενες αποφάσεις απέρριψαν ως απαράδεκτη, την απορριφθείσα ως αόριστη πρωτόδικα, αλλά επαναφερθείσα κατά τρόπο ορισμένο στο Εφετείο με την έφεση και τις προτάσεις της αναιρεσείουσας (εναγομένης), ένσταση της τελευταίας, για μείωση της ζητηθείσας με την από 12.12.1997 αγωγή της αναιρεσίβλητης ποινικής ρήτρας δραχμών 9.840.000 από υπαίτια καθυστέρηση εκτέλεσης του σ' αυτή έργου, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός για τη θεμελίωσή της δεν είναι από τους προτεινόμενους σε κάθε στάση της δίκης, ούτε προβλήθηκε ως υπεράσπιση κατά έφεσης της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), δεν συνέτρεξε περίπτωση μη έγκαιρης προβολής με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία και ούτε αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία αντιδίκου ή από έγγραφα.
Συνακόλουθα, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης, που αποδίδει στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις την πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Με τους δεύτερο, τρίτο και πρώτο (οικείο μέρος) λόγους αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις που προβλέπονται από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αποδίδουν στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις την πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί παρά το νόμο δεν έλαβαν καθόλου υπόψη τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της από 25.9.1997 έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης 210/1999 απόφασης του πολυμελούς πρωτοδικείου Ρόδου, αν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Όμως, από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις προκύπτει, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και απορρίφθηκαν όλοι οι σχετικοί λόγοι, καθώς και η έφεση στο σύνολο της, από τα πράγματα, όπως αποδεικνύεται από τις παραδοχές που παρατίθενται στην επόμενη σκέψη της παρούσας. Άλλωστε, με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσης, όπως απ' αυτή προκύπτει, η αναιρεσείουσα επανέφερε την άνω ένστασή της για μείωση της ποινικής ρήτρας, η οποία ήταν απαράδεκτη και ορθά ως τέτοια απορρίφθηκε.
Με τους δεύτερο και τέταρτο λοιπούς λόγους της έφεσης, χωρίς καμία αναφορά σε πραγματικά περιστατικά που πρότεινε πρωτόδικα για θεμελίωση ένστασης απαλλαγής της, παραπονέθηκε αορίστως "για εσφαλμένη τάχα απόρριψη ως αορίστου του σχετικού ισχυρισμού της για έλλειψη υπερημερίας", ενώ είναι αλήθεια ότι ο σχετικός ισχυρισμός της στο πρωτοδικείο, κατά τον οποίο "δεν σημειώθηκε καμιά καθυστέρηση από την πλευρά της, η οποία δε επιβράδυνση προκλήθηκε αποκλειστικά από ενέργειες και πράξεις της αντιδίκου" (μη προσδιορισθείσες) ήταν αόριστος και σωστά απορρίφθηκε ως τέτοιος (βλ.
τις από 3.3.1999 πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας).
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 404 και 405 παρ. 1 του ΑΚ, ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Τέλος, κατά τα άρθρα 330, 341 παρ. 1 και 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της συμφωνηθείσας ορισμένης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής, εκτός αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Επομένως, αν ο δανειστής, που επικαλείται την υπερημερία του οφειλέτη στην εκπλήρωση της παροχής, ζητεί με την αγωγή του την καταβολή της καταπίπτουσας ποινής, καθώς και της συμφωνηθείσας αποζημίωσης, ο οφειλέτης για την απαλλαγή του από τις συνέπειες της υπερημερίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι η εμφανισθείσα καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά σε ανώτερη βία, δηλαδή σε τυχερό γεγονός που δεν μπορεί να προβλεφθεί και να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ή σε άλλο γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 38/2006 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Δυνάμει της .... σύμβασης εργολαβίας και προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου της συμβολαιογράφου..... και τη συνημμένης με αυτήν συγγραφής υποχρεώσεων η εναγομένη (αναιρεσείουσα) εργολήπτρια εταιρεία ανέλαβε με το σύστημα της αντιπαροχής την ανέγερση και αποπεράτωση εννέα συνολικά μονώροφων τουριστικών κατοικιών, οι οποίες θα οικοδομούντο σε τμήμα ακινήτου της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) εκτάσεως 1200 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...." της κτηματικής περιφέρειας.....
συνολικής έκτασης του όλου ακινήτου 3.600 τ.μ. Ως αντάλλαγμα, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να της μεταβιβάσει, σταδιακά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών στην ίδια ή σε τρίτους που η ίδια θα της υπεδείκνυε, την κυριότητα του υπόλοιπου τμήματος του παραπάνω ακινήτου εκτάσεως 2.400 τ.μ. Με την υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού της μεταβίβασε τα 15/100.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του παραπάνω εργολαβικού συμβολαίου, ορίστηκε προθεσμία 22 μηνών από την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας ως χρόνος παράδοσης του έργου. Μετά δε την πάροδο της προθεσμίας αυτής, η εργολήπτρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα ως ποινική ρήτρα το ποσόν των 20.000 δρχ.
για κάθε ημέρα καθυστέρησης του έργου. Με το άρθρο 10 του ιδίου συμφωνητικού ορίστηκε, ότι, μετά τη συμπλήρωση 30 μηνών από την έναρξη των εργασιών και παρά το γεγονός ότι καταπίπτει η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, παρέχεται το δικαίωμα στην ενάγουσα να καταγγείλει τη σύμβαση και να κηρύξει έκπτωτη την εργολήπτρια εταιρεία.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της ίδιας συμφωνίας, η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ ή σε οποιοδήποτε άλλο ασφαλιστικό φορέα του εργατοτεχνικού προσωπικού βαρύνει την εναγόμενη εταιρεία. Η εναγόμενη εταιρεία προχώρησε στην έκδοση της ...... οικοδομικής άδειας και άρχισε την κατασκευή του έργου, το οποίο έπρεπε να παραδώσει περατωμένο βάσει της συμφωνίας στις 27.7.1996.
Όμως, λόγω οικονομικών προβλημάτων, το έργο άρχισε να παρουσιάζει καθυστέρηση στην εκτέλεση. Η ενάγουσα με την από 19.6.1997 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, που κοινοποίησε στην εναγόμενη στις 25.6.1997 (βλ. την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Ρόδου ....) κάλεσε την εναγόμενη να της παραδώσει το έργο αποπερατωμένο μέχρι τις 31.8.1997 και να υποχρεωθεί να της κατάβάλλει το ποσόν των 6.600.000 δρχ.
ως ποινική ρήτρα για το χρόνο καθυστέρησης, δηλώνοντας ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, θα καταγγείλει τη σύμβαση και θα την κηρύξει έκπτωτη, ως είχε δικαίωμα από τη μεταξύ τους συμφωνία. Η εναγομένη όμως δεν προχώρησε στην αποπεράτωση του έργου μέχρι και σήμερα, ως συνομολογεί και η ίδια, αφού ο ίδιος ο μάρτυράς της κατέθεσε ότι έχει εκτελεστεί το 85% του όλου έργου.
Επομένως, η εναγόμενη εταιρεία κατέστη υπερήμερη ως προς την παράδοση του έργου και οφείλει στην ενάγουσα ως ποινική ρήτρα για καθυστέρηση εκπλήρωσης το ποσόν των 9.840.000 δρχ., δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 27.7.1996 μέχρι 12.12.1997 (492 ημέρες Χ 20.000 δρχ.). Περαιτέρω, η εναγόμενη εταιρεία δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, ως είχε υποχρέωση από τη συμφωνία, με αποτέλεσμα να ασκηθεί κατά της ενάγουσας ποινική δίωξη ως ιδιοκτήτρια του έργου, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών.
Για να αποφύγει την καταδίκη της, η ενάγουσα αναγκάστηκε να καταβάλλει η ίδια τις εισφορές στο ΙΚΑ, συνολικού ποσού 3.085.863 δρχ. (βλ. τις ..... , ....., .... , .... αποδείξεις και γραμμάτια είσπραξης του ΙΚΑ). Αυτά αφού δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να της καταβάλλει τα παραπάνω ποσά, δεν έσφαλε ως προς τη σωστή ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους και η έφεση στο σύνολό της".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας (εναγομένης), για έλλειψη υπαιτιότητας στην καθυστέρηση εκπλήρωσης της παροχής κατά τη συμφωνηθείσα ορισμένη ημερομηνία, απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω και ορθά ως αόριστος, επομένως οι παραπάνω παραδοχές είναι επαρκείς για να δικαιολογήσουν την υπερημερία της αναιρεσείουσας με μόνη την παρέλευση της συμφωνηθείσας ορισμένης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής, καθώς και την κατάπτωση της ποινής από υπαίτια αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής.
Με τις σκέψεις αυτές δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των άρθρων 404, 405, 407, 409 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 686, 690 και 381, 387 του ίδιου Κώδικα. Σύμφωνα με αυτά, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα, πρέπει ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος.
IV.- Οι ίδιοι ως άνω λόγοι του αναιρετηρίου, κατά τα οικεία μέρη τους που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 17-4-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Πιννίκα Εμπορικές Οικοδομικές Εργολαβικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε.", για αναίρεση των 38/2006 και 1/2001 αποφάσεων του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ