Supreme Court partially allowed appeal on Sunday pay increase, dismissing claim regarding employer's failure to terminate contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Single Member Court of First Instance's decision, ordering a remand for further examination of the Sunday pay increase claim. The appellant argued the employer failed to terminate the contract after a detrimental modification, but the court rejected this as inadmissible because it did not constitute a separate legal claim. Consequently, the court upheld the dismissal of the Sunday pay issue while remanding the case for a new judge to address the specific claim regarding the Sunday wage adjustment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 61, 73, 558 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the alleged error does not constitute a distinct legal claim or if the argument's impact on the trial outcome is not specified.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1276 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1276/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Ν. Α. του Γ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Εφραιμίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης:
Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΦΟΙ ... ΑΕΒΕ», για την οποία παραστάθηκε ως καθολική της διάδοχος η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ» και το διακριτικό τίτλο «ΜΕΤΡΟ», που εδρεύει στην Μεταμόρφωση και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σμυρνή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.06.2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7465/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2478/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.12.2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά δε το άρθρο 61 ΑΚ ένωση προσώπων μπορεί να αποκτήσει προσωπικότητα και να καταστεί νομικό πρόσωπο, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος. Ειδικότερα, προκειμένου περί ανώνυμης εταιρίας σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 7β του Ν. 2190/1920 η εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα με την καταχώρηση στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών της διοικητικής απόφασης για τη σύσταση της εταιρίας και την έγκριση του καταστατικού της, παύει δε να υπάρχει με την καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο λύση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 προϋπόθεση ενόψει και του άρθρου 313 παρ.1 στ. δ' του ίδιου κώδικα κατά το οποίο δύναται να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαστικής αποφάσεως, αν εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη κατ’ ανυπάρκτου προσώπου.
Κατά δε το άρθρο 558 εδ. α’ του ίδιου κώδικα, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση που απευθύνεται εναντίον νομικού προσώπου, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον, μετά την τελευταία συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο, Η απευθυνόμενη αναίρεση κατά του νομικού προσώπου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον, μετά την τελευταία συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει την επελθούσα μεταβολή του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τον καθολικό διάδοχο του νομικού προσώπου, που καλείται προς τούτο ή εμφανίζεται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου (ΟλΑΠ 27/87, ΑΠ 1124/2019).
Στην περίπτωση αυτή η αναίρεση είναι παραδεκτή και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση προκειμένου να κληθεί το νέο νομικό πρόσωπο, εκτός αν αυτό εμφανισθεί στη δίκη και δηλώσει ότι διαδέχθηκε τον αρχικό διάδικο και συνεχίζει στη θέση εκείνου τη δίκη. Η ακυρότητα, για τις παραπάνω αιτίες, επειδή ανάγεται στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος (άρθρο 62 ΚΠολΔ), εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρα 73, 558 εδ.α, 573 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους προκύπτουν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήτοι να προηγήθηκε της άσκησης της αναίρεσης η νομική μεταβολή του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου και ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της αναίρεσης, να γνώριζε το γεγονός τούτο, ενώ, προκειμένου να ασκηθεί έγκυρα η αναίρεση κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, δεν απαιτείται να γνωρίζει ο αναιρεσείων ότι το αντίδικό του υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, κατά την άσκηση της αναίρεσης, αφού, αντίθετα, ο νόμος απαιτεί τη γνώση της ως άνω νομικής μεταβολής του αντιδίκου του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, ως προϋπόθεση ακυρότητας της αναίρεσης, όταν αυτή ασκείται εναντίον του, παρά τη νομική μεταβολή του (ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 715/2020, ΑΠ 651/2020, ΑΠ 1124/2019, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 584/2019).
Περαιτέρω, στην περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών, που επέρχεται είτε με τη σύσταση νέας εταιρίας, είτε με απορρόφηση, είτε με εξαγορά της μιας από την άλλη, ορίζει το άρθρο 75 του ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 π.δ. 498/1987, ότι:
«1. Από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση τα ακόλουθα αποτελέσματα:
α) η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφούμενων εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή,
[...],
γ) οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν.
2. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ’ αυτής, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της».
Η έννοια της κατά τα άνω συγχώνευσης είναι ότι με αυτή η συγχωνευόμενη εταιρία παύει να υφίσταται χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση εξαφανιζόμενη ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ότι η νέα εταιρία, ως διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες (ΑΠ 883/2012).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 79 ν. 2190/1920 με τίτλο «Πράξεις που εξομοιώνονται με τη συγχώνευση με απορρόφηση», που προστέθηκε με το άρθρο 12 του ΠΔ 498/1987 (προσαρμογή στο άρθρο 30 της Τρίτης Οδηγίας ΕΟΚ):
«1. Για την πράξη με την οποία μία ή περισσότερες ανώνυμες εταιρείες (εξαγοραζόμενες) μεταβιβάζουν, μετά από λύση τους χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, σε άλλη (εξαγοράζουσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) έναντι απόδοσης στους μετόχους των εξαγοραζόμενων εταιρειών του αντιτίμου των δικαιωμάτων τους (εξαγορά), εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 69 έως και 77.
2. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ως απορροφούμενες εταιρείες εννοούνται οι εταιρείες που εξαφανίζονται (εξαγοραζόμενες) και σαν απορροφούσα εταιρεία εννοείται η εξαγοράζουσα».
Επομένως, και στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται το ως άνω άρθρο 75 με συνέπεια η νέα εταιρία, ως διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αρχικής, να συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες.
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την υπ’ αριθμό Πρωτοκόλλου 8709/18/29.05.2018 Απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας Βορείου Τομέα Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με Κωδικό Αριθμό Καταχώρησης 1393213/ 29. 05. 2018, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 1183486/ 29.05.2018 Ανακοίνωση Γ.Ε.ΜΗ., η αρχική εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΑΔΕΛΦΟΙ ...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε» και το διακριτικό τίτλο «ΑΦΟΙ ... Α.Ε.Β.Ε.» συγχωνεύθηκε στις 29.05.2018 με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ» και το διακριτικό τίτλο «ΜΕΤΡΟ». Όλα τα ανωτέρω έγγραφα προσκομίζει και επικαλείται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ», που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ως καθολική διάδοχος στη θέση της αρχικά εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης «ΑΔΕΛΦΟΙ ...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε», επικαλούμενη με τις προτάσεις της που κατέθεσε κατ’ άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ στις 17.09.2019, είκοσι ημέρες πριν από την παρούσα δικάσιμο, ότι απαράδεκτα η αναίρεση απευθύνεται κατά της τελευταίας («ΑΔΕΛΦΟΙ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.»). Τούτο διότι αυτή με βάση τις προαναφερόμενες πράξεις έχει παύσει ήδη από 29.05.2018 να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λόγω της απορρόφησης της από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ», η οποία έκτοτε υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικά εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία («ΑΔΕΛΦΟΙ ...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε») και στις εκκρεμείς δίκες, χωρίς καμία άλλη διατύπωση. Η εν λόγω δε απορρόφηση έλαβε χώρα μετά τη συζήτηση την 12.03.2018 της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και πριν τη δημοσίευση την 30.10.2018 της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου.
Ισχυρίζεται επίσης η ως άνω καθολική διάδοχος της αρχικής εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων γνώριζε την μεταβολή αυτή, κατά το χρόνο άσκησης στις 17.12.2018 της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τούτο διότι αυτός, μπορούσε να πληροφορηθεί ευχερώς την μεταβολή με ηλεκτρονικό τρόπο στην ηλεκτρονική σελίδα του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.).
Επίσης γνώριζε τη μεταβολή ως εργαζόμενος στην εταιρεία και μετά την απορρόφηση, αφού τον Ιούνιο του έτους 2018, όλα τα επίσημα στοιχεία στα έγγραφα και παραστατικά της εταιρείας σε όλα τα υποκαταστήματα της όπως τιμολόγια και δη του τμήματος της μαναβικής στο οποίο ο αναιρεσείων εργαζόταν, ταμειακές αποδείξεις, προσωπικά έγγραφα μισθοδοσίας, που αποστέλλονταν στην προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση και βεβαιώσεις μισθοδοσίας για φορολογική χρήση ανέγραφαν τα στοιχεία και την επωνυμία της εταιρείας με την επωνυμία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ».
Από την επισκόπηση όμως των προσκομιζόμενων και επικαλούμενων εγγράφων και δη την σε ηλεκτρονικό αντίγραφο από 01.06.2018 απόδειξη της ταμειακής μηχανής του υποκαταστήματος …, τα παραστατικά μισθοδοσίας του ενάγοντος για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2018, τα οποία από τον Ιούνιο του 2018 και εφεξής εκδίδονταν στο όνομα της εταιρείας «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ», τα ηλεκτρονικά αρχεία συναλλαγής με την Τράπεζα Πειραιώς για την μισθοδοσία των εργαζομένων και την εκδοθείσα από την εταιρεία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ» για φορολογική χρήση βεβαίωση αποδοχών του ενάγοντος του έτους 2018 δεν συνάγεται με βεβαιότητα η γνώση του αναιρεσείοντος κατά την άσκηση της αναίρεσης στις 17.12.2018 της προαναφερόμενης μεταβολής.
Τούτο γιατί, τα παραστατικά μισθοδοσίας δεν φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και δεν προκύπτει γνώση του περιεχομένου τους από τον αναιρεσείοντα πριν την άσκηση της αναίρεσης με αποστολή τους στην ηλεκτρονική του διεύθυνση, ενώ στα ηλεκτρονικά αρχεία συναλλαγής της εταιρείας «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ» με την Τράπεζα Πειραιώς για την μισθοδοσία των εργαζομένων από τον Ιούνιο του 2018 δεν αναφέρεται η επωνυμία της καθολικής διαδόχου αλλά το ΙΒΑΝ του δικαιούχου του λογαριασμού χρέωσης της άνω Τράπεζας, που είναι η εταιρεία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ».
Επίσης γνώση δεν προκύπτει από την απόδειξη της ταμειακής μηχανής. Το ίδιο ισχύει για την βεβαίωση αποδοχών του ενάγοντος του χρονικού διαστήματος από 01.01.2018 έως 31.12.2018 που του χορηγήθηκε για φορολογική χρήση του έτους 2019 μετά την άσκηση της αναίρεσης στις 17.12.2018, στην οποία (βεβαίωση αποδοχών) πρέπει να επισημανθεί ότι από παραδρομή αναφέρεται ότι εκδόθηκε την 10.05.2017.
Περαιτέρω γνώση με βεβαιότητα της ως άνω μεταβολής από τον αναιρεσείοντα κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης δεν προκύπτει από την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η εναγομένη στο πλαίσιο της απόφασης της να απορροφηθεί από την εταιρεία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ» υπέστη ριζική διοικητική και δομική αναδιοργάνωση στη λειτουργία της σύμφωνα με την οργάνωση και λειτουργία της τελευταίας, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η κατάργηση της θέσης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Τούτο γιατί τα παραπάνω αναφέρονται στις προγενέστερες της ως άνω νομικής μεταβολής του νομικού προσώπου της αρχικής εναγομένης, αναγκαίες ενέργειες της εναγομένης, για την υλοποίηση της απορρόφησης της από την εταιρεία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ». Από τις εν λόγω δε ενέργειες δεν προκύπτει ότι ο ενάγων ως υπάλληλος στο τμήμα μαναβικής της εναγομένης έλαβε και γνώση της επελθούσας μεταγενέστερα την 29.05.2018 μεταβολής, εφόσον δεν προκύπτει γνωστοποίηση αυτής (μεταβολής) από την εναγομένη στον ενάγοντα.
Επίσης γνώση της μεταβολής δεν μπορεί να συναχθεί από τη δυνατότητα του αναιρεσείοντος να πληροφορηθεί την μεταβολή με ηλεκτρονικό τρόπο με έρευνα στην ηλεκτρονική σελίδα του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.) Σύμφωνα με τα παραπάνω ενόψει του ότι η επελθούσα αυτή μεταβολή δεν προκύπτει ότι ήταν γνωστή στον αναιρεσείοντα κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, η δε εταιρεία με την επωνυμία «ΜΕΤΡΟ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΑΕΒΕ», παρέστη κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και δήλωσε, ότι είναι καθολική διάδοχος της άνω αρχικής εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΔΕΛΦΟΙ ...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε»), δεν ανακύπτει ζήτημα να θεωρηθεί απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως στρεφομένη κατά ανυπάρκτου νομικού προσώπου, όπως αβάσιμα διατείνεται η παρισταμένη καθολική διάδοχος της εταιρεία με την επωνυμία «ΜΕΤΡΟ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΑΕΒΕ».
Επίσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα όσα η εταιρεία «ΜΕΤΡΟ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΑΕΒΕ», παρισταμένη ως καθολική διάδοχος της αρχικής εναγομένης - αναιρεσίβλητης, ισχυρίζεται με τις προτάσεις της ότι είναι άκυρη η από τον αναιρεσείοντα κλήτευση της αναιρεσίβλητης εταιρείας «ΑΔΕΛΦΟΙ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.») για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε προς τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χρηστομάνο Στυλιανό, ως αντίκλητο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει την εταιρεία αυτή τόσο στο πρώτο όσο και το δεύτερο βαθμό.
Τούτο γατί από τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 4335/2015 με έναρξη ισχύος την 01.01.2016 σύμφωνα με την παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια (και) στην δευτεροβάθμια δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 512/2019, 381/2019).
Με την από 13.12.2018 (γενικός αριθμός καταθέσεως 4062/17-12-2018 και ειδικός αριθμός καταθέσεως 353/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2478/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρα 614 αρ.3 και 621 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δίκασε την από 21.06.2017 και με αριθμό καταθέσεως 104165/2470/2017 και με αριθμό προσδιορισμού έφεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος Α. Ν., κατά της πρωτόδικης με αριθμό 7465/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την πρωτόδικη 7465/2017 απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσία η από 23.06.2016 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, η ύπαρξη από 23.03.2016 μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του καθώς και το δικαίωμά του να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.
Επίσης, ζήτησε μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη του οφείλει το ποσό των 31.173,40 € και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλλει το ποσό των 19.997,76 € για την αμοιβή και την προσαύξηση 75% της εργασίας του τις Κυριακές, με το νόμιμο τόκο από τη λήξη κάθε μήνα, που περιλαμβάνει τις ημέρες εργασίας των Κυριακών, άλλως από τότε που έγινε η επίδοση της αγωγής.
Με την προσβαλλόμενη 2478/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσία η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση αποκλειστικώς ως προς το μέρος της που αφορά τα δικαστικά έξοδα, αφού δε το εφετείο κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως το μέρος αυτό, συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη, με αντικατάσταση εν μέρει των αιτιολογιών της. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
[II] Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τον αναιρετικό έλεγχο προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με από 23.06.2016 αγωγή του ο αναιρεσείων (ενάγων - εκκαλών) ισχυρίσθηκε ότι στις 29.08.1990 προσλήφθηκε από την εταιρία «ΑΔΕΛΦΟΙ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ» (εναγόμενη-εφεσίβλητη), νόμιμα εκπροσωπούμενη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αρχικώς ως εργάτης αποθήκης και μετά από δύο (2) χρόνια, τοποθετήθηκε στο τμήμα αγορών ειδών μαναβικής τόσο ως υπεύθυνος για το στήσιμο των τμημάτων αυτών στα καταστήματα σούπερ μάρκετ, που η τελευταία διατηρούσε στην Βόρεια Ελλάδα, όσο και για την προμήθεια και εύρυθμη λειτουργία των τμημάτων αυτών με τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) καθήκοντα.
Ότι στις 23.03.2016 η εναγόμενη εξαγοράστηκε από τον όμιλο METRO ΜΥ MARKET και ότι το αντικείμενο εργασίας του μεταφέρθηκε στην Αθήνα, αφού πλέον όλες οι αγορές και προμήθειες ειδών μαναβικής θα πραγματοποιούνταν από την κεντρική αποθήκη της επιχείρησης στην Αθήνα. Ότι για το λόγο αυτό, τοποθετήθηκε στο τμήμα μαναβικής του υποκαταστήματος της εναγόμενης στην οδό ...
στην Θεσσαλονίκη, ως πωλητής στο τμήμα μαναβικής του σούπερ μάρκετ και ότι η αλλαγή της θέσης εργασίας του συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του (υποβάθμιση της εργασίας με ανάθεση κατώτερων καθηκόντων - δυσμενέστερο ωράριο εργασίας, με τουλάχιστον ηθική μείωσή του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην (αγωγή).
Ότι με την από 16.05.2016 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγόμενη, που επιδόθηκε σ' αυτήν την 20.05.2016 απέκρουσε την ανωτέρω μεταβολή και προσκάλεσε αυτήν να τον τοποθετήσει σε θέση αντίστοιχων καθηκόντων, που μέχρι τις 23.03.2016 κατείχε, άλλως ότι θεωρεί την μεταβολή αυτή ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με αντίστοιχη υποχρέωση εκ μέρους της αποζημίωσης, πλην όμως η εναγόμενη ουδέν έπραξε.
Ότι από τον Σεπτέμβριο του έτους 1992 μέχρι την 23.03.2016 εργαζόταν και κάθε Κυριακή από 06.00 έως 12.00, ήτοι συνολικά επί έξη (6) ώρες και ότι για την εργασία του αυτή η εναγόμενη δεν του κατέβαλε ούτε το αντίστοιχο ημερομίσθιο, ούτε την προβλεπόμενη προσαύξηση 75%, αλλά ούτε και ελάμβανε εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί ότι στην περίπτωσή του επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του από 23.03.2016, καθώς και ότι είχε δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγόμενης. Επίσης, ζήτησε μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη του οφείλει το ποσό των 31.173,40 € και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλλει το ποσό των 19.997,76 € για την αμοιβή και την προσαύξηση 75% της εργασίας του τις Κυριακές, με το νόμιμο τόκο από τη λήξη κάθε μήνα, που περιλαμβάνει τις ημέρες εργασίας των Κυριακών, άλλως από τότε που έγινε η επίδοση της αγωγής.
[III] Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 2478/2018 απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω:
Η εναγόμενη (εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία, η οποία διέθετε καταστήματα (σούπερ μάρκετ) σε όλη τη χώρα, δυνάμει έγγραφης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, που καταρτίστηκε την 29.08.1990, προσέλαβε τον ενάγοντα ως εργάτη αποθήκης, μετά δε την πάροδο δύο (2) ετών από την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στο τμήμα αγορών ειδών μαναβικής ως υπεύθυνος αφενός μεν για το στήσιμο των τμημάτων αυτών στα υποκαταστήματα της εναγόμενης εταιρίας, αφετέρου για την προμήθεια και λειτουργία των τμημάτων αυτών.
Ειδικότερα, αντικείμενο της απασχόλησής του ήταν να προβαίνει σε παραγγελίες των εμπορευμάτων της μαναβικής από την λαχαναγορά Θεσσαλονίκης, στην οποίαν μετέβαινε και φρόντιζε για την παραλαβή, την πληρωμή και τη διανομή των προϊόντων της μαναβικής στα υποκαταστήματα της εναγόμενης εταιρίας, ενώ επέβλεπε και τη σωστή λειτουργία των τμημάτων της μαναβικής στα υποκαταστήματα αυτά, ο δε άμεσος προϊστάμενός του ήταν ο αρμόδιος Τομεάρχης του στον οποίο και αναφερόταν.
Στη θέση αυτή ο ενάγων απασχολήθηκε μέχρι τις 23.3.2016, με μηνιαίες αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 1.331 €, ενώ για την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων του, η εναγόμενη - εργοδότριά του διέθεσε δικό της αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο, καλύπτοντας αυτή όλα τα έξοδα λειτουργίας τους, λόγω δε της φύσης της εργασίας του είχε ελευθερία κινήσεων και λάμβανε πρωτοβουλίες για την καλύτερη εκτέλεσή της, με ωράριο ελαστικό και κυρίως τις πρωινές ώρες.
Στις 23.03.2016 το σύνολο των μετοχών της εναγόμενης εταιρίας εξαγοράστηκε από την εταιρία με την επωνυμία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ», με έδρα το Δήμο Μεταμόρφωσης Αττικής (οδός Σωρού αριθ. 1), η οποία, επίσης, διατηρεί μεγάλη αλυσίδα υποκαταστημάτων σούπερ μάρκετ σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, με σκοπό της τελευταίας να διευρύνει και να επεκτείνει το δίκτυό της, με σταδιακή απορρόφηση των υποκαταστημάτων της εναγόμενης εταιρίας από αυτήν και ένταξής τους στο δικό της δίκτυο καταστημάτων με παράλληλη μετονομασία των υποκαταστημάτων της εναγόμενης εταιρίας από «ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ» σε «ΜΥ MARKET», υπό την οποίαν (επωνυμία) λειτουργεί η προαναφερόμενη εταιρία τα δικά της υποκαταστήματα.
Επίσης, η έδρα της εναγόμενης εταιρίας μεταφέρθηκε στην Μεταμόρφωση Αττικής (οδός Σωρού αριθ. 1), όπου η εταιρία «ΜΥ MARKET», λειτουργούσε και εξακολουθεί να λειτουργεί σήμερα, έχοντας εκεί την έδρα της και τα κεντρικά της γραφεία (βλ. αριθ. πρωτ. 428646/17.11.2016 Ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών Τμήμα Μητρώου στο ΓΕΜΗ περί μεταφοράς της έδρας της εναγόμενης στη Μεταμόρφωση Αττικής, επί της οδού Σωρού αριθ. 1 και υπ’ αριθ.
πρωτ. 21076/ 17.11.2016 Ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών - Τμήμα Μητρώου στο ΓΕΜΗ περί συγκέντρωσης του συνόλου των μετοχών της εναγόμενης στη μοναδική μέτοχο αυτής εταιρία «ΜΕΤΡΟ AEBE ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ και ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ», που εδρεύσει στη Μεταμόρφωση Αττικής). Ενόψει των ανωτέρω νομικών μεταβολών, η εναγόμενη εταιρία υπέστη ριζική διοικητική και δομική αναδιοργάνωση, αφού η οργανωτική της δομή και λειτουργία διαμορφώθηκε εκ νέου, ακολουθώντας πλέον τον τρόπο λειτουργίας της ως άνω εταιρίας «ΜΥ MARKET», η οποία επέβαλε σε όλο το δίκτυο των υποκαταστημάτων της εναγόμενης εταιρίας τον δικό της εν γένει τρόπο λειτουργίας και τήρησης των διαδικασιών οργάνωσης και διοίκησης της εταιρίας.
Αποτέλεσμα των άνω ριζικών αλλαγών ήταν, μεταξύ άλλων, και η κατάργηση πλέον της θέσης του υπευθύνου αγοραστή για τα τμήματα της μαναβικής των υποκαταστημάτων της Βόρειας Ελλάδας, την οποίαν μέχρι τις 23.03.2016 κατείχε ο ενάγων, εφόσον πλέον η εργασία αυτή και οι εν γένει κατευθυντήριες οδηγίες προς τα υποκαταστήματα όλης της Ελλάδας ξεκινούσαν από το Κέντρο Διανομής Οινοφύτων, που η εταιρία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ», διατηρεί στα Οινόφυτα Βοιωτίας, στο οποίο στεγάζονται οι κεντρικές αποθήκες της και από το οποίο ρυθμίζονται και οργανώνονται, μέσω μηχανογραφημένου συστήματος πληροφορικής, οι παραγγελίες και η κεντρική διανομή όλων των προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της μαναβικής, προς τα υποκαταστήματα όλης της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Βόρειας Ελλάδος.
Έτσι το εργασιακό αντικείμενο του ενάγοντος μηδενίστηκε και η εναγόμενη εταιρία, προκειμένου να αποφύγει το έσχατο μέσο, ήτοι την, λόγω εκλείψεως του εργασιακού αντικειμένου του και καταργήσεως της θέσης του, απόλυσή του (ενάγοντος), τον τοποθέτησε, ενόψει του ότι δεν υφίστατο άλλες θέσεις ισάξιες με την καταργηθείσα, στις οποίες να υπάρχει η δυνατότητα τοποθέτησής του, στη θέση του πωλητή μαναβικής, θέση η οποία ήταν και η μόνη συναφής με τα προγενέστερα καθήκοντά του, στο κατάστημα, που ο ίδιος επέλεξε και δη στο κείμενο επί της οδού ...
αριθ. … υποκατάστημα της εναγόμενης εταιρίας στη Θεσσαλονίκη (βλ. σχετικά κατάθεση μάρτυρος εναγόμενης εταιρίας ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Την πραγματικώς και όχι προσχηματικώς - προταθείσα αυτή λύση, που ήταν η πλέον αναλογική και εντάσσονταν στις γνώσεις του ενάγοντος και στην εμπειρία, που είχε αποκτήσει από την εργασία του στο χώρο της μαναβικής, αυτός δεν την αποδέχθηκε, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι συνεπάγονταν βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του και υποβιβασμό του, απέστειλε δε στην εναγόμενη εταιρία την από 16.05.2016 Εξώδικη Δήλωση και Πρόσκληση προς αυτήν, η οποία της επιδόθηκε στις 20.05.2016 (βλ.
επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα με αριθ. .../20.5.2016 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ελένης Αγγελοπούλου), με την οποίαν διαμαρτυρήθηκε για την (βλαπτική) μεταβολή της θέσης εργασίας του, δηλώνοντας σ' αυτή ότι την αποκρούει, θεωρώντας την ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και προσκαλώντας αυτήν να τον τοποθετήσει σε θέση αντίστοιχων καθηκόντων, που μέχρι τις 23.03.2016 κατείχε, άλλως ότι θεωρεί τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγόμενης - εργοδότριάς του, με την υποχρέωση της τελευταίας να του καταβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση.
Η εναγόμενη εταιρία απέστειλε στον ενάγοντα την από 02.06.2016 Εξώδικη Απάντηση – Διαμαρτυρία - Πρόσκληση, η οποία του επιδόθηκε στις 03.06.2016 (βλ. επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγόμενη εταιρία υπ’ αριθ. ... /13.6.2016 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ηλία Χριστομάνου), με την οποίαν αρνήθηκε και απέκρουσε τα όσα ισχυριζόταν αυτός περί μονομερούς μεταβολής των όρων εργασίας του, αναφέροντας ότι επήλθε αναδιάρθρωση του οργανογράμματος των θέσεων απασχόλησης με την εξαγορά της από την εταιρία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ».
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα της επιβεβλημένης, εκ των αληθώς ανακυψάντων ως άνω λόγων και δη της εξαγοράς της εναγόμενης εταιρίας, ανάγκης προς οργανωτική αναδιάρθρωση των θέσεων εργασίας, με την κατάργηση της θέσης του υπευθύνου του τμήματος αγορών των ειδών μαναβικής στη Θεσσαλονίκη, που συνεπαγόταν και την κατάργηση της θέσης του ενάγοντος και της προηγούμενης εξάντλησης από την εναγομένη εργοδότρια των διαθέσιμων και πρόσφορων ηπιότερων λύσεων και μέσων, και δη της τοποθέτησής του στο τμήμα της μαναβικής του υποκαταστήματός της στην οδό ..., που μάλιστα ο ίδιος ο ενάγων επέλεξε, καθώς η θέση αυτή ήταν η μόνη συναφής με τα προγενέστερα καθήκοντά του και δεν αποδείχτηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι υπήρχε άλλη θέση ισάξια με την καταργηθείσα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ως άνω τοποθέτηση αποτελεί καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγόμενης, λόγω βλαπτικής μεταβολής των όρων αυτής, που γεννά υποχρέωση της τελευταίας για καταβολή της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης απόλυσης, έστω και αν τα νέα καθήκοντα του ενάγοντος ήταν κατώτερης φύσεως, αφού συνίστατο πλέον στην εκφόρτωση των προϊόντων και στην τακτοποίηση αυτών, ενώ το ωράριό του κατέστη συγκεκριμένο και εναλλάξ με βάρδιες- πρωί ή απόγευμα, ανάλογα με το πρόγραμμα εργασίας του, ενώ αναφερόταν πλέον στον άμεσο προϊστάμενό του, ήτοι στο Διευθυντή του υποκαταστήματος στο οποίο τοποθετήθηκε, με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε ελευθερία κινήσεων ή η δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλιών εξαλείφθηκε.
Επιπρόσθετα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι αποδοχές του ενάγοντος, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 1.331,55 €, όπως είχαν δηλαδή διαμορφωθεί έως την 23.03.2016, παρέμειναν αμετάβλητες και δεν υπέστησαν κάποια μείωση από την ως άνω μετακίνησή του (βλ. κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής των μηνών από τον Ιανουάριο του έτους 2016 έως Φεβρουάριο του έτους 2017).
Εξ άλλου η χρήση του εταιρικού αυτοκινήτου από τον ενάγοντα αποτελούσε ανακλητή οικειοθελή παροχή, αφού δεν είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων κάποια σύμβαση για την παραχώρηση αυτής (χρήσης), συνδεδεμένη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων του ως υπευθύνου του τμήματος των ειδών μαναβικής και για τις ανάγκες κάλυψης αυτών, και ως εκ τούτου η αφαίρεση της χρήσης του, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (άρθρ.7 Ν. 2112/1920) μετά την κατάργηση της εν λόγω θέσης και της μετακίνησής του στο τμήμα μαναβικής του προαναφερθέντος υποκαταστήματος.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη Γνωστοποίηση των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με το Π.Δ. 156/1994, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη, η συνομολογηθείσα σύμβαση εργασίας του ενάγοντος καταρτίστηκε, προκειμένου αυτός να απασχολείται σε οποιοδήποτε από τα υποκαταστήματά της εντός της πόλεως της Θεσσαλονίκης, ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες αυτής.
Συνεπώς, και μετά την κατάργηση της θέσης εργασίας του, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ήταν δυνατή η μετάθεσή του σε αντίστοιχη θέση στο Κέντρο Διανομής Οινοφύτων της εταιρίας, δεδομένου ότι ο τόπος εργασίας του ήταν αποκλειστικά τα υποκαταστήματά της εντός της πόλεως της Θεσσαλονίκης, ανάλογα με τις λειτουργικές της ανάγκες. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε το αίτημα να αναγνωριστεί ότι επήλθε μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από 23.03.2016, καθώς και ότι αυτός έχει δικαίωμα να θεωρήσει την μεταβολή αυτή ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγόμενης, έστω και με ελλιπείς και εν μέρει με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με την παρούσα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης έφεσης είναι αβάσιμοι.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε μη ύπαρξη μονομερούς βλαπτικής μεταβολής της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος- ενάγοντος από την αναιρεσίβλητη- εναγομένη καθώς και ότι αυτός δεν έχει κατά της εναγομένης αξιώσεις για αμοιβή και προσαύξηση 75% της εργασίας του κατά τις Κυριακές.
[IV] Από τη διάταξη του άρθρου 143 παρ.1 ΚΠολΔ όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 με έναρξη ισχύος την 01.01.2016 σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου, με την οποία, ορίζεται ότι «Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του», συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του. Η ισχύς της εν λόγω διατάξεως, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 01.01.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 01.01.2016.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 275/2020, ΑΠ 1034/2019, 1266/2019, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1450/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν συνεκτίμησε όσον αφορά την αλήθεια ή αναλήθεια, των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για την αμοιβή και προσαύξηση 75% της εργασία τους κατά τις Κυριακές, προκειμένου να καταλήξει στην άνω απορριπτική κρίση του, και την 918/6-3-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των μαρτύρων Σ.
Κ. και Ε. Ν., που είχε δοθεί με επιμέλεια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ενόψει της συζήτησής της υπόθεσης ενώπιον του την 12.03.2018, την οποία δεν απέκρουσε κατ’ άρθρο 529 ΚΠολΔ. Κατά την έρευνα δε του παραδεκτού της άνω ένορκης βεβαίωσης σχετικά με την κλήτευση των αναιρεσίβλητης, διέλαβε ότι αυτή, δεν λήφθηκε υπόψη διότι η επίδοση της κλήσης στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εφεσίβλητης - εναγομένης Στέλιο Χρηστομάνο, που την εκπροσώπησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν ήταν νόμιμη, διότι ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος δεν είχε καταστεί αντίκλητος της κατά το χρόνο της επιδόσεως της κλήσεως για την εξέταση των προαναφερθέντων μαρτύρων, πριν την 12.3.2018, οπότε συζητήθηκε στο εφετείο η υπόθεση και η τελευταία (εννοείται εφεσίβλητη) παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της.
Από την επισκόπηση της κλήσης, που περιέχει όλα τα κατ’ άρθρο 422 ΚΠολΔ στοιχεία, και της .../1.3.2018 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ιωάννη Βαρκούλη προκύπτει ότι αυτή (κλήση) επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Στέλιο Χρηστομάνο, ο οποίος την εκπροσώπησε τόσον στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και συνακόλουθα ήταν και αντίκλητός για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εφόσον δεν είχε γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη προηγούμενη μείζονα σκέψη.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το αγωγικό κονδύλιο για την αμοιβή και προσαύξηση 75% της εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά τις Κυριακές, και την άνω ένορκη βεβαίωση, εφόσον δεν την απέκρουσε ρητά, κατ’ άρθρο 529 ΚΠολΔ, σύμφωνα δε με το άρθρο 143 ΚΠολΔ ο προεκτεθείς δικηγόρος είχε καταστεί αντίκλητος του ήδη αναιρεσείοντος, η επίδοση της κλήσης σε αυτόν νομότυπα είχε γίνει και η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, ήταν κατά το νόμο επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο για να ληφθεί υπόψη, κατά το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ως τα πιο πάνω αγωγικά αιτήματα.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση και όχι από τον αριθ. 1), με τον οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι απαραδέκτως το Εφετείο δεν την έλαβε υπόψη, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τα αντίστοιχα κεφάλαιά της.
[V] Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας (άρθρο 669 παρ.2 του ΑΚ) απαγορεύεται να υπερβαίνει τα τιθέμενα από το άρθρο 281 του ΑΚ αντικειμενικά όρια, σε αντίθετη δε περίπτωση η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με συνέπεια ο εργοδότης να υποχρεούται να δέχεται - όπως και πριν - τις υπηρεσίες του μισθωτού και, αν καταστεί υπερήμερος περί την αποδοχή τους, να έχει υποχρέωση να καταβάλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 του ΑΚ.
Ειδικώς, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για οικονομικούς λόγους που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στην διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητας.
Η καταγγελία, όμως, της εργασιακής συμβάσεως εργαζομένου στην επιχείρηση, που αποτελεί το έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της, ελέγχεται από τα δικαστήρια από την άποψη της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών της επιχειρήσεώς του με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέσων, όπως απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή μερική απασχόληση αυτού.
Όπως επίσης ελέγχεται δικαστικώς και ο τρόπος επιλογής του συγκεκριμένου εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 του ΑΚ.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 653, 656, 349 έως 351, 361, 57, 200, 288 ΑΚ, 1, 3, 7, 8 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, ανήκει η επιλογή των κατάλληλων μέσων και τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχειρήσεώς του και συνακόλουθα η εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην ορθολογικότερη οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών της επιχειρήσεώς του, για την επίτευξη του οικονομικού της σκοπού, στα οποία (θέματα) εμπίπτει και ο καθορισμός του τομέα απασχολήσεως του κάθε εργαζόμενου σ’ αυτήν και η κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας του.
Από τις ίδιες, όμως, πιο πάνω διατάξεις συνάγεται (και) ότι συντρέχει βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όταν ο εργοδότης, χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση ή κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της συμβάσεως, με συνέπεια να επέρχεται άμεσα ή έμμεσα ζημία στον εργαζόμενο, υλική ή ηθική .
Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματός του αυτού, δηλαδή την ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως, διαφορετικά δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.
Η μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως από τον εργοδότη δεν επιφέρει μεν καθ' εαυτή τη λύση της συμβάσεως εργασίας, παρέχει, όμως, στον εργαζόμενο, που δεν αποδέχθηκε τη μεταβολή ρητά ή σιωπηρά, το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να απαιτήσει την πληρωμή της νόμιμης αποζημιώσεως, είτε να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως και να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή και, αν ο εργοδότης δεν την αποδεχθεί και γίνει έτσι υπερήμερος, να απαιτήσει από αυτόν την καταβολή των αποδοχών του.
Ο εργοδότης, στα πλαίσια οικονομικής ή τεχνικής αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεώς του, μπορεί, στην περίπτωση που είναι αντικειμενικά δυνατή η συνέχιση της απασχολήσεως του εργαζομένου με διαφορετικούς (δυσμενέστερους) όρους εργασίας, που είναι, οπωσδήποτε, ηπιότερο από την απόλυση μέτρο, να προτείνει στον εργαζόμενο την τροποποίηση αυτή και μόνον όταν αυτός την απορρίψει, να προχωρήσει στην καταγγελία (τροποποιητική καταγγελία), η οποία τότε, αποτελούσα το έσχατο μέσο (ultima ratio), είναι έγκυρη.
Διαφορετικά, η απευθείας προσφυγή στην καταγγελία, στο επαχθέστερο δηλαδή για τον εργαζόμενο μέτρο, παρά το γεγονός ότι είναι αντικειμενικά δυνατή η συνέχιση της απασχολήσεώς του με δυσμενέστερους όρους εργασίας, καθιστά την καταγγελία καταχρηστική (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1322/2020, ΑΠ 1279/2020, ΑΠ 1162/2020, ΑΠ 1435/2018, ΑΠ 595/2015, ΑΠ 125/2015, ΑΠ 1199/2002).
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 729/2020).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή από τα εκτιθέμενα δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματική ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 824/2020).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι εκ των άρθρων 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειες για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου της ουσιαστικής δικαίου διάταξης του άρθρου 7 του Ν.2112/1920 ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ουσιώδους βλαπτικής μεταβολής της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος.
Έτσι που έκρινε το εφετείο, ουδόλως παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη που προαναφέρθηκε, καθόσον, με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναιρετικώς ανέλεγκτα δέχθηκε αποδεδειγμένα, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 7 ν. 2112/1920 με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που επετρέπουν τον αναιρετικό, καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη προηγούμενη νομική σκεψη, και δέχθηκε την μη ύπαρξη μονομερούς βλαπτικής μεταβολής.
Τούτο διότι, κατά τις ως άνω παραδοχές η τοποθέτηση του ενάγοντος στην ως άνω κατώτερης φύσεως θέση του πωλητή μαναβικής στο υποκατάστημα της εναγομένης- αναιρεσίβλητης επί της οδού ... αρ. … στην Θεσσαλονίκη, σε σχέση με την ανώτερη αρχική θέση εργασίας του αναιρεσείοντος- ενάγοντος ως υπεύθυνου στο τμήμα αγορών της μαναβικής των υποκαταστημάτων της Βορείου Ελλάδος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, έγινε στα πλαίσια υλοποίησης της διαδικασίας της νομικής μεταβολής αυτής με συγχώνευσή της διά απορροφήσεως από την ήδη παρισταμένη ως αναιρεσίβλητη «ΜΕΤΡΟ AEBE ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ και ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ», την οποία (απόφαση νομικής μεταβολής) η αρχική εναγομένη αποφάσισε στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησής της λόγω:
1) πραγματικής κατάργησης της ανώτερης αρχικής θέσης εργασίας του,
2) μη ύπαρξης άλλης θέσης εργασίας συναφούς με το αντικείμενο εργασίας του αναιρεσείοντος- ενάγοντος εντός της πόλεως της Θεσσαλονίκης, όπου σύμφωνα με όρο της σύμβασης εργασίας του έπρεπε να τον απασχολεί, ανάλογα με τις λειτουργικές της ανάγκες και
3) επιλογής της εν λόγω τοποθέτησης του ως ηπιότερου μέτρου από τη αναιρεσίβλητη σε σχέση με το επαχθέστερο και έσχατο μέτρο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.
Την έννοια ότι η αρχική εναγομένη αποφάσισε με βάση το διευθυντικό της δικαίωμα (άρθρο 652 ΑΚ) την απορρόφησή της από την εταιρεία «ΜΕΤΡΟ AEBE ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ», έχουν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης « [...] Το σύνολο των μετοχών της εναγομένης εξαγοράστηκαν από την «ΜΕΤΡΟ AEBE ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ» και υπέστη ριζική διοικητική και δομική αναδιοργάνωση, αφού η οργανωτική της δομή και λειτουργία διαμορφώθηκε εκ νέου, ακολουθώντας πλέον τον τρόπο λειτουργίας της ως άνω εταιρείας, με αποτέλεσμα να καταργηθεί πλέον η θέση εργασίας την οποία μέχρι 23.03.2016 κατείχε ο ενάγων [...]». Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως «πράγματα», των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα", αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την, κατά την διάταξη του άρθρου 535 παρ.1 του ΚΠολΔ, εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Με την έννοια όμως αυτή «πράγματα» δεν αποτελούν και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/1989.
ΑΠ 518/2020, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 797/2013 ΑΠ 1072/2005). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλαδή αυτόν «εκ των πραγμάτων» κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1279/2020, ΑΠ 107/2020, 1287/2017, 682/2017).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 558 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση κατά το πρώτο μέρος του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τη βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας του, τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του ότι υπήρξε και μείωση των ετησίων αποδοχών του, αφού για την αρχική υπεύθυνη θέση που κατείχε ελάμβανε ως επίδομα άδειας ολόκληρο μισθό, αντί του μισού μισθού που ελάμβανε μετά την τοποθέτησή του στην νέα κατώτερη θέση. Κατά το πρώτο μέρος του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι από την παραδοχή της προσβαλλόμενης κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου:
« [...] Επιπρόσθετα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι αποδοχές του ενάγοντος, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 1.331,55 ευρώ, όπως είχαν δηλαδή διαμορφωθεί έως την 23.03.2016, παρέμειναν αμετάβλητες και δεν υπέστησαν κάποια μείωση από την ως άνω μετακίνησή του»,
προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τη θεμελίωση της βλαπτικής μεταβολής και τον αγωγικό ισχυρισμό, που ο αναιρεσείων επανέφερε με λόγο έφεσης, για υλική μείωση του ενάγοντος με την μετακίνησή του σε θέση εργασίας κατώτερη σε σχέση με την προηγούμενη ανώτερη, απορρίπτοντας εκ των πραγμάτων το σχετικό λόγο έφεσης.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 558 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την ειδικότερη αιτίαση κατά το δεύτερο μέρος του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό του ότι η εναγομένη όφειλε, αντί να τον τοποθετήσει σε κατώτερη θέση, να του προτείνει, τη μετάθεσή του σε αντίστοιχη με την αρχική του ανώτερη θέση στο κέντρο διανομής Οινοφύτων, την οποία (μετάθεση) αν αυτός αποδεχόταν θα συναπτόταν νέα τροποποιητική σύμβαση και δεν θα υπήρχε μονομερής βλαπτική μεταβολή.
Και ότι τον εν λόγω ισχυρισμό είχε αυτός προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης, προς αντίκρουση του ισχυρισμού της εναγομένης ότι δεν μπορούσε να τον μεταθέσει σε αντίστοιχη θέση που υπήρχε στο κέντρο διανομής Οινοφύτων, επειδή κατά τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ο τόπος εργασίας του ήταν αποκλειστικά τα υποκαταστήματα της εναγομένης εντός της πόλεως της Θεσσαλονίκης, ανάλογα με τις λειτουργικές της ανάγκες.
Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα- ενάγοντα ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη, δεν αποτελεί «πράγμα» δηλ. αυτοτελή ισχυρισμό που συγκροτεί αντένσταση σε προταθείσα ένσταση της εναγομένης, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη.
Και τούτο διότι προτείνεται προς αντίκρουση της αιτιολογημένης άρνησης της εναγομένης στην επικαλούμενη από τον ενάγοντα βλαπτική μεταβολή, ότι δηλαδή αυτή δεν μπορούσε να τον μεταθέσει σε αντίστοιχη θέση που υπήρχε στο κέντρο διανομής Οινοφύτων, επειδή κατά τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ο τόπος εργασίας του ήταν αποκλειστικά τα υποκαταστήματα της εναγομένης εντός της πόλεως της Θεσσαλονίκης.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση και όχι από τον αριθ. 1), ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της τον ουσιώδη ισχυρισμό, που αυτός πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης. Ειδικότερα αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι καταχρηστικά η εναγομένη δεν προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, μετά την άρνηση του να δεχθεί τη βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας του, δηλαδή δεν προέβη σε τροποποιητική καταγγελία, στερώντας από αυτόν το δικαίωμα ή να αποδεχθεί την βλαπτική μεταβολή ή να επιλέξει την καταγγελία, με σκοπό να τον αναγκάσει να αποχωρήσει μόνος του από την εργασία και να αποφύγει την καταβολή σαυτόν της αποζημίωσης απόλυσης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι δεν προσδιορίζεται η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 231/2020), όσα δε ισχυρίζεται ο αναιρεσείων δεν αποτελούν «πράγμα», δηλαδή αυτοτελή νόμιμο αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - ενάγοντος ή αντένσταση σε προταθείσα από την εναγομένη ένσταση, σε σχέση με την από 23.06.2016 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, που αυτός παραδεκτά επανέφερε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, .
Και τούτο διότι με την από 23.06.2016 αγωγή του ο αναιρεσείων - ενάγων ζητούσε να αναγνωρισθεί η ύπαρξη της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του από 23.03.2016 καθώς και η ύπαρξη του δικαιώματός του να θεωρήσει κατ’ άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 την μονομερή αυτή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης .
[VII] Με βάση τα προαναφερθέντα πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή κατά το μέρος της που απέρριψε ως αβάσιμα κατ’ ουσία τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν στην αμοιβή και προσαύξηση 75% της εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος τις Κυριακές και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστή άλλο, εκτός εκείνου που δίκασε. Μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν κατά το σχετικό του αίτημα σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. ι και 183 ΚΠολΔ, ΑΠ 710/2016, ΑΠ 1520/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς την υπ’ αριθ. 2478/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για το κεφάλαιό της που αφορά στην αμοιβή και προσαύξηση 75% της εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος τις Κυριακές.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο, εκτός εκείνου που δίκασε.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1. 000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης
αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ