Legislator Case Law & Legislation
1277/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision rejecting state's claim of public ownership via forest law.

Case Number 1277/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting its claim of public ownership over disputed properties. The State argued that the appellant lacked good faith because the Forestry Directorate had submitted declarations and intensity reports to the cadastral office, disrupting the appellant's possession under the relevant forest law. However, the Court ruled the appeal inadmissible because the appellant's claim relied on Article 1045 of the Civil Code regarding long-term possession, not the specific conditions of the forest law cited by the State. Consequently, the appeal was rejected as based on a false premise, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to demonstrate that the lower court's decision violated the specific statutory conditions required for the legal basis invoked by the appellant, rendering the appeal's premise false.

Keywords

AI generated
appeal admissibility good faith possession forest law application cadastral registration legal costs allocation public ownership claim Article 1045 Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3) and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Law 3127/2003
Article 1045 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1277 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1277/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις ..., με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αγγελόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από ...-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ...-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η .../2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 18-12-2018 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της .../2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από ...-2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί κύριος, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, εμβαδού 71,90 τ.μ. και μιας αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 5,27 τ.μ., της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ... του Δήμου ... και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής που καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου ..., όπου εμφανίζονται οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες ως ιδιοκτησίες αγνώστου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ ΑΠ 2/2001, Ολ ΑΠ 12/2000, ΑΠ 597/2019), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης διατείνεται το αναιρεσείον ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε με την αγωγή του πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας και συγκεκριμένα ότι τα επίδικα ακίνητα μεταβιβάστηκαν σ' αυτόν άτυπα από την κατασκευάστρια εταιρεία με την επωνυμία "Ε.

Ρ. - Π. Π. - Σ. Π. Ο.Ε.", που ανέλαβε την ανέγερση δύο κτιρίων πολυκατοικίας εντός οικοπέδου εμβαδού 3.404,50 τ.μ., τα οποία ανήκαν στο εργολαβικό της αντάλλαγμα, έναντι του συνόλου των υδραυλικών εγκαταστάσεων και τεχνικών εργασιών επί των δύο κτιρίων, τις οποίες ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησε ο ενάγων. Ότι με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται και δεν αποδεικνύεται ο τρόπος κτήσης των επιδίκων ακινήτων από το φερόμενο ως δικαιοπάροχο του ενάγοντος και επομένως και από τον ίδιο τον ενάγοντα, όπως ισχυρίστηκε το ίδιο πρωτοδίκως και κατ' έφεση.

Ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό περί αοριστίας της αγωγής υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι ο τελευταίος ισχυρίστηκε με την αγωγή του ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1978 εργολαβικού προσυμφώνου και εργολαβικού, το οποίο υλοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ...-1978 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και αριθμό ... του Υποθηκοφυλακείου ..., η εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Ρ. - Π. Π. - Σ. Π. Ο.Ε." ανέλαβε την ανέγερση δύο κτιρίων πολυκατοικίας εντός οικοπέδου εκτάσεως 3.404,50 τ.μ., σύμφωνα με το από Φεβρουαρίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Π. Ότι το οικόπεδο αυτό βρίσκεται στο με αριθμό ...

Ο.Τ. του Δήμου ... ως διαμπερές μεταξύ των οδών ... ..., στις οποίες και έχει πρόσοψη το καθένα από τα δύο κτίρια. Ότι οι εταίροι της ως άνω εταιρείας ανέθεσαν στον ίδιο την εκτέλεση του συνόλου των υδραυλικών εγκαταστάσεων και τεχνικών εργασιών και των δύο κτιρίων, τις οποίες και πραγματοποίησε. Ότι ως αμοιβή, μόλις ολοκλήρωσε τις ανωτέρω εργασίες και εγκαταστάσεις, το 1981, οι πιο πάνω εταίροι του μεταβίβασαν ατύπως το διαμέρισμα Α7 του πρώτου ορόφου της κτιρίου ΙΙ επί της οδού ...

και την αποθήκη ... του υπογείου του ίδιου κτιρίου, τα οποία ανήκαν στο εργολαβικό τους αντάλλαγμα, επί συνόλου 640 χιλιοστών. Ότι η ως άνω εργολήπτρια εταιρεία λύθηκε αυτοδικαίως στις 31-12-1981 σύμφωνα με το από 7-6-1979 ιδιωτικό συμφωνητικό των εταίρων της, γεγονός που κατέστησε δυσχερή τη σύνταξη συμβολαιογραφικού συμβολαίου στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που ανήκαν στο εργολαβικό της αντάλλαγμα, όπως η δικές του.

Εξέθετε δε στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του ότι από το 1981 εγκαταστάθηκε και διέμενε με την οικογένειά του στις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες και με τον τρόπο αυτό, νεμόμενος τις ιδιοκτησίες αυτές για χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας, κατέστη κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία.

Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος εξέθετε στην αγωγή του τον τρόπο με τον οποίο η δικαιοπάροχος αυτού ομόρρυθμη εταιρεία κατέστη κυρία, δυνάμει των αναφερομένων συμβολαιογραφικών πράξεων, των πιο πάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών. Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον κατά την αγωγή είχε προηγηθεί η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στη συγκεκριμένη πολυκατοικία, όπου βρίσκονται οι δύο ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, δυνάμει της ...-1978 συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα των δύο αυτών οριζόντιων ιδιοκτησιών με έκτακτη χρησικτησία, όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή του, και μάλιστα ανεξάρτητα αν η δικαιοπάροχος αυτού ομόρρυθμη εταιρεία είχε καταστεί προηγουμένως κυρία αυτών με κάποιο νόμιμο τρόπο.

Επομένως, η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ήταν πλήρως ορισμένη, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, τέτοια δε άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1612/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 292/2014, ΑΠ 852/2013), χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019).

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 3/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται το αναιρεσείον ότι τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, όσο και με την έφεσή του αμφισβήτησε την ύπαρξη διακατοχικών πράξεων επί των επιδίκων ακινήτων εκ μέρους του ενάγοντος. Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρκέστηκε σε μερικές αόριστες υλικές πράξεις από τις οποίες δεν μπορεί να συναχθεί ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων από τους φερόμενους ως δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και η πραγμάτωση της βούλησης αυτού να κατέχει τα επίδικα ακίνητα ως δικά του.

Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2, 3α και ββ' του ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο" και 1045 ΑΚ και ότι ως εκ τούτου είναι αναιρετέα η απόφαση κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Τα επίδικα ακίνητα (οριζόντιες ιδιοκτησίες) βρίσκονται στη με αριθμό ΔΥΟ (

ΙΙ) πολυκατοικία εγερθείσα επί οικοπέδου συνολικής έκτασης 3.407 τ.μ. στη θέση "..." εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου ... Αττικής, επί της οδού ... στο ... οικοδομικό τετράγωνο, που περιβάλλεται από τις οδούς .../... Ειδικότερα, πρόκειται για δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα: 1. Το με στοιχεία ΑΛΦΑ ΕΠΤΑ (Α7) διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου του δευτέρου κτιρίου, συνολικής επιφάνειας 71,90 τ.μ.

και ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 13/1000 εξ αδιαιρέτου και 2. Της με στοιχεία ΥΨΙΛΟΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΕΝΝΕΑ (...) αποθήκης του υπογείου του ίδιου ως άνω κτιρίου, συνολικής επιφάνειας 5,27 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 0,50/1000 εξ αδιαιρέτου, επί οικοδομής που έχει υπαχθεί νόμιμα στις διατάξεις του ν. 3742/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, δυνάμει της με αριθμό ....1978 πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, σε συνδυασμό με τη με αριθμό ....1979 πράξη τροποποίησης αυτής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Το δε οικόπεδο επί του οποίου έχει ανεγερθεί η ως άνω οικοδομή έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι δυνάμει του με αριθμό .../1978 εργολαβικού προσυμφώνου και εργολαβικού, η εταιρία με την επωνυμία "Ε.

Ρ.-Π. Π.-Σ. Π. Ο.Ε." ανέλαβε την ανέγερση δύο κτιρίων πολυκατοικίας επί τους ως άνω οικοπέδου. Οι εταίροι της ως άνω εταιρίας ανέθεσαν στον ενάγοντα την εκτέλεση του συνόλου των υδραυλικών εγκαταστάσεων και τεχνικών εργασιών και των δύο κτιρίων, τις οποίες και πραγματοποίησε. Ως αμοιβή μόλις ολοκλήρωσε τις εργασίες αυτές οι εταίροι της ως άνω εταιρίας του μεταβίβασαν ατύπως τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, χωρίς όμως να καταρτιστεί συμβολαιογραφικό συμβόλαιο για τη μεταβίβαση αυτή, καθώς η ως άνω εργολήπτρια εταιρία λύθηκε αυτοδικαίως την 31.12.1981, σύμφωνα με το από ....1979 ιδιωτικό συμφωνητικό των εταίρων της (βλ.

το με αριθμό .../2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι από το έτος 1981 ο ενάγων εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο ως άνω διαμέρισμα και στην αποθήκη, όπου και κατοικεί μέχρι σήμερα, φροντίζοντας τις ιδιοκτησίες αυτές και προβαίνοντας σ' όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη συντήρησή τους, τις δηλώνει στις φορολογικές του δηλώσεις και καταβάλλει για αυτές όλα τα τέλη και τους αναλογούντες φόρους.

Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων κατέστη κύριος των επιδίκων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από το έτος 2001 (1981-2001), αφού νεμόταν και κατείχε αυτά συνεχώς και αδιαλείπτως για είκοσι χρόνια με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό τους υλικές πράξεις και συνεπώς είχε την ιδιότητα του κυρίου αυτών κατά την 10.7.2006, ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου για την περιοχή (382/2 ΦΕΚ Β' 854/10.7.2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΚΧΕ).

Το δικαίωμά του αυτό δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από κανένα, όπως αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Σ., Α. Α. και Ε. Β., οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στις με αριθμούς ....2017, ....2017 κι ....2019 ένορκες βεβαιώσεις της Συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Ε. Δ.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς οι παραδοχές της απόφασης συνιστούν το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 1045 ΑΚ και δικαιολογούν την κτήση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τον αναιρεσίβλητο, με την άσκηση επ' αυτών των αναφερόμενων πράξεων νομής, με έκτακτη χρησικτησία.

Κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ, των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και του άρθρου 16 του από 10.7.1837 Β.

Δ/τος "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων". Ειδικότερα, διατείνεται με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του ότι, παρά το γεγονός ότι αμφισβήτησε την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου επί των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών και προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας επ' αυτών, εννοώντας προφανώς το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι δύο πολυκατοικίες, το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.

Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η απλή αμφισβήτηση της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του ακινήτου, επί του οποίου έχουν ανεγερθεί οι δύο πολυκατοικίες, μέρος των οποίων αποτελούν οι επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες, από το αναιρεσείον και η προβολή από αυτό ένστασης ιδίας κυριότητας επί του ακινήτου αυτού με τις πρωτόδικες προτάσεις του, δεν δημιουργεί υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να συμπληρώσει την αγωγή του, αναφέροντας τον τρόπο κτήσης της κυριότητας επί του ακινήτου των απώτερων δικαιοπαρόχων του με πρωτότυπο τρόπο μέχρι τις 11-9-1915.

Τούτο δε, διότι, τέτοια υποχρέωση θα προέκυπτε για τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα στην περίπτωση που το αναιρεσείον αμφισβητούσε την κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων του. Τέτοιο, όμως, αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής δεν ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι προέβαλε κατά της αγωγής και επομένως δεν τίθεται θέμα συμπλήρωσης της αγωγής και συνακόλουθα αοριστία αυτής.

Με το δεύτερο μέρος του αυτού πιο πάνω τρίτου λόγου, ισχυρίζεται επί πλέον το αναιρεσείον ότι, παρά το γεγονός ότι αμφισβήτησε με τις πρωτόδικες προτάσεις του και με την έφεσή του την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου επί των επιδίκων ακινήτων και προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας επ' αυτών, προσκομίζοντας το με αριθμό πρωτ. ....2017 έγγραφο της Περιφερειακής Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής, σύμφωνα με το οποίο, το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι δύο πολυκατοικίες αποτελεί δημόσιο κτήμα, εννοώντας προφανώς, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του εξεταζόμενου λόγου, ότι περιήλθε στην κυριότητά του δυνάμει των ανωτέρω αναφερομένων Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή, δεχόμενο ότι, εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, χωρεί χρησικτησία επ' αυτού κατ' άρθρο 1045 ΑΚ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον εξεταζόμενο λόγο, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "... Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των συνιστώντων το δεύτερο λόγο έφεσης ενστάσεων του εκκαλούντος (εναγομένου) ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του:

α) ως δάσος και δεν χώρησε υποβολή στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση των σχετικών περί ιδιοκτησίας τίτλων εντός ανατρεπτικής προθεσμίας (β.δ. της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών"), αλλιώς β) δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλιώς γ) ως βοσκότοπος ή λιβάδι δυνάμει του β.δ. 3/15-12-1833, αλλιώς δ) ως αδέσποτο (άρθρο 16 β.δ.

από 10-7-1837), αλλιώς ε) με τακτική χρησικτησία, αλλιώς στ) με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, πρωτίστως το εκκαλούν δεν προσκομίζει μετ' επικλήσεως κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι τα επίδικα ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή δημεύτηκαν, ούτε ότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδια ή αδέσποτα, ούτε ότι τα νεμήθηκε με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο βασικός ισχυρισμός του εκκαλούντος (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου ότι τα επίδικα ήταν δάσος και κατ' ακολουθίαν τεκμαίρεται ότι το ίδιο είναι κύριος αυτών. Αντίθετα, στο προσκομιζόμενο με αριθμ. πρωτ. 2610/10.8.2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής αναφέρεται ότι το γεωτεμάχιο επί του οποίου υπάρχει η οικοδομή, όπου βρίσκονται οι επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες "έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλης ...

και δεν είναι χαρακτηρισμένο ως χώρος πρασίνου, το εν λόγω γεωτεμάχιο δεν προστατεύεται πλέον από τις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας. Ως εκ τούτου αποσύρουμε, ως αναρμόδιοι πλέον, τη διεκδίκηση της Υπηρεσίας μας υπέρ Ελληνικού Δημοσίου όσον αφορά στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ Α Εγγραφών ...". Επίσης, από το με αριθμ. ...2016 έγγραφο της Διεύθυνσης πολιτικής γης της Περιφέρειας Αττικής προκύπτει σαφώς ότι στο Δήμο ...

δεν υπάρχουν δημόσιες επικοιστικές εκτάσεις και επομένως δεν προβάλλεται επί του επιδίκου γεωτεμαχίου κανένα δικαίωμα κυριότητας προς όφελος του Ελληνικού Δημοσίου. Το συμπέρασμα δεν αναιρείται από το προσκομιζόμενο με αριθμ. ....2017 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής, που αναφέρει ότι το επίδικο γεωτεμάχιο εμπίπτει σε πρώην δημόσια δασική έκταση, η οποία έχασε το δασικό της χαρακτήρα λόγω της ένταξής της στο σχέδιο πόλης, αλλά διατήρησε το δημόσιο, αφού ο δημόσιος χαρακτήρας του επιδίκου γεωτεμαχίου δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας στο ακίνητο επί του οποίου έχουν ανεγερθεί οι δύο πολυκατοικίες, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση ως προς την ένσταση αυτή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, εφόσον δέχθηκε ότι το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι δύο πολυκατοικίες, μέρος των οποίων αποτελούν οι επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες, δεν είναι δημόσιο κτήμα, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επ' αυτού και συνακόλουθα και επί των επιδίκων οριζόντιων ιδιοκτησιών με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 850/2019).

Επομένως, ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται ουσιαστικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Η διάταξη της περίπτωσης β` εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.... Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ".

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 Ν. 3127/2003. Ειδικότερα, διατείνεται ότι ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του, χωρίς να επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, ισχυρίστηκε ότι κατέστη κύριος των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτά αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας.

Ότι το Ελληνικό Δημόσιο, τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, όσο και με την έφεσή του αμφισβήτησε τη συνδρομή της καλής πίστης στο πρόσωπο του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπως αμφισβήτησε και τη συνδρομή των προϋποθέσεων του Ν. 3127/2003. Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αναφέρει ότι η Διεύθυνση Δασών, για το γεωτεμάχιο όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, υπέβαλε στο Κτηματολογικό Γραφείο ...

τις με αριθμούς ...-2002 δήλωση και ...-2003 ένταση του ν. 2308/1995, σύμφωνα με το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, το οποίο ισχύει για εκτάσεις που έφεραν στο παρελθόν δασική βλάστηση. Ότι οι πράξεις αυτές συνιστούν νόμιμο τρόπο προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος και συγχρόνως διατάραξη της νομής του αναιρεσιβλήτου από τον κατά νόμο αληθή νομέα αυτού, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι με τον τρόπο αυτό και ειδικότερα με τη διατάραξη της νομής, ο αναιρεσίβλητος δεν βρισκόταν πλέον σε καλή πίστη.

Ότι, επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι "το δικαίωμα αυτό δεν αμφισβητήθηκε από κανένα...", παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως σαφώς προκύπτει από την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, που απέκτησε μετά από άτυπη παραχώρηση με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος τις ιδιοκτησίες αυτές από το 1981 και για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Επομένως, η αγωγή του δεν στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, που απαιτούν για την εφαρμογή τους, είτε αδιατάρακτη νομή επί του ακινήτου επί δέκα έτη έως την έναρξη ισχύος του νόμου, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, είτε αδιατάρακτη νομή του επιδίκου επί τριάντα έτη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου, ήτοι μέχρι τις 19-3-2003.

Τέτοια όμως περιστατικά δεν εκτίθενται στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου, η οποία, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος με αυτήν, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, σύμφωνα με τις πιο πάνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του.

Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της .../2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου