Legislator Case Law & Legislation
1275/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of substantive law violation regarding extortion claim.

Case Number 1275/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court violated substantive law by refusing damages for moral harm despite finding extortion occurred. The court rejected this, noting the lower court correctly established that the sale cancellation resulted from the buyers' own decisions, not the appellant's submission to extortion demands. Consequently, the court found no error in the application of Article 932 of the Civil Code and ordered the appeal costs against the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule is violated, which requires a clear error in application or interpretation of the law based on the proven facts.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation extortion damages moral harm compensation civil code application court of appeal judgment legal error review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 385 of the Penal Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1275 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1275/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Θ. και Σια Ε.Ε.", που εδρεύει στον Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παναγιώτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 22/7/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3203/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6656/2019 μη οριστική και 3167/2021 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/12/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3167/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 3203/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την από 10.2.2015 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 257/2022, ΑΠ 40/2021, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 14/2021).

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ` αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1096/2023, ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1381/2022).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της προβλέψεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1381/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 404, 405 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχεται ότι δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού Κ. Φ. ότι η βεβαιούμενη με αυτήν αποπεράτωση της επίδικης οικοδομής έγινε κατόπιν ελέγχου από αυτόν της οικοδομής και ότι το από 11.11.2013 έγγραφο του ΙΚΑ απαιτείτο για την μεταβίβαση μόνον των τελευταίων 50/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, στη συνέχεια δέχθηκε, αντιφατικά, ότι απαιτείτο στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση να βεβαιώνεται και το στοιχείο του προηγούμενου ελέγχου της οικοδομής από τον μηχανικό και ότι η έλλειψη της εξοφλητικής βεβαίωσης του ΙΚΑ εμπόδιζε την μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα συνολικά και των 199/1000 εξ αδιαιρέτου του οφειλόμενου σ' αυτήν εργολαβικού ανταλλάγματος.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Μεταξύ του εκκαλούντος-εφεσίβλητου ως αποκλειστικώς κυρίου οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 827,11 τ.μ., εντός του 344 Ο.Τ., εντός εγκεκριμένου σχεδίου Δήμου Γέρακα Αττικής και στη συμβολή των οδών ..., και της αντιδίκου του συνήφθη ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.

Κ. το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. ....2010 "προσύμφωνο μεταβίβασης (500/1000) ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό ανέγερσης οικοδομής", (όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ....2011 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου), δυνάμει του οποίου η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση ανεγέρσεως επί του οικοπέδου οικοδομής, διεπόμενης από τις διατάξεις του ν.3741/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν.δ. 1024/1971, αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο, δύο πάνω από το ισόγειο ορόφους και στέγη.

Η ανέγερση της οικοδομής θα γινόταν βάσει της υπ' αριθ. 160/2008 άδειας της Πολεοδομίας Παλλήνης, της από 5.10.2010 γενικής συγγραφής υποχρεώσεων, τα από Ιανουαρίου 2008 σχεδιαγράμματα κατόψεων του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Κ. και τον από Οκτωβρίου 2010 πίνακα ποσοστών-βαρών του ιδίου αρχιτέκτονα-μηχανικού, που προσαρτήθηκαν στο εργολαβικό προσύμφωνο.

Η ανεγερθησόμενη οικοδομή υπήχθη στο ν.3741/1929 με την υπ' αριθ. ....2011 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών-κατανομή αυτών και κανονισμό πολυώροφης οικοδομής όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ....2011 πράξη του ιδίου, ως άνω, συμβολαιογράφου, βάσει των οποίων θα δημιουργούντο οι εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες:

α)Κατοικία-Μεζονέτα 1 και Κατοικία-Μεζονέτα 2, δύο επιπέδων έκαστη, σε τμήμα του υπογείου και του ισογείου ορόφων, β)Κατάστημα δύο επιπέδων, σε τμήμα του υπογείου και του ισογείου ορόφων, με αποκλειστική χρήση των Ρ10 και Ρ11 ανοικτών θέσεων σταθμεύσεως στον ακάλυπτο του οικοπέδου, γ)εννέα κλειστές θέσεις στάθμευσης στο υπόγειο υπ' αριθ,ΡΙ έως και Ρ9 και εννέα αποθήκες στο υπόγειο υπ'αριθ.

Αποθήκη 1 έως και Αποθήκη 9, δ)διαμέρισμα 13 ισογείου, ε)διαμερίσματα ΑΙ, Α2 και A3 πρώτου ορόφου και ε)διαμερίσματα ΒΙ, Β2 και Β3 δευτέρου ορόφου. Με την τροποποιητική πράξη, η Μεζονέτα 2 διαχωρίστηκε σε δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, την υπό στοιχ. STUDIO 2 - διαμέρισμα του υπογείου και την υπό στοιχ. Ι2 κατοικία-διαμέρισμα του ισογείου.

Ως εργολαβικό αντάλλαγμα της εργολήπτριας για την κατασκευή του έργου συμφωνήθηκε το 1/2 εξ αδιαιρέτου όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα κατασκευάζονταν, με την αναλογία τους στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα πράγματα, χώρους, έργα, μέρη, τμήματα και εγκαταστάσεις της οικοδομής το οποίο ο οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει προς αυτήν ή προς τους υπ' αυτής υποδειχθησόμενους τρίτους (άρθρο 8 εργολαβικού).

Η εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση, μέσα σε προθεσμία 18 μηνών από την έκδοση του πρώτου τιμολογίου εκσκαφών "να αποπερατώσει προσηκόντως και να παραδώσει όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, πλήρως και τελείως αποπερατωμένες και έτοιμες για χρήση και οίκηση με το κλειδί, καθώς και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής την κεντρική θέρμανση, τον ανελκυστήρα, έτοιμους προς χρήση" (άρθρο 12 εργολαβικού).

Οι εργασίες πράγματι ξεκίνησαν στις 30.10.2010 και, συνεπώς, το έργο έπρεπε να αποπερατωθεί εντός 18 μηνών. Περαιτέρω, με το άρθρο 17 του εργολαβικού συμφωνήθηκαν ειδικώς τα εξής: "Η συνομολόγηση της αποπεράτωσης όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής θα γίνει με πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής το οποίο θα υπογραφτεί μεταξύ της εργολήπτριας και του οικοπεδούχου για καθεμιά αυτοτελή ιδιοκτησία.

Εάν ο οικοπεδούχος, αφού προσκληθεί εγγράφως από την εργολήπτρια, δεν προσέλθει να παραλάβει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, κατά το ποσοστό του ενός δεύτερου (1/2) εξ αδιαιρέτου, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση της πρόσκλησης, η παράδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε ανεπιφύλακτα, εκτός εάν υπάρχει αιτιολογημένη και βάσιμη αντίρρηση του οικοπεδούχου, σχετικά και μόνο με ουσιώδεις ελλείψεις, κακοτεχνίες κλπ της προς παράδοση οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Η χρήση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά το ποσοστό που του αναλογεί κατά τα ανωτέρω, ή από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος έλκει τα δικαιώματα του απ' αυτόν ή η μίσθωση και χωρίς να έχει συνταχθεί πρωτόκολλο παράδοσης, θεωρείται, σύμφωνα με αμάχητο τεκμήριο και ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων ως ανεπιφύλακτη παραλαβή".

Από τη διατύπωση του άρθρου αυτού, προκύπτει διαφοροποίηση ως προς την έννοια "αποπεράτωσης" των οριζοντίων ιδιοκτησιών, στην οποία αναφέρεται ρητώς το άρθρο 17, σε σχέση με την "αποπεράτωση" του όλου έργου, που αποτυπώθηκε στο, ως άνω, άρθρο 12 του εργολαβικού, η οποία δεν καταλαμβάνει μόνο τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, αλλά και όλους τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη, εγκαταστάσεις κλπ της οικοδομής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 18 του εργολαβικού, ο οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της εργολήπτριας, ως αμοιβή της (εργολαβικό αντάλλαγμα) για την απ' αυτήν με δαπάνες και επιμέλεια της κατασκευή των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της οικοδομής και όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών αυτής, να μεταβιβάσει σ' αυτήν ή σε τρίτα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, που θα υποδείξει αυτή τα πεντακόσια χιλιοστά (500/1000) εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφόμενου οικοπέδου.

Στο πλαίσιο αυτό, στο άρθρο 20 με τίτλο "ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΠΟΣΟΣΤΩΝ", συμφωνήθηκαν τα εξής: "Το παραπάνω ποσοστό των πεντακοσίων (500/1000) εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου που αναφέρθηκε, η οικοπεδούχος υποχρεούται να μεταβιβάσει στην εργολήπτρια, ή τους τρίτους που θα υποδειχθούν απ' αυτήν, σταδιακά και ανάλογα με την πρόοδο της κατασκευής των επί μέρους εργασιών του όλου έργου και μάλιστα με τον ακόλουθο τρόπο: 1) Με την ολοκλήρωση της τοιχοποιίας όλης της οικοδομής, την αποπεράτωση των χονδρών και ψιλών επιχρισμάτων ολόκληρης της οικοδομής και την κατασκευή των υδραυλικών, ηλεκτρολογικών και γενικών εγκαταστάσεων αυτής τα διακόσια πενήντα χιλιοστά (250/1000) εξ αδιαιρέτου. 2) Με την τοποθέτηση των δαπέδων σε όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τα εκατόν πενήντα χιλιοστά (150/1000) εξ αδιαιρέτου. 3) Με την αποπεράτωση όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής καθ' όλα έτοιμων προς χρήση και οίκηση "με το κλειδί", τα πενήντα χιλιοστά (50%) εξ αδιαιρέτου και 4) Με την αποπεράτωση και την κανονική λειτουργία των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου αυτής, καθώς και την ολοσχερή εκτέλεση κάθε εργασίας, που είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η οικοδομή, ως ενιαίο σύνολο, σύμφωνα με την γενική συγγραφή των υποχρεώσεων και να αποκτήσει την αρχιτεκτονική εμφάνιση και την όψη που απεικονίζεται στα σχέδια καθώς και την εξόφληση των εισφορών προς το ΙΚΑ και άλλα ασφαλιστικά ταμεία κυρίας και επικουρικής ασφάλισης, τα υπόλοιπα πενήντα χιλιοστά (50/1000) εξ αδιαιρέτου.

Ρητά συμφωνείται στο σημείο αυτό ότι, η μεταβίβαση των τελευταίων αυτών ποσοστών, θα είναι υποχρεωτική για τον οικοπεδούχο, μόνο εφ' όσον η εργολήπτρια προσκομίσει επικυρωμένες βεβαιώσεις του Ταμείου Ι.Κ.Α. και Επικουρικού, ότι έχει εξοφλήσει όλες τις μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της προς τα ανωτέρω Ταμεία".

Από την αντιπαραβολή των οριζομένων στην περίπτωση 4 του άρθρου 20 και των οριζόμενων στο άρθρο 17, ως άνω, προκύπτει ότι η αναφερόμενη στο άρθρο 20 περίπτωση 4 "αποπεράτωση" έχει προδήλως διαφορετικό αντικείμενο και, συνεπώς η παράδοση των επιμέρους οριζοντίων ιδιοκτησιών κατά τα συμφωνηθέντα στο άρθρο 17 του εργολαβικού δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός την ενεργοποίηση του άρθρου 20 περίπτωση 4, αν δεν έχουν ολοκληρωθεί οι κοινόχρηστοι/κοινόκτητοι χώροι και όλα όσα ορίζονται στη γενική συγγραφή υποχρεώσεων.

Επιπλέον, στο άρθρο 21 του εργολαβικού ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι: "Μετά την εκτέλεση των εργασιών τοιχοποιίας, σύμφωνα με τα σχέδια, με τη συγγραφή των υποχρεώσεων και με τις διατάξεις και τις συμφωνίες του παρόντος, ο οικοπεδούχος και η εργολήπτρια θα μεταβιβάζουν από κοινού, οποιαδήποτε εκ των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, προς οιονδήποτε τρίτο.

Επίσης η εργολήπτρια δικαιούται να ζητήσει από τον οικοπεδούχο και εκείνος υποχρεούται για τη μεταβίβαση σ' αυτήν των αντιστοίχων προς τις εκτελεσθείσες οικοδομικές εργασίες ποσοστών οικοπέδου, ή την χορήγηση προς αυτήν (εργολήπτρια) ανέκκλητης ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας, προς μεταβίβαση των χιλιοστών προς αυτήν που δικαιούται να λάβει αναλογικά από κάθε οριζόντια ιδιοκτησία υποχρεούμενου προς αυτό του ανωτέρω οικοπεδούχου, τηρουμένων των εξής ειδικών συμφωνιών: 1) Η πώληση και η μεταβίβαση ή η χορήγηση του πληρεξουσίου, θα γίνεται είτε απευθείας προς την εργολήπτρια, είτε προς τον ανωτέρω εμφανισθέντα Π.

Θ., διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της εργολήπτριας εταιρείας ή τη σύζυγο του, Α. Μ. και θα προσδιορίζεται η μεταβίβαση των χιλιοστών προς αυτήν (εργολήπτρια) που δικαιούται να λάβει αναλογικά από κάθε οριζόντια ιδιοκτησία. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης ή υπερβαίνουσας τα όρια του 281 ΑΚ άρνησης του οικοπεδούχου να υπογράψει το πωλητήριο συμβόλαιο και να μεταβιβάσει τα ανάλογα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, ευθύνεται έναντι της εργολήπτριας και υποχρεούται σε καταβολή ποινικής ρήτρας δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 ΕΥΡΩ) για κάθε άρνηση μεταβίβασης χιλιοστών ή χορηγήσεως πληρεξουσίου κατά την προηγούμενη παράγραφο, μη αποκλειόμενης περαιτέρω και αποζημίωσης σε βάρος αυτής και υπέρ της εργολήπτριας, για κάθε θετική και αποθετική ζημία που υπέστη η τελευταία", "2) Για τον σκοπό αυτό της μεταβίβασης ή της χορήγησης πληρεξουσίου, η εργολήπτρια θα καλεί εγγράφως με νόμιμο τρόπο την οικοπεδούχο ή τον τυχόν διοριζόμενο πληρεξούσιο της, κατά τα κατωτέρω οριζόμενα, να προσέλθουν το αργότερο εντός πέντε (5) ημερών από της νομίμου επιδόσεως της προσκλήσεως, ενώπιον του οριζόμενου Συμβολαιογράφου και κατά την ημέρα και ώρα που ορίζεται στην πρόσκληση, για την υπογραφή των σχετικών δηλώσεων φόρου μεταβίβασης ακινήτου ή για την υπογραφή των σχετικών προσυμφώνων, εντός δε περαιτέρω προθεσμίας τριών (3) ημερών κατά τα αυτά ως ανωτέρω, για την υπογραφή του, κατά την απόλυτη κρίση της εργολήπτριας, σχετικού κατά περίπτωση συμβολαίου απ' ευθείας ή σε εκτέλεση προσυμφώνου που έχει ήδη καταρτισθεί και έχει συμβληθεί ο οικοπεδούχος", "Το τίμημα της εκάστοτε μεταβίβασης των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών προς τρίτους, θα καθορίζεται από κοινού μεταξύ του οικοπεδούχου και της εργολήπτριας και σε περίπτωση διαφωνίας τους το τίμημα θα προκύπτει από το μέσο όρο εκτίμησης δύο διαφορετικών νόμιμων μεσιτικών εκτιμητικών γραφείων, ενός της επιλογής του οικοπεδούχου και ενός της επιλογής της εργολήπτριας".

Εξ άλλου, με το άρθρο 22 του εργολαβικού συμφωνήθηκε ρητώς ότι: "Για την αποφυγή κάθε αμφισβήτησης εκ μέρους του οικοπεδούχου του δικαιώματος της εργολήπτριας, για την μεταβίβαση των ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και την χορήγηση πληρεξουσίου, η εργολήπτρια πρέπει να κοινοποιεί μαζί με την παραπάνω πρόσκληση προς τον οικοπεδούχο, υπεύθυνη δήλωση της μηχανικού που επιβλέπει το έργο ή οποιουδήποτε άλλου μηχανικού ή αρχιτέκτονα σε έντυπο του Νόμου 1599/1986, περί εκτέλεσης του σχετικού σταδίου κατασκευής, σύμφωνα με την συγγραφή υποχρεώσεων.

Κάθε τυχόν παρά τα ανωτέρω αμφισβήτηση, υποχρεώνει τον οικοπεδούχο όπως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα (10) μερών, από την κοινοποίηση της παραπάνω πρόσκλησης προς αυτόν, να προσφύγει στον τρόπο λύσεως των διαφορών που ορίζεται παρακάτω και να κοινοποιήσει προς την εργολήπτρια, όμοια υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού που επιβλέπει το έργο για λογαριασμό του, περί μη εκτέλεσης του αντιστοίχου έργου ή περί ουσιωδών ελλείψεων που υπερβαίνουν τα όρια του 281 ΑΚ".

Τέλος, με το άρθρο 23 του εργολαβικού ρητώς συμφωνήθηκε ότι: "Σε περίπτωση κατά την οποία ο οικοπεδούχος, μολονότι έχει κληθεί νόμιμα, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, δεν προσέλθει για την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, για την μεταβίβαση των χιλιοστών προς την εργολήπτρια που δικαιούται αυτή να λάβει αναλογικά από κάθε οριζόντια ιδιοκτησία, είτε οριστικού συμβολαίου είτε προσυμφώνου, ή προσέλθει, αλλά αρνηθεί την υπογραφή, χωρίς ταυτόχρονη κατάθεση της βεβαίωσης του επιβλέποντος μηχανικού του, που αναφέρθηκε στο προηγούμενο άρθρο, περί μη εκτέλεσης του σχετικού σταδίου εργασιών, ή περί μη εκτέλεσης με βάση τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, δικαιούται η εργολήπτρια μετά την σύνταξη της σχετικής πράξης να επισυνάψει την αντίστοιχη βεβαίωση του επιβλέποντος το έργο μηχανικού της περί εκτέλεσης των σχετικών σταδιακών εργασιών και κατά την απόλυτη και ελεύθερη κρίση της, να υπογράψει σύμφωνα με εντολή και πληρεξουσιότητα που της παρέχεται από τον οικοπεδούχο ανέκκλητα με το παρόν, διότι αφορά και στο δικό της συμφέρον, η οποία εντολή ισχύει και για τις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 726 του Αστικού Κώδικα και δεσμεύει και τους καθολικούς διαδόχους, μόνον αυτή, συμβαλλόμενη αφενός, ως ειδικός πληρεξούσιος του οικοπεδούχου και αφ' ετέρου, ατομικά, κατά το άρθρο 235 του Αστικού Κώδικα, τη σύμβαση μεταβίβασης των ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που αναφέρονται στην πρόσκληση (προσυμφώνου ή οριστικό συμβόλαιο) είτε σε αυτήν (εργολήπτρια) είτε σε κάθε τρίτο πρόσωπο που θα υποδείξει αυτή, καθώς και σε κάθε αναγκαίο έγγραφο, που απαιτείται για τον παραπάνω σκοπό (δηλώσεις ΦΜΑ κλπ) και τέλος να δηλώσει ο,τιδήποτε απαιτείται για να συντελεστεί η μεταβίβαση".

Στις 18.12.2013 η εργολάβος επέδωσε στον οικοπεδούχο την από 13.12.2013 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, με την οποία, επικαλούμενη ότι το έργο έχει αποπερατωθεί πλήρως και ότι δεν υφίσταται καμία οφειλή στο ΙΚΑ, τον κάλεσε να συμπράξει στη μεταβίβαση των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου ως οφειλόμενο σ' αυτήν υπόλοιπο του εργολαβικού ανταλλάγματος, επικαλούμενη τα προαναφερθέντα άρθρα 21 και 22 του υπ' αριθ..../10 εργολαβικού (βλ.

σχετική ....13 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Δ.). Ειδικότερα, στην εξώδικη πρόσκληση η εργολάβος διέλαβε ότι: "Το συγκεκριμένο έργο, έχει αποπερατωθεί πλήρως και δεν υπολείπεται καμία εργασία, περαιτέρω δεν υφίσταται καμία οφειλή προς το ΙΚΑ", "Επειδή παρά τις επανειλημμένες προφορικές μου οχλήσεις προς εσάς, παρά τις προσπάθειες μου περί εκπλήρωσης της συμβατικής σας υποχρέωσης προς μεταβίβαση των χιλιοστών που πρέπει να λάβω ως εκπλήρωση του ως άνω αναφερόμενου προσυμφώνου-εργολαβικού συμβολαίου, εσείς αρνείστε αδικαιολόγητα και καταχρηστικά να συμπράξετε, ώστε να υπογραφούν τα αντίστοιχα μεταβιβαστικά συμβόλαια".

Τον κάλεσε δε με το εξώδικο: "να προσέλθετε στον συμβολαιογράφο Αθηνών Δ. Κ., κάτοικο ..., οδός ..., ... όροφος τηλ. ..., και να υπογράψετε τις δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων που αφορούν την μεταβίβαση σ' εμένα (την εργολήπτρια εταιρία) του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών που λεπτομερώς περιγράφονται στην παρούσα και τα οποία δεν έχουν μεταβιβαστεί προς εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης που αναλάβατε απέναντι μου.

Εν συνεχεία σας καλώ, όπως στις 23-12-2013, ημέρα Δευτέρα και ώρα 14.00 προσέλθετε επίσης στον ίδιο συμβολαιογράφο, για να υπογράψετε τα συμβόλαια που θα αφορούν στην μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας σ' εμένα (την εργολήπτρια εταιρία), του χ/ι εξ αδιαιρέτου επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών που λεπτομερώς περιγράφονται στην παρούσα", "Σε περίπτωση άρνησης σας, σας δηλώνω, ότι προτίθεμαι να το πράξω εγώ με ΑΥΤΟΣΥΜΒΑΣΗ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του υπ' αριθμόν .../2010 προσυμφώνου μεταβίβασης" και "επιπλέον να ζητήσω την είσπραξη ποινικής ρήτρας ύψους 15.000 ευρώ η οποία θα καταπέσει εις βάρος σας για κάθε αδικαιολόγητη και καταχρηστική άρνηση σας να συμπράξετε στις ως άνω αναφερόμενες και αιτούμενες δια του παρόντος μεταβιβάσεις χιλιοστών εξ αδιαιρέτου".

Με την εξώδικη δήλωση συγκοινοποιήθηκαν στον οικοπεδούχο τα εξής: α) Το από 11.11.2013 έγγραφο ΙΚΑ/Υποκατάστημα Αγίας Παρασκευής/ Τμήμα Εσόδων Οικοδομικών Έργων, που φέρει τον τίτλο "ΕΝΤΥΠΟ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ", αναφερόμενο στο έργο με ΑΜΟΕ ... επί της οδού ... με εργοδότρια την εργολάβο (Π.Θ.

ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ) και βεβαιώνει ότι για το έργο αυτό "με την αίτηση μεταβολής ΑΙ 162/11/11/2013 πραγματοποιήθηκαν στο Μητρώο Εργοδοτών Οικοδομοτεχνικών Έργων του ΙΚΑ οι παρακάτω μεταβολές, με ημ/νία μεταβολής: 11/11/2013, ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΏΝ Κωδ. 19 ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΡΓΟΥ", β) Έγγραφο με τίτλο "ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ" του επιβλέποντος μηχανικού Μ.

Κ. από 21.11.2013, στο οποίο διαλαμβάνει: "Η παρούσα βεβαίωση αφορά στην τριώροφη οικοδομή με Υπόγειο που βρίσκεται επί των οδών ..., στο Δήμο Γέρακα. Στις 18 Οκτωβρίου έγινε αυτοψία στην παραπάνω πολυκατοικία και διαπιστώθηκε ότι δεν υπολείπονται εργασίες ολοκλήρωσης της κατασκευής οι οποίες να απαιτούν ημερομίσθια ΚΑ".

Και γ) υπεύθυνη δήλωση του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Φ., σε έντυπο του ν.1599/1986, χωρίς αναφορά αποδέκτη της και χωρίς ημερομηνία σύνταξης, που φέρει την από 16.12.2013 βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος από υπάλληλο του ΚΕΠ Γέρακα, στην οποία διαλαμβάνει: "Με ατομική μου ευθύνη", "δηλώνω ότι με την ιδιότητα μου ως ....

ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ... η τριώροφη οικοδομή που βρίσκεται στον Γέρακα Αττικής επί των οδών ..., έχει αποπερατωθεί πλήρως, τόσο ως προς τις οριζόντιες ιδιοκτησίες όσο και ως προς τις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις αυτής και δεν υπολείπονται εργασίες ολοκλήρωσης της κατασκευής οι οποίες να απαιτούν ημερομίσθια Το οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθη η οικοδομή αυτή, είναι ιδιοκτησίας Γ.

Κ. του Σ. και της Τ., την δε κατασκευή της οικοδομής την πραγματοποίησε με βάση έγγραφη σύμβαση εργολαβίας, η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Π.Θ. και ΣΙΑ ΕΕ". Ο οικοπεδούχος δεν προσήλθε στο γραφείο του συμβολαιογράφου στις ....2013, με αποτέλεσμα να συνταχθεί η προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ....2013 πράξη μη εμφανίσεως.

Σε απάντηση της εξωδίκου προσκλήσεως της εργολάβου, ο οικοπεδούχος της επέδωσε στις 23.12.2013 (βλ. σχετ. ....2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά Σ. Δ.) την από 23.12.2013 "ΕΞΩΔΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ & ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ- ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ- ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ- ΟΧΛΗΣΗ", με την οποία: α) την κάλεσε να του γνωστοποιήσει πότε και με ποιον τρόπο τον κάλεσε εγγράφως για παράδοση του έργου κατά τα συμφωνηθέντα στο άρθρο 17 του εργολαβικού, β) απέκρουσε τις άνω δηλώσεις των μηχανικών Φ.

και Κ. ως μη προσήκουσες και μη σύμφωνες με τα διαληφθέντα στο επίμαχο εργολαβικό, όπως και την ανωτέρω βεβαίωση του ΚΑ ως μη προσήκουσα κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, καθόσον δεν πιστοποιείτο ότι έλαβε χώρα εκκαθάριση και ότι δεν υφίστανται οφειλές προς το ΚΑ, γ) εξέθεσε ότι υπάρχει σωρεία κακοτεχνιών και ουσιωδών ελλείψεων, των οποίων είναι αδύνατη η καταγραφή στο πλαίσιο του εξωδίκου και δ) διαμαρτυρήθηκε για την επιχειρούμενη μεταβίβαση χωρίς προηγούμενη συμφωνία τους ως προς το ύψος του τιμήματος.

Παρά ταύτα, η εργολάβος, στις 30.12.2013 προέβη σε μεταβίβαση με αυτοσύμβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου των μη μεταβιβασθεισών μέχρι τότε οριζοντίων ιδιοκτησιών, στις οποίες αναλογούσαν συνολικώς τα 398/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, λόγω πωλήσεως, αντί τιμήματος 796 ευρώ, δυνάμει του προσκομιζομένου υπ' αριθ. ...

συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου (Δ.Κ.). Αντικείμενο της αυτοσύμβασης ήταν οι εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες: α)οι αποθήκες του υπογείου με αριθμούς 2, 4, 5 και 8, β)οι κλειστές θέσεις σταθμεύσεως του υπογείου με αριθμούς 5, 6, 7, 9, γ)το Ι3 διαμέρισμα του ισογείου, δ)το ΑΙ διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ε)το Β2 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου και στ) η υπ' αριθ.1 κατοικία-μαιζονέτα δύο επιπέδων (υπογείου & ισογείου).

Ενόψει δε της μη συμπράξεως του οικοπεδούχου υπό τις άνω περιστάσεις, η εργολάβος ζήτησε, μεταξύ άλλων, με την αγωγή της την επιδίκαση σε βάρος του ποινικής ρήτρας συνολικού ποσού 180.000 ευρώ (ήτοι 15.000 ευρώ ανά οριζόντια ιδιοκτησία). Πλην, όμως, ενόψει όλων όσων προεκτέθηκαν ως προς το περιεχόμενο του εργολαβικού προσυμφώνου, ακόμη και αν πράγματι είχε αποπερατωθεί το έργο, με δεδομένο ότι η "αποπεράτωση" δεν ήταν ο μοναδικός όρος ώστε να υποχρεωθεί ο οικοπεδούχος σε μεταβίβαση του υπολοίπου εργολαβικού ανταλλάγματος, με απειλή κατάπτωσης ποινικής ρήτρας σε βάρος του και με δυνατότητα αυτοσύμβασης υπέρ της εργολάβου, έπεται ότι η πρόσκληση της εργολάβου προς τον οικοπεδούχο δεν ήταν προσήκουσα και σύμφωνη με το περιεχόμενο του .../2010 εργολαβικού, διότι: 1) Κατά παράβαση του άρθρου 20 του εργολαβικού, δεν επέδωσε στον οικοπεδούχο "επικυρωμένες βεβαιώσεις του Ταμείου Ι.Κ.Α.

και Επικουρικού, ότι έχει εξοφλήσει όλες τις μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της προς τα ανωτέρω Ταμεία", όπως είχε ρητώς συμφωνηθεί, ώστε να καταστεί αυτός υπόχρεος να προβεί στη μεταβίβαση του υπολοίπου του εργολαβικού ανταλλάγματος. Το δε προαναφερθέν έγγραφο του ΙΚΑ ουδόλως αποτελεί αποδεικτικό πλήρους εκκαθάρισης του έργου και εξοφλήσεως των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, αφού ρητώς εκεί βεβαιώνεται μόνο ότι υπεβλήθη η από 11.11.2013 αίτηση μεταβολής με αντικείμενο την "εκκαθάριση του έργου", χωρίς συγχρόνως να προκύπτει από το έγγραφο αυτό η απάντηση της αρμόδιας υπηρεσίας στην αίτηση και η πλήρης εξόφληση εισφορών. 2) Το επιδοθέν στον οικοπεδούχο έγγραφο του Μ.

Κ., ο οποίος ήταν ο επιβλέπων μηχανικός του έργου, δεν έχει περιεχόμενο σύμφωνο με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του εργολαβικού, αφού δεν συνιστά ούτε υπεύθυνη δήλωση ούτε βεβαίωση "περί εκτέλεσης του σχετικού σταδίου κατασκευής, σύμφωνα με την συγγραφή υποχρεώσεων", το οποίο είναι εννοιολογικά διάφορο του αν απαιτούνται ή όχι εργασίες που να απαιτούν ημερομίσθια ΙΚΑ, καθόσον για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης του οικοπεδούχου κατ' άρθρα 20 περ.4 και 22 του εργολαβικού απαιτείται έλεγχος, ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν τηρηθεί όλα τα οριζόμενα στη γενική συγγραφή υποχρεώσεων, το οποίο είναι ουσιώδες ενόψει και της περιγραφόμενης στο άρθρο 12 του εργολαβικού υποχρεώσεως της εργολάβου να αποπερατώσει προσηκόντως και να παραδώσει όχι μόνο όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, πλήρως και τελείως αποπερατωμένες και έτοιμες για χρήση και οίκηση <με το κλειδί>, αλλά και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής, την κεντρική θέρμανση, τον ανελκυστήρα, έτοιμους προς χρήση, στα οποία δεν γίνεται καμία ειδική αναφορά με το έγγραφο αυτό.

Επίσης, ενόψει του ότι ο οικοπεδούχος κλήθηκε να συμπράξει για την καταβολή του υπολοίπου του εργολαβικού ανταλλάγματος μετά από φερόμενη πλήρη αποπεράτωση του έργου, δεν βεβαιώνονται στο έγγραφο τα στοιχεία του άρθρου 20 περ.4 του εργολαβικού αναφορικά με "την αποπεράτωση και την κανονική λειτουργία των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου αυτής καθώς και την ολοσχερή εκτέλεση κάθε εργασίας, που είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η οικοδομή, ως ενιαίο σύνολο, σύμφωνα με την γενική συγγραφή των υποχρεώσεων και να αποκτήσει την αρχιτεκτονική εμφάνιση και την όψη που απεικονίζεται στα σχέδια". 3)Ομοίως το προαναφερθέν έγγραφο - υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού Κ.Φ., δεν πληρούσε κατά περιεχόμενο τα οριζόμενα στα άρθρα 12,20 περ.4 και 22 του εργολαβικού, ως άνω, καθόσον δεν έχει συγκεκριμένο αποδέκτη (τον οικοπεδούχο ή άλλο) και δεν βεβαιώνεται ότι έγινε έλεγχος απ' αυτόν του έργου ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν εκτελεστεί όλες ανεξαιρέτως οι εργασίες κάθε είδους που αναφέρονται ειδικώς στη γενική συγγραφή υποχρεώσεων, κάτι το οποίο δεν μπορεί να συναχθεί από την αόριστη αναφορά του ότι "έχει αποπερατωθεί πλήρως, τόσο ως προς τις οριζόντιες ιδιοκτησίες όσο και ως προς τις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις αυτής", λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα ρητώς εκτιθέμενα στο άρθρο 12 του εργολάβου ως προς τις υποχρεώσεις της εργολάβου, για αποπεράτωση όχι μόνο των οριζοντίων ιδιοκτησιών <με το κλειδί>, αλλά και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρους, μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, της κεντρικής θέρμανσης και του ανελκυστήρα, έτοιμων προς χρήση.

Επίσης, δεν βεβαιώνονται ειδικώς στο έγγραφο αυτό τα στοιχεία του άρθρου 20 περ.4 του εργολαβικού ως προς "την αποπεράτωση και την κανονική λειτουργία των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου αυτής καθώς και την ολοσχερή εκτέλεση κάθε εργασίας, που είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η οικοδομή, ως ενιαίο σύνολο, σύμφωνα με την γενική συγγραφή των υποχρεώσεων και να αποκτήσει την αρχιτεκτονική εμφάνιση και την όψη που απεικονίζεται στα σχέδια".

Τα δε υπ' αυτού εκτιθέμενα αναφορικά με το αν χρειάζονται ή όχι ημερομίσθια ΙΚΑ είναι αλυσιτελή και εννοιολογικώς διάφορα της αναγκαίας κατά τα συμφωνηθέντα "αποπεράτωσης" του έργου, όπως εκτίθεται στα άρθρα 12,20 περ.4 και 22 του εργολαβικού. 4) Κατά παράβαση των, οριζομένων, ως άνω, στο άρθρο 22 του εργολαβικού, η εργολάβος κάλεσε τον οικοπεδούχο να προσέλθει στις ....13 για την υπογραφή των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεων, δηλαδή την επόμενη μέρα από την επίδοση σ' αυτόν της εξώδικης πρόσκληση της και στις 23.12.2013, δηλαδή την πέμπτη μέρα μετά την επίδοση της πρόσκλησης, για την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης, αποστερώντας απ' αυτόν το δικαίωμα να προβάλει αντιρρήσεις εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα ημερών από την πρόσκληση, μέσα στην οποία ήταν υποχρεωμένος κατά τα συμφωνηθέντα, σε περίπτωση αμφισβήτησης "να προσφύγει στον τρόπο λύσεως των διαφορών που ορίζεται παρακάτω και να κοινοποιήσει προς την εργολήπτρια, όμοια υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού που επιβλέπει το έργο για λογαριασμό του, περί μη εκτέλεσης του αντιστοίχου έργου ή περί ουσιωδών ελλείψεων που υπερβαίνουν τα όρια του 281 ΑΚ". 5) Ενώ τον κάλεσε να προσέλθει για την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης στο γραφείο του συμβολαιογράφου στις 23.12.2013, εντούτοις δεν προέβη στην κατάρτιση του συμβολαίου την ημέρα αυτή, αλλά στις 30.12.2013, χωρίς καμμία ενημέρωση του.

Τέλος, 6) όπως προεκτέθηκε υπό στοιχ. Α, τα οριζόμενα στο άρθρο 17 του εργολαβικού περί αποπερατώσεως και παραδόσεως των κατασκευαζόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών δεν ήταν προϋπόθεση ενεργοποίησης της υποχρεώσεως του οικοπεδούχου κατ' άρθρο 20 περ.4 του εργολαβικού για καταβολή του υπολοίπου του εργολαβικού ανταλλάγματος, αφού το άρθρο 17 αναφέρεται αποκλειστικά στις οριζόντιες ιδιοκτησίες και, συνεπώς, η τυχόν αποπεράτωση αυτών, ακόμη και η μεταβίβαση τους σε τρίτους κατά τη διάρκεια κατασκευής της οικοδομής (όπως έγινε δηλαδή στις προαναφερθείσες περιπτώσεις), δεν ταυτίζεται με την αποπεράτωση του όλου έργου, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 12 και 20 παρ.4 του εργολαβικού, η οποία συμπεριλαμβάνει και την αποπεράτωση των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, της κεντρικής θέρμανσης και του ανελκυστήρα, έτοιμων προς χρήση, καθώς και την αποπεράτωση και την κανονική λειτουργία των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου αυτής καθώς και την ολοσχερή εκτέλεση κάθε εργασίας, που είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η οικοδομή, ως ενιαίο σύνολο, σύμφωνα με την γενική συγγραφή των υποχρεώσεων και να αποκτήσει την αρχιτεκτονική εμφάνιση και την όψη που απεικονίζεται στα σχέδια, όπως προκετέθηκε.

Σε κάθε δε περίπτωση, ούτε συνυπεγράφη πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής των επιμέρους οριζοντίων ιδιοκτησιών ούτε κλήθηκε εγγράφως ο οικοπεδούχος να τις παραλάβει εντός προθεσμίας 10 ημερών, κατ' άρθρο 17 εδάφια α και β. Τα δε προσκομιζόμενα από την εργολάβο "δελτία παράδοσης κτισμάτων", εκδόσεως της (υπ' αριθ.1/31.3.11, 2/14.6.11, 3/3.11.11, 4/25.1.12, 5/30.1.12, 6/11.10.12, 7/7.11.12, 8 έως 11/30.12.13) ουδέν αποδεικνύουν ως προς την παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, διότι δεν φέρουν καμμία υπογραφή του φερομένου ως παραλαβόντος αυτές οικοπεδούχου.

Είναι δε ενδεικτικό ότι το περιεχόμενο του υπ' αριθ.7/7.11.12 δελτίου παράδοσης, που αφορά στο κατάστημα-οριζόντια ιδιοκτησία, διαψεύδεται από τα εκτιθέμενα στο υπ' αριθ. ....12 συμβόλαιο μεταβίβασης του καταστήματος στον οικοπεδούχο, στο οποίο ρητώς αναφέρεται ότι δεν ήταν αποπερατωμένο και συμφωνήθηκε από τους συμβαλλόμενους (εργολάβο και οικοπεδούχο) προθεσμίας παράδοσής του (βλ.

κατωτέρω). Παρά ταύτα, η εργολάβος ισχυρίστηκε ότι είχαν παραδοθεί στον οικοπεδούχο τα κλειδιά των οριζοντίων ιδιοκτησιών από το 2012, τα οποία αυτός παρέλαβε ανεπιφύλακτα, επικαλούμενη την περίπτωση του εδαφίου γ του άρθρου 17, σύμφωνα με το οποίο "Η χρήση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά το ποσοστό που του αναλογεί κατά τα ανωτέρω, ή από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος έλκει τα δικαιώματα του απ' αυτόν ή η μίσθωση και χωρίς να έχει συνταχθεί πρωτόκολλο παράδοσης θεωρείται, σύμφωνα με αμάχητο τεκμήριο και ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων ως ανεπιφύλακτη παραλαβή".

Επικαλέστηκε δε σχετικά ένορκες καταθέσεις μαρτύρων της και, συγκεκριμένα, του Κ. Π., λογιστή της εργολήπτριας και του συμβολαιογράφου Δ. Κ., οι οποίοι κατάθεσαν τα εξής: 1) Ο Κ.Π., στην 408/18 ένορκη βεβαίωσή του, ανέφερε ότι "από τον Μάρτιο του 2012, και εφόσον είχε αποπερατωθεί πλήρως η οικοδομή, η εταιρία δια του κου Θ.

Π. παρέδωσε παρουσία μου τα κλειδιά της πολυκατοικίας και των οριζοντίων ιδιοκτησιών στον κ. Κ. και στην σύζυγο του, ο οποίος τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα". 2) Ο συμβολαιογράφος Δ.Κ., εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατέθεσε ότι το έργο ολοκληρώθηκε το 2012 περίπου, ότι "είχαν μπει, είχαν εγκατασταθεί μέσα, είχαν γίνει συμβόλαια", "λειτουργούσαν τα κοινόχρηστα", ότι "ο κύριος Κ.

είχε πάρει τα κλειδιά από το 12. Από τον κύριο Θ.", αναφερόμενος ειδικώς ότι αυτό έγινε τον Μάρτιο του 2012. Και 3)ο Κ.Π., εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατέθεσε ότι "παραδώσαμε τα κλειδιά, παρόντος και του κυρίου Θ. και του κυρίου Κ. και μάλιστα ήταν και η σύζυγος του κυρίου Κ.", "το 2012", "νομίζω τον Μάρτιο".

Όμως, αυτοί οι ισχυρισμοί δεν κρίνονται αληθείς ούτε για το σύνολο των οριζοντίων ιδιοκτησιών ούτε για το έργο συνολικά, διότι στις 7.11.2012, κατά την κατάρτιση του ....12 συμβολαίου μεταβιβάσεως στον οικοπεδούχο του ιδανικού μεριδίου της εργολάβου επί της οριζοντίου ιδιοκτησίας - ισογείου καταστήματος, ενώπιον του ιδίου εξετασθέντα ως μάρτυρα συμβολαιογράφου, ρητώς ανέφεραν οι εκεί συμβαλλόμενοι ότι η οριζόντια ιδιοκτησία (κατάστημα) ήταν ακόμη στο στάδιο των ελαιοχρωματισμών (άρα μη αποπερατωμένη) και ότι η εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει το κατάστημα αποπερατωμένο και έτοιμο για χρήση, "με το κλειδί στο χέρι" στον οικοπεδούχο έως 31.1.2013 (βλ.σελ.24 του συμβολαίου ...), ενώ συμφωνήθηκε ότι για την παράδοση θα συντασσόταν πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, μετά από έγγραφη πρόσκληση εκ μέρους της εργολάβου (βλ.σελ.25-26 του συμβολαίου ...).

Κατόπιν τούτου, λόγω μη προσήκουσας πρόκλησης του οικοπεδούχου να συμπράξει στην κατάρτιση του συμβολαίου μεταβίβασης των επίμαχων χιλιοστών ως υπόλοιπο οφειλομένου εργολαβικού ανταλλάγματος, χωρίς να προαποδεικνύεται η σύμφωνη με τη σύμβαση αποπεράτωση του έργου και η πλήρης εξόφληση κάθε οφειλής προς τα ασφαλιστικά ταμεία, κρίνεται ότι η άρνηση του και η μη προσέλευση του για την υπογραφή των δηλώσεων φόρου μεταβίβασης ακινήτων και του συμβολαίου μεταβίβασης ούτε αδικαιολόγητη ούτε καταχρηστική ήταν και, συνεπώς, δεν δικαιούτο η εργολάβος να ζητήσει την κατάπτωση σε βάρος του της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αξίωση της εργολάβου για επιδίκαση σε βάρος του οικοπεδούχου ποινικής ρήτρας για την, ως άνω, αιτία, ποσού 15.000 ευρώ αντί του αιτούμενου ποσού των 180.000 ευρώ, με το σκεπτικό ότι ο οικοπεδούχος αρνήθηκε αδικαιολόγητα και καταχρηστικά να συμπράξει στην επίδικη μεταβίβαση, καθ' ο χρόνο το έργο είχε αποπερατωθεί πλήρως και είχε προσκληθεί νομοτύπως προς τούτο από την εργολάβο, ενώ, αντιθέτως, υπό ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, ενόψει των ανωτέρω ουσιαστικών παραδοχών, έπρεπε να απορρίψει την αγωγή κατά το σκέλος αυτό ως ουσία αβάσιμη ενόλω.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, βασίμως παραπονείται κατά της εκκαλούμενης ο εκκαλών - οικοπεδούχος, ισχυριζόμενος με τον πρώτο λόγο εφέσεως του (υπό στοιχ.3) ότι νομίμως και δικαιολογημένως αρνήθηκε να συμπράξει στη επίδικη μεταβίβαση και ότι, συνεπώς, δεν κατέπεσε σε βάρος του η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα.

Επομένως, κατά παραδοχή αυτού του λόγου εφέσεως κατ' ουσίαν, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη κατά το σκέλος αυτό και, διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής να απορριφθεί αυτή η ένδικη αξίωση εν όλω κατ' ουσίαν. Ενώ, αντιθέτως, παρέλκει η εξέταση κατ' ουσίαν του δευτέρου λόγου εφέσεως της εκκαλούσας-εργολήπτριας, με τον οποίο παραπονείται ότι κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε σε βάρος του αντιδίκου της το ποσό των 15.000 ευρώ μόνο ως ποινική ρήτρα, αντί του αιτούμενου ποσού των 180.000 ευρώ, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

Ββ') Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε υπό στοιχ.Α, μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών που μεταβιβάστηκαν σε τρίτους συμπεριλαμβάνονται οι, ως άνω, αναφερόμενες στα υπ' αριθ. .../11 και .../12 συμβόλαια με αγοραστές α)τους Θ. Κ., Α. σύζυγο Θ. Κ. και Α. Κ. το πρώτο και β)την Μ. Μ. το δεύτερο. Ειδικότερα, με το .../11 συμβόλαιο μεταβιβάστηκαν η Ρ 2 θέση σταθμεύσεως, η αποθήκη 9 και το Α2 διαμέρισμα, κατά την ψιλή κυριότητα αυτών στην Α.

Κ. και κατά την επικαρπία αυτών στους Θ. και Α. Κ. και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, αντί συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος 52.422,33 ευρώ. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου παραστάθηκαν αυτοπροσώπως ο οικοπεδούχος ο Π. Θ. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας, οι αγοραστές και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αγοράστριας Α.

Κ., Σ. Κ. και με το .../12 συμβόλαιο μεταβιβάστηκαν κατά πλήρη κυριότητα στη Μ. Μ. η Ρ1 θέση σταθμεύσεως, η αποθήκη 7 και το A3 διαμέρισμα, αντί συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος 154.130 ευρώ, ενώ κατά την υπογραφή του συμβολαίου παραστάθηκαν αυτοπροσώπως ο οικοπεδούχος, ο Π. Θ. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας, η αγοράστρια, καθώς και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και, ειδικότερα, η σύζυγος του οικοπεδούχου Ε.

Σ. ως δικηγόρος του, ο Θ. Δ. για λογαριασμό της εργολάβου και ο Π. Ξ. για λογαριασμό της αγοράστριας. Με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα-εργολάβος ισχυρίστηκε ότι κατά την υπογραφή των συμβολαίων και ενώ βρίσκονταν όλοι οι συμβαλλόμενοι στο γραφείο του συμβολαιογράφου για να υπογράψουν τα συμβόλαια, ο οικοπεδούχος αιφνιδιαστικά αρνήθηκε να υπογράψει, εάν προηγουμένως η εργολάβος δεν του κατέβαλε χρηματικό ποσό επιπλέον αυτού που δικαιούτο να λάβει από το συμφωνηθέν τίμημα κάθε αγοραπωλησίας το οποίο είχε προσυμφωνηθεί μεταξύ αυτών και των αγοραστών, με αποτέλεσμα, ενόψει του κινδύνου ματαίωσης της συναλλαγής, να εξαναγκαστεί η εργολάβος να καταβάλει εξ ιδίων στον οικοπεδούχο σε μετρητά το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ και, ειδικότερα, 5.000 ευρώ κατά την υπογραφή του πρώτου συμβολαίου και 15.000 ευρώ κατά την υπογραφή του δευτέρου συμβολαίου.

Τα περιστατικά αυτά προσεπιβεβαιώθηκαν από την ένορκη κατάθεση του συμβολαιογράφου Δ.Κ., που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος φέρεται ότι είχε ίδια αντίληψη των όσων διαμείφθησαν μεταξύ του οικοπεδούχου και του νομίμου εκπροσώπου της εργολάβου στο γραφείο του, όπου είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι αναφερόμενοι, ως άνω, στα συμβόλαια για την υπογραφή τους.

Επίσης τα περιστατικά αυτά επιβεβαιώθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της εργολάβου Θ. Δ., η οποία επίσης φέρεται ότι είχε ίδια αντίληψη των όσων διαμείφθησαν στο γραφείο του συμβολαιογράφου, με την υπ' αριθ. .../2015 ένορκη βεβαίωση της (που ελήφθη υπόψη στην, ως άνω, δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων), καθώς και από τον Ν.

Θ., εταίρο της εργολάβου με την υπ' αριθ. .../15 ένορκη βεβαίωση του και την Ε. Μ. με την υπ' αριθ. .../2015 ένορκη βεβαίωση της.

Εξ άλλου, ο εκκαλών -εφεσίβλητος με αφορμή όσα κατατέθηκαν ενόρκως ως άνω, από τους Δ.Κ., Ε.Μ. και Ν.Θ. σχετικά με τις περιστάσεις καταβολής σ' αυτόν του επιδίκου ποσού των 20.000 ευρώ, υπέβαλε, μεταξύ άλλων, και εναντίον τους την υπό στοιχ. ΑΒΜ Β2018/1347 μήνυση για τις πράξεις α)της ψευδορκίας μάρτυρα και β)της άμεσης συνέργειας σε απάτη στο δικαστήριο, καθώς και κατά του νομίμου εκπροσώπου της εργολάβου Π.

Θ. για τις πράξεις α)της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και β)της απάτης στο δικαστήριο. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσκομιζόμενη 9411/11.12.2018 απορριπτική εισαγγελική διάταξη, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε προσφυγή κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ (βλ.πιστοποιητικό Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών 3296/13.6.2019 εν συνδ.προς απορριπτική διάταξη), με την οποία κρίθηκε ότι πράγματι ο Γ.

Κ. απαίτησε αιφνιδιαστικά και έλαβε υπό τις άνω περιστάσεις το ποσό των 20.000 ευρώ από την εργολήπτρια. Εξ άλλου, η απαίτηση εκ μέρους του οικοπεδούχου για καταβολή των ανωτέρω ποσών, τα οποία δεν δικαιούτο, προκειμένου να υπογράψει τα επίμαχα συμβόλαια πωλήσεως, δεν ήταν μόνο αντίθετη στις συμβατικές υποχρεώσεις του εκ του .../10 εργολαβικού, ως αδικαιολόγητη και καταχρηστική άρνηση του να συμπράξει στις επίμαχες μεταβιβάσεις κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του εργολαβικού, αλλά πληρούσε και την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση εκβίασης εκ του άρθρου 385 παρ. 1 περ.

γ ΠΚ, ως ίσχυε. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούτο να λάβει ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά του αντιδίκου της το υπ' αυτής καταβληθέν συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ, όπως βασίμως εξέθεσε με την αγωγή της. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά σκέλος αυτό με την ίδια, ως άνω, αιτιολογία, δεν έσφαλε.

Συνεπώς, απορριπτέος κατ' ουσίαν καθίσταται ο πρώτος λόγος εφέσεως του εκκαλούντος (υπό τον αριθ.1), με τον οποίο παραπονείται ότι υπό εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την αξίωση αυτή. Βγ) Επίσης η εκκαλούσα-εφεσίβλητη ισχυρίστηκε με την αγωγή της ότι ο εκκαλών - εφεσίβλητος την εξαπάτησε, αφού, προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της ποσού 31.000, της παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι έπρεπε να του παραδώσει το ποσό των 31.000 ευρώ για να το καταβάλει ο ίδιος στον επιβλέποντα μηχανικό Μ.

Κ. ως οφειλόμενη από την εργολάβο αμοιβή του στο πλαίσιο των συμβατικών υποχρεώσεων της, το οποίο και έπραξε (η ίδια), χωρίς, όμως, να λάβει ποτέ απόδειξη για την καταβολή και χωρίς να καταβληθεί το ποσό αυτό στον επιβλέποντα μηχανικό από τον αντίδικο της. Το περιστατικό αυτό προσεπιβεβαιώθηκε από την ένορκη κατάθεση του συμβολαιογράφου Δ.Κ., που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και από τον Ν.

Θ., εταίρο της εργολάβου με την υπ' αριθ. .../15 ένορκη βεβαίωση του και την Ε. Μ. με την υπ' αριθ. .../2015 ένορκη βεβαίωση της. Πλην, όμως, από τους μάρτυρες αυτούς μόνο οι Ε. Μ. και Ν. Θ. φέρονται ότι είχαν ίδια αντίληψη των όσων κατέθεσαν σχετικά, διότι ο Ν.Θ., με την .../15 ένορκη βεβαίωση του, κατέθεσε ότι ο ίδιος παρέδωσε στην Ε.

Μ. το ποσό των 31.000 ευρώ σε μετρητά για να το παραδώσει στον οικοπεδούχο, ενώ η Ε. Μ., με την .../15 ένορκη βεβαίωση της, κατέθεσε ότι η ίδια παρέδωσε αυτό το χρηματικό ποσό στον οικοπεδούχο, χωρίς να λάβει καμμία απόδειξη. Επισημαίνεται ότι ενώ στην αγωγή και στις ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις αναφέρεται ότι η καταβολή αυτή έγινε τον Ιανουάριο του 2010, εντούτοις ούτε το .../2010 εργολαβικό προσύμφωνο είχε καταρτιστεί τότε ούτε είχαν αρχίσει οποιεσδήποτε εργασίες ανέγερσης της οικοδομής.

Επομένως δεν ήταν λογικά δυνατόν να ζητηθεί το ποσό αυτό τον Ιανουάριο του 2010 και να πεισθεί η εργολάβος να το καταβάλει χωρίς καμία νόμιμη αιτία. Στο πλαίσιο αυτό, η Ε. Μ., με νεότερη ένορκη βεβαίωση της με αριθμό ....2018 (η οποία ελήφθη υπόψη με την προαναφερθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων) μετέβαλε όσα κατέθεσε ενόρκως αρχικά ως προς τον χρόνο της καταβολής, αναφέροντας ότι αυτή έγινε τέλη Ιανουαρίου 2011 - αρχές Φεβρουαρίου 2011.

Πέραν τούτου, όπως προαναφέρθηκε, ο εκκαλών - εφεσίβλητος, με αφορμή όσα κατατέθηκαν ενόρκως, ως άνω, από τους Δ.Κ., Ε.Μ. και Ν.Θ. σχετικά με τις περιστάσεις καταβολής σ' αυτόν του επιδίκου ποσού των 31.000 ευρώ, υπέβαλε, μεταξύ άλλων, και εναντίον τους την υπό στοιχ. ΑΒΜ Β2018/1347 μήνυση για τις πράξεις α)της ψευδορκίας μάρτυρα και β)της άμεσης συνέργειας σε απάτη στο δικαστήριο, καθώς και κατά του νομίμου εκπροσώπου της εργολάβου Π.

Θ. για τις πράξεις α)της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και β)της απάτης στο δραστήριο, ενώ και κατά σκέλος αυτό εκδόθηκε η ίδια, ως άνω, 9411/11.12.2018 απορριπτική εισαγγελική διάταξη. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη), περιόρισε παραδεκτώς την απαίτηση της από το ποσό των 31.000 ευρώ στο ποσό των 9.299,24 ευρώ με την από 20.10.15 προσθήκη των προτάσεων της, ενώ με δήλωση στα πρακτικά συνεδριάσεως της 17.11.2016 περιόρισε την απαίτηση της στο ποσό των 13.774,73 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού των 31.000 ευρώ και του ποσού των 17.225,27 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθ. 149/11 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του επιβλέποντος μηχανικού Μ.

Κ. Ως προς την απόδειξη αυτή επισημαίνεται ότι έχει εκδοθεί επ' ονόματι της εργολήπτριας, αναφέρει ως αιτία "δια την επίβλεψην οικοδομής" και έχει σημειωθεί χειρόγραφα "Δια χειρός Κ. Γ. Εξόφληση". Επομένως από την απόδειξη αυτή αποδεικνύεται μεν η εξόφληση της αμοιβής του μηχανικού ποσού 17.225,27 ευρώ και η παράδοση σ' αυτόν του εν λόγω ποσού από τον οικοπεδούχο, αλλά από κανένα άλλο στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο οικοπεδούχος κατέβαλε το ποσό αυτό εξ ιδίων, προς ανταπόδειξη δηλαδή όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες της αντιδίκου του ως προς την παράδοση σ' αυτόν του ποσού των 31.000 ευρώ και την εξόφληση της αμοιβής του μηχανικού με χρήματα της εργολάβου.

Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούτο να λάβει ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την αδικοπρακτική-απατηλή σε βάρος της συμπεριφορά του αντιδίκου της το επιπλέον των 17.225,27 ευρώ ποσό που του κατέβαλε στις αρχές του 2011 (και όχι τον Ιανουάριο του 2010) άνευ νομίμου αιτίας, όπως βασίμως εξέθεσε με την αγωγή της, όπως αυτή περιορίστηκε παραδεκτώς με τις προτάσεις της. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά σκέλος αυτό ως προς το ποσό των 9.299,24 ευρώ, στο οποίο περιορίστηκε η ένδικη αξίωση (κρίνοντας απαράδεκτο τον μεταγενέστερο περιορισμό της αξίωσης στο ποσό των 13.774,73 ευρώ), με την ίδια αιτιολογία, δεν έσφαλε.

Συνεπώς, απορριπτέος κατ' ουσίαν καθίσταται ο πρώτος λόγος εφέσεως του εκκαλούντος (υπό τον αριθ.2), με τον οποίο παραπονείται ότι υπό εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την αξίωση αυτή, χωρίς επιπλέον να λάβει υπόψη του το ποσό των 4.475,49 ευρώ, που κατέβαλε ο ίδιος δυνάμει της ....11 απόδειξης παροχής υπηρεσιών στον ηλεκτρολόγο-μηχανικό Β.

Κ. ως αμοιβή επίβλεψης ηλεκτρομηχανολογικών έργων και για αναθεώρηση οικοδομικής άδειας λόγω εσωτερικών διαρρυθμίσεων και αλλαγής όψεων, το οποίο, όμως, κρίνεται αλυσιτελές, αφού, ενόψει των ανωτέρω ουσιαστικών παραδοχών, η καταβολή των 31.000 ευρώ έγινε αποκλειστικά για την αμοιβή του επιβλέποντος μηχανικού Μ.

Κ. και όχι για άλλη αιτία. Βδ') Τέλος, η ενάγουσα-ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη ισχυρίστηκε με την αγωγή της ότι ματαιώθηκαν τέσσερις αγοραπωλησίες με αποκλειστική υπαιτιότητα του αντιδίκου της, διότι αρνήθηκε να υποκύψει στους εκβιασμούς του και εξαναγκάστηκε να επιστρέψει τις ληφθείσες προκαταβολές στους υποψήφιους αγοραστές, κάτι το οποίο έπληξε την αξιοπιστία της στον κατασκευαστικό χώρο.

Στο πλαίσιο αυτό, αποδεικνύονται τα εξής: 1)Στις 17.1.2011 (κατά χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε ακόμη υπαχθεί η ανεγειρόμενη οικοδομή στις διατάξεις του ν. 3 741/29), συμφωνήθηκε με ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ του Π. Θ. και του Σ. Κ., ατομικώς και για λογαριασμό της K. L., η αγορά τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών στην άνω οικοδομή και, συγκεκριμένα, της μεζονέτας υπογείου-ισογείου, της αποθήκης 9 και θέσης στάθμευσης 7, αντί συνολικού τιμήματος 205.000 ευρώ συν 5.000 ευρώ για συνδέσεις, υποθηκοφυλακείο, δικηγόρο και συμβολαιογράφο.

Το οριστικό συμβόλαιο θα καταρτιζόταν έως 28.2.2011 και η εξόφληση του τιμήματος θα γινόταν σταδιακά: 90.000 ευρώ στο στάδιο των σοφάδων, 40.000 ευρώ στο στάδιο των πλακιδίων, 40.000 ευρώ στο στάδιο των δαπέδων και 20.000 ευρώ με την παράδοση στις 30.7.2011. Όμως, η αγοραπωλησία ματαιώθηκε, η προκαταβολή επιστράφηκε στους υποψήφιους αγοραστές στις 30.3.2011 και οι αγοραστές δήλωσαν εγγράφως ότι "με δική τους υπαιτιότητα και για προσωπικούς λόγους υπαναχωρούν από την αγορά", με το προσκομιζόμενο από 30.3.2011 έγγραφο. 2)Στις 7.6.2011 καταρτίστηκε μεταξύ του Π.

Θ., ως εκπροσώπου της εργολήπτριας και του οικοπεδούχο, και της Σ. Χ. ιδιωτικό προσύμφωνο πωλήσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών στην επίμαχη, ως άνω, οικοδομή και, ειδικότερα, του διαμερίσματος ΑΙ, της γκαρσονιέρας υπογείου Υ2, της αποθήκης & και της θέσης στάθμευσης 1, αντί συνολικού τιμήματος 267.000 ευρώ. Η υποψήφια αγοράστρια κατέβαλε το ποσό των 10.000 ευρώ, εκ του οποίου 5.000 ευρώ θα αφαιρούνταν από το καταβλητέο τίμημα και 5.000 ευρώ αφορούσε σε εργασίες-ανακατασκευές επιλογής της αγοράστριας, που θα ξεκινούσαν όποτε θα έδινε σχετική γραπτή εντολή έως 10.6.11.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος ΑΙ θα γινόταν έως 30.6.11 και της γκαρσονιέρας υπογείου έως 30.9.11 "με τη ρητή προϋπόθεση της ολοσχερούς αποπεράτωσης της οικοδομής και των κοινοχρήστων μερών αυτής για την οποία υπολείπονται οι κάτωθι εργασίες: βαψίματα, ξυλουργικές εργασίες, είδη υγιεινής".

Όμως, η αγοραπωλησία ματαιώθηκε, η προκαταβολή επιστράφηκε στην αγοράστρια στις 29.7.2011 και η αγοράστρια δήλωσε εγγράφως ότι "με δική της υπαιτιότητα και για προσωπικούς λόγους υπαναχωρεί από την αγορά", με το προσκομιζόμενο από 28.7.2011 έγγραφο. 3)Στις 4.4.2012 συμφωνήθηκε μεταξύ του Π. Θ. και της Α. Ρ. η αγορά του διαμερίσματος ΕΑ1 πρώτου ορόφου αντί συνολικού τιμήματος 165.000 ευρώ, ενώ το συμβόλαιο συμφωνήθηκε να καταρτιστεί στις 11.4.2012.

Όμως, η αγοραπωλησία ματαιώθηκε και η δοθείσα από την υποψήφια αγοράστρια προκαταβολή των 2.500 ευρώ της επιστράφηκε στις 16.6.2014 (βλ.σχετική απόδειξη επιστροφής προκαταβολής και απόδειξη καταβολής προκαταβολής). Και 4)στις 6.8.2014 ο Π. Θ. έλαβε για λογαριασμό της εργολήπτριας από την Ε. Κ. το ποσό των 15.000 ευρώ ως προκαταβολή για την αγορά μεζονέτας υπογείου-ισογείου στην ίδια οικοδομή αντί τιμήματος 212.500 ευρώ, με τη συμφωνία ότι το οριστικό συμβόλαιο θα καταρτιζόταν έως και 30.9.2013 και η καταβολή του τιμήματος θα γινόταν στα σταδιακά και, ειδικότερα, 185.000 με την υπογραφή συμβολαίων και το υπόλοιπο των 12.500 ευρώ σε 25 άτοκες δόσεις, αρχής γενομένης από το τέλος του επόμενου μήνα από την υπογραφή των συμβολαίων.

Οριστικό συμβόλαιο δεν καταρτίστηκε, παρά το γεγονός ότι η υποψήφια αγοράστρια εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα με την οικογένεια της, αλλά δεν. προσκομίστηκε απόδειξη επιστροφής της προκαταβολής. Πλην, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι η ματαίωση των ανωτέρω αγοραπωλησιών οφειλόταν στην άρνηση της εργολήπτριας να υποκύψει σε εκβιασμούς του οικοπεδούχου οικονομικής φύσεως, αντίστοιχα με όσα έλαβαν χώρα κατά την υπογραφή των προαναφερθέντων .../11 και .../12 συμβολαίων, καθόσον: 1) Καμμία από τις αγοραπωλησίες αυτές δεν προχώρησε διαδικαστικά, δεδομένου ότι ούτε σχέδια οριστικών συμβολαίων ούτε δηλώσεις φόρου μεταβίβασης νομίμως υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον οικοπεδούχο προσκομίστηκαν, εκτός από συμπληρωμένα φύλλα υπολογισμού αντικειμενικής αξίας και δηλώσεις φόρου μεταβίβασης, χωρίς υπογραφές (αγοραστών και πωλητή) για την περίπτωση της Σ.Χ. 2) Οι, ως άνω, υποψήφιοι αγοραστές Σ.

Κ., K. L. και Σ. Χ. δήλωσαν ενυπόγραφα ότι υπαναχωρούν "με δική τους υπαιτιότητα". 3) Στην περίπτωση των Σ.Κ. και K. L. ήταν αντικειμενικά αδύνατη η κατάρτιση οριστικού συμβολαίου έως 28.2.2011, όπως συμφωνήθηκε, αφού δεν είχε συνταχθεί και μεταγραφεί ακόμη πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, η οποία έγινε τον Μάρτιο του 2011. 4) Από καμία κατάθεση των μαρτύρων της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης δεν προκύπτει ότι ο οικοπεδούχος προέβαλε κατά τρόπο εκβιαστικό, υπό την έννοια του άρθρου 385 παρ.1 ΠΚ, συγκεκριμένες οικονομικές αξιώσεις σε βάρος της εργολήπτριας, προκειμένου να συμπράξει στην κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων και δεν διαψεύδονται οι άνω δηλώσεις των υποψηφίων αγοραστών Σ.

Κ., K. L. και Σ. Χ. περί μεταμέλειας τους για λόγους που αφορούσαν τους ίδιους. Ειδικότερα: α) Ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συμβολαιογράφος Δ.Κ. κατέθεσε αορίστως ότι ο οικοπεδούχος ζητούσε χρήματα, χωρίς άλλη διευκρίνιση, αλλά δεν έχει ίδια αντίληψη των όσων καταθέτει, αφού πηγή πληροφόρησης του ήταν η εργολήπτρια.

Το ίδιο ισχύει και για την 11445/18 ένορκη κατάθεση του. β)0 εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Κ.Π., λογιστής της εργολήπτριας και συγγενής της υποψήφιας αγοράστριας Ε. Κ., κατέθεσε αναφορικά με το συμβόλαιο αυτό ότι ο οικοπεδούχος δεν υπέγραφε με διάφορες αιτιάσεις και συγκεκριμένα προέβαλε "διάφορες απαιτήσεις για κατασκευαστικά και διάφορα άλλα άσχετα θέματα, δηλαδή κάποια χώματα στο διπλανό οικόπεδο που δεν είχαν μαζευτεί" και ότι, ενώ είχαν συμφωνήσει η κόρη του με τον Θ.

ως τίμημα το ποσό των 210.000 ευρώ, ο οικοπεδούχος έλεγε ότι "για να υπογράψω αυτό θέλω 130.000 ευρώ. Τα άλλα δεν ξέρω τι θα κάνετε, κόφτε το λαιμό σας, θα τα βρείτε εσείς με το Θ.", δηλαδή, απευθυνόμενος προς τους υποψήφιους αγοραστές, εξέφραζε τη διαφωνία του για το τίμημα, που είχε συμφωνηθεί μεταξύ εργολήπτριας και υποψήφιας αγοράστριας, το οποίο καταδεικνύει ότι δεν μετείχε σε όσα συμφωνήθηκαν τον Αύγουστο του 2013, μεταξύ του Π.Θ.

και της Ε. Κ., ενώ δεν προκύπτει καμμία συμπεριφορά πληρούσα τους όρους του άρθρου 385 παρ.1 ΠΚ. γ) Ο Ν. Θ. στην .../18 ένορκη βεβαίωση του κατέθεσε ότι ο οικοπεδούχος "με τη συμπεριφορά του και τις αβάσιμες και παράλογες αξιώσεις του" κατάφερνε να ματαιώσει τις αγοραπωλησίες, χωρίς καμμία αναφορά σε περιστατικά που θα μπορούσαν να εκτιμηθούν υπό την έννοια του άρθρου 385 παρ.ΙΠΚ.

Το ίδιο ισχύει και για όσα κατέθεσε στην .../15 ένορκη βεβαίωση του και, ειδικότερα, για την πώληση προς τη Σ. Χ. ότι ο οικοπεδούχος "άρχισε πάλι να δημιουργεί προβλήματα εγείροντας καθημερινά αξιώσεις εις βάρος της εταιρίας, οι οποίες ήταν πάνω και πέρα από τα συμφωνηθέντα και δεν είχαν καμμία βάση, νομική, ηθική ή άλλη.

Με την συμπεριφορά του αυτή ματαίωσε άνευ λογικής εξήγησης την συγκεκριμένη αγοραπωλησία", ότι "δεν συνέπραττε εγείροντας απέναντι στην εταιρία διαρκώς εκβιαστικές και αβάσιμες αξιώσεις", για την πώληση προς την Α.Ρ. ότι "αδικαιολόγητα, αντισυμβατικά φερόμενος και καταχρηστικά, αρνήθηκε να συμπράξει στην μεταβίβαση", "διατυπώνοντας αυθαίρετα προσκόμματα και αβάσιμες αξιώσεις" και για την πώληση προς τον Σ.

Κ. ότι "εντελώς αδικαιολόγητα και καταχρηστικά εκείνος δήλωσε ότι δεν προτίθεται να συμπράξει στην αγοραπωλησία (καθώς πάλι διατύπωνε αξιώσεις που δεν είχαν κανένα έρεισμα)", δ) Η Ε. Μ. με τις .../15 και .../18 ένορκες βεβαιώσεις της, που ταυτίζονται κατά περιεχόμενο, δεν κατέθεσε τίποτα συγκεκριμένο που να πληροί την αντικειμενική υπόσταση εκβίασης του άρθρου 385 παρ.ΙΠΚ, καταθέτοντας αορίστως τα ίδια με τον Ν.Θ., ως άνω (δηλαδή, για την πώληση προς τη Σ.Χ.

ότι "άρχισε πάλι να δημιουργεί προβλήματα εγείροντας καθημερινά αξιώσεις εις βάρος της εταιρίας, οι οποίες ήταν πάνω και πέρα από τα συμφωνηθέντα και δεν είχαν καμία βάση, νομική, ηθική ή άλλη. Με την συμπεριφορά του αυτή ματαίωσε άνευ λογικής εξήγησης την συγκεκριμένη αγοραπωλησία", ότι δεν συνέπραττε "εγείροντας απέναντι στην εταιρία διαρκώς εκβιαστικές και αβάσιμες αξιώσεις", για την πώληση προς την Α.Ρ.

ότι "αδικαιολόγητα, αντισυμβατικά φερόμενος και καταχρηστικά, αρνήθηκε να συμπράξει στην μεταβίβαση", "διατυπώνοντας αυθαίρετα προσκόμματα και αβάσιμες αξιώσεις" και για την πώληση προς τον Σ.Κ. ότι "εντελώς αδικαιολόγητα και καταχρηστικά εκείνος δήλωσε ότι δεν προτίθεται να συμπράξει στην αγοραπωλησία (καθώς πάλι διατύπωνε αξιώσεις που δεν είχαν κανένα έρεισμα)".

ε)Η Σ. σύζυγος Κ.Π. (μητέρα της Ε. Κ., υποψήφιας αγοράστριας), με την .../15 ένορκη βεβαίωση της κατέθεσε ότι η Ε. Κ. έδωσε στην εργολήπτρια προκαταβολή ύψους "70.000 ευρώ", το οποίο δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο και αντιβαίνει στην προσκομιζόμενη σχετική απόδειξη προκαταβολής 15.000 ευρώ μόνο και ότι ο οικοπεδούχος "παρά τις προφορικές διαβεβαιώσεις του αρνείται να συμπράξει στην μεταβίβαση", χωρίς δηλαδή να καταθέτει τίποτα που να πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση εκβίασης του άρθρου 385 παρ.1 ΠΚ.

στ)Τα ίδια αόριστα και ανακριβή με τα εκτιθέμενα, ως άνω, από τη Σ. σύζυγο Κ.Π., κατέθεσε και ο Κ.Π. με την 408/18 ένορκη βεβαίωση του. Και ζ)οι Ε. Κ. και Β. Χ. με την 228/18 κοινή ένορκη βεβαίωση τους κατέθεσαν ότι έδωσαν στην εργολήπτρια προκαταβολή για την αγορά ύψους "30.000 ευρώ" (το οποίο δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, διαψεύδεται από την απόδειξη προκαταβολής των 15.000 ευρώ και αντιβαίνει και προς τις, ως άνω, ένορκες βεβαιώσεις των Σ.

και Κ. Π., καταδεικνύοντας ότι όλες οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις είναι μειωμένης αξιοπιστίας) και ότι ενώ είχαν εγκατασταθεί στην επίμαχη οριζόντια ιδιοκτησία και προετοιμαζόταν η υπογραφή οριστικού συμβολαίου ο οικοπεδούχος "εντελώς αδικαιολόγητα άλλαξε συμπεριφορά και αρνιόταν να συμπράξει ως είχε υποσχεθεί στην σύνταξη των συμβολαίων αγοραπωλησίας", χωρίς να εκθέτουν τίποτα που να μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της εκβίασης του άρθρου 385 παρ.ΙΠΚ.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές δεν αποδεικνύεται ότι η ματαίωση των εν λόγω τεσσάρων αγοραπωλησιών οφειλόταν σε απαίτηση καταβολής επιπλέον χρημάτων σε βάρος της εργολήπτριας εκ μέρους του οικοπεδούχου, υπό περιστάσεις εκβίασης του άρθρου 385 παρ. 1 ΠΚ, στην οποία (απαίτηση) η εργολήπτρια αρνήθηκε να υποκύψει.

Επομένως αφού δεν αποδεικνύεται αδικοπρακτική συμπεριφορά του οικοπεδούχου σε βάρος της εργολήπτριας, η ένδικη αξίωση της για επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης καθίσταται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη... Μετά ταύτα, πρέπει αμφότερες οι εφέσεις να γίνουν δεκτές κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί εν όλω η εκκαλούμενη και ως προς τα κεφάλαια κατά τα οποία έσφαλε και ως προς αυτά κατά τα οποία δεν έσφαλε, αλλά και ως προς τα μη εκκληθέντα κεφάλαια της, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η αγωγική απαίτηση της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης ποσού 1.313 ευρώ και η ένσταση συμψηφισμού του εναγομένου με ανταπαίτηση του ποσού 1.500 ευρώ, καθώς και οι επιμέρους κρίσεις της περί αοριστίας και μη νομίμου των εκεί αναφερομένων κεφαλαίων και κονδυλίων της αγωγής, ώστε να προκύψει ενιαίος εκτελεστός τίτλος με ενότητα περιεχομένου, υπό την επισήμανση ότι, εφόσον το μη εκκληθέν κονδύλιο των 1.313 ευρώ συμπεριελήφθη στο επιδικασθέν πρωτοδίκως σε βάρος του εναγομένου συνολικό ποσό, (δεδομένου ότι η ανταπαίτηση του ποσού 1.500 ευρώ συμψηφίστηκε με την επιδικασθείσα πρωτοδίκως ποινική ρήτρα των 15.000 ευρώ, η οποία κρίθηκε απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη), πρέπει η εκκαλούμενη να εξαφανιστεί κατά το σκέλος αυτό και μετά τον γενόμενο συμψηφισμό των δύο αντιθέτων απαιτήσεων να απορριφθεί η αγωγή και κατά το μη εκκληθέν κονδύλιο των 1.313 ευρώ.

Κατόπιν τούτου, αφού διακρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει η αγωγή, καθ' ο μέρος κρίθηκε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 340, 341, 346, 361, 404, 405, 406, 681, 694, 730, 736, 914, 919, 932 ΑΚ, 27, 385 παρ.1 ΠΚ, 68, 176, 191 παρ. 2, 218 ΚΠολΔ, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, με ενσωμάτωση των αιτιολογιών της πρωτοδίκου αποφάσεως ως προς τα κεφάλαια της και τα κονδύλια ως προς τα οποία δεν εφεσιβλήθηκε και έτσι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών -εφεσίβλητος να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των 29.299,24 ευρώ [20.000 ευρώ συν 9.299,24 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας], νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτές τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 3202/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή την οποία έκανε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 29.299,24 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 404, 405 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ότι λόγω μη προσήκουσας πρόσκλησης του οικοπεδούχου να συμπράξει στην μεταβίβαση των επίμαχων χιλιοστών ως υπόλοιπο οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα, η άρνηση και η μη προσέλευση του οικοπεδούχου για την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης ούτε αδικαιολόγητη ούτε καταχρηστική ήταν και συνεπώς δεν δικαιούταν ο εργολάβος να ζητήσει την κατάπτωση σε βάρος του της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, στις 18.12.2013 η αναιρεσείουσα εργολάβος επέδωσε στον αναιρεσίβλητο οικοπεδούχο την από 13.12.2013 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, με την οποία, επικαλούμενη ότι το έργο έχει αποπερατωθεί πλήρως και δεν υφίσταται οφειλή στο ΙΚΑ, τον κάλεσε να συμπράξει στην μεταβίβαση των υπόλοιπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου ως οφειλόμενο σ' αυτήν υπόλοιπο του εργολαβικού ανταλλάγματος, συγκοινοποιώντας σ' αυτόν :

α) το από 11.11.2013 έγγραφο του ΙΚΑ, με τίτλο "ΕΝΤΥΠΟ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ", β) την από 21.11.2013 βεβαίωση ολοκλήρωσης εργασιών του επιβλέποντος μηχανικού Μ. Κ. και γ) την υπεύθυνη δήλωση σε έντυπο του Ν. 1599/1986 του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Φ., στην οποία δηλώνει ότι η επίδικη οικοδομή έχει αποπερατωθεί πλήρως, τόσο ως προς τις οριζόντιες ιδιοκτησίες όσο και ως προς τις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις αυτής και δεν υπολείπονται εργασίες ολοκληρώσεως της κατασκευής, οι οποίες να απαιτούν ημερομίσθια ΙΚΑ.

Όμως η ως άνω πρόσκληση της αναιρεσείουσας εργολάβου προς τον αναιρεσίβλητο οικοπεδούχο δεν ήταν προσήκουσα και σύμφωνη με τους όρους του υπ' αριθ. .../2010 εργολαβικού, καθόσον κατά παράβαση του άρθρου 20 αυτού, που όριζε: "Ρητά συμφωνείται ότι η μεταβίβαση των τελευταίων 50/1000 εξ αδιαιρέτου θα είναι υποχρεωτική για τον οικοπεδούχο, μόνον εφόσον η εργολήπτρια προσκομίσει επικυρωμένες βεβαιώσεις του ΙΚΑ και Επικουρικού ότι έχει εξοφλήσει όλες τις μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της προς τα ανωτέρω Ταμεία", δεν επέδωσε στον οικοπεδούχο επικυρωμένες βεβαιώσεις των ταμείων ΙΚΑ και Επικουρικού ότι έχει εξοφλήσει όλες τις μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της προς τα ως άνω Ταμεία, ώστε ο οικοπεδούχος να είναι υπόχρεος να προβεί στη μεταβίβαση του υπόλοιπου εργολαβικού ανταλλάγματος, ενώ στην επιδοθείσα στον οικοπεδούχο υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού Κ.

Φ., κατά παράβαση των άρθρων 12, 20, 22 του ως άνω εργολαβικού, δεν βεβαιώνεται από αυτόν ότι έχουν εκτελεστεί όλες οι εργασίες της οικοδομής, σύμφωνα με την γενική συγγραφή υποχρεώσεων, οι οποίες αφορούν όχι μόνον στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, αλλά και στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους και εγκαταστάσεις της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου αυτής, ώστε να λειτουργήσει η οικοδομή ως ενιαίο σύνολο και να αποκτήσει την αρχιτεκτονική εμφάνιση και όψη που απεικονίζεται στα σχέδια.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τη βούληση των διαδίκων, όπως αυτή προκύπτει από την εργολαβική σύμβαση, με το να δεχθεί ότι ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού Κ. Φ. ότι η βεβαιούμενη απ' αυτόν αποπεράτωση της οικοδομής έγινε κατόπιν ελέγχου απ' αυτόν της οικοδομής. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της συγκεκριμένης δηλώσεως βουλήσεως των διαδίκων, δεν εξειδικεύεται αν το δικαστήριο προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ δεν έπρεπε, ή ότι δεν προσέφυγε σ' αυτούς, ενώ έπρεπε, ή ότι κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, ούτε εκτίθενται οι αιτιολογίες της αποφάσεως από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή ασαφή έννοια, ούτε αναφέρεται ποιο συγκεκριμένως, είναι το σφάλμα του δικαστηρίου.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα, με αντιφατική αιτιολογία, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έπρεπε να κληθεί για τη μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα του οφειλόμενου σ' αυτήν εργολαβικού ανταλλάγματος σε χρόνο που έτρεχε ακόμη η δεκαήμερη ανατρεπτική προθεσμία για τη διατύπωση αντιρρήσεων, με αφετηρία της προθεσμίας την επίδοση σ' αυτόν της από 13.12.2013 πρόσκλησης της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, δεν κατέπεσε υπέρ της τελευταίας η προβλεπόμενη στο άρθρο 21 της σύμβασης ποινική ρήτρα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να κληθεί για την μεταβίβαση του οφειλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας για τη διατύπωση αντιρρήσεων, ενώ από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η πρόσκληση του οικοπεδούχου να συμπράξει στην μεταβίβαση των επίμαχων χιλιοστών ως υπόλοιπο οφειλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος δεν ήταν προσήκουσα, επειδή δεν προαποδεικνυόταν η σύμφωνη με τη σύμβαση αποπεράτωση του έργου και η πλήρης εξόφληση κάθε οφειλής προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ή συμπεριφορά αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξεως, η συμπεριφορά δε αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΑΠ 78/2020).

Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως για την παραπάνω αιτία αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την ηθική βλάβη των φυσικών προσώπων, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 932/2019).

Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 382/2011, πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008). Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 704/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος τέλεσε σε βάρος της αδίκημα της εκβίασης, με αντιφατική αιτιολογία δεν της επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η ματαίωση της πώλησης των οριζόντιων ιδιοκτησιών στους υποψήφιους αγοραστές Σ.

Κ., K. L., Σ. Χ., Α. Ρ. και Ε. Κ. δεν οφειλόταν στην άρνηση της αναιρεσείουσας - εργολήπτριας να υποκύψει σε εκβιασμούς του αναιρεσίβλητου - οικοπεδούχου οικονομικής φύσης, καθόσον δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσίβλητος απαίτησε από την αναιρεσείουσα την καταβολή επιπλέον χρημάτων, υπό περιστάσεις εκβίασης του άρθρου 385 παρ. 1 ΠΚ, αλλά οι τρεις εκ των ως άνω αγοραστών δήλωσαν ότι υπαναχωρούν με δική τους υπαιτιότητα η δε Ε.

Κ. εγκαταστάθηκε στην οριζόντια ιδιοκτησία. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ως άνω διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόστηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ως άνω διάταξη.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.12.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμόν 3167/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης