Supreme Court dismisses appeal against one defendant but allows appeals against others in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the anonymous company against the third defendant, A. K. A., declaring the request inadmissible. While the company's appeal against the other seven defendants was rejected, the Court allowed appeals filed by four of those defendants against the judgment. Consequently, the judgment was annulled only regarding the specific chapters concerning the represented parties, and the case was remanded to the Athens Court of First Instance for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 578, 580, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may dismiss an appeal against specific defendants while allowing appeals against others, remanding the case for further trial only on the annulled chapters and parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 704 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 704/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μουχτούρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ζ. - Μ. του Α., κατοίκου ..., 2) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Α. Α. του Κ., που δεν παραστάθηκε, 4) Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., 5) Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Σ. Μ. του Μ. του Α., κατοίκου ..., 7) Ν. Τ. του Π., κατοίκου ... και 8) Α. Σ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατσίγερα, ο 6ος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χατζηϊωάννου, ο 7ος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Χριστοφιλόπουλο και η 8η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδογιαννάκη. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Β. Φ., που, αφού ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον Α. Α. (3ο), κατέθεσε δε στο Γραμματέα απόσπασμα της .../2016 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων Βασιλικής Μπουρή.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Τράπεζα με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Ζ. - Μ. του Α., κατοίκου ..., 2) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Ι. Μ. του Α., κατοίκου ... και 4) Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατσίγερα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μουχτούρη.
Γ. Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Χριστοφιλόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μουχτούρη.
Δ. Της αναιρεσείουσας: Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μουχτούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2010 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας "... ΑΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-2-2011 αγωγή της "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 747/2014, όπως αυτή διορθώθηκε με την 142/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 810/2016, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1803/2016, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 24-5-2016 αίτησή της και τους από 3-1-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, β) οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 25-5-2016 αίτησή τους και τους από 21-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής, γ) ο υπό στοιχ. Γ αναιρεσείων με την από 25-5-2016 αίτησή του και τους από 22-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής και δ) η υπό στοιχ. Δ αναιρεσείουσα με την από 23-5-2016 αίτησή της και τους από 13-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς της και των προσθέτων λόγων και την απόρριψη των αντιθέτων αυτής, οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχ. Β, Γ και Δ αναιρεσειόντων την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους και των προσθέτων λόγων και την απόρριψη της αντίθετης (υπό στοιχ. Α), καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, ενώ η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή της δίκης.
Στην περίπτωση αυτή, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνονται κατ’ αυτού, είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νόμιμα με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται από μόνοι τους κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς (ΑΠ Ολομ. 31/2009, ΑΠ Ολομ. 27/1987, ΑΠ 740/2016, ΑΠ 34/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση πρώτης, από 24-5-2016, αίτησης αναιρέσεως της "...Τ.Ε", που κατατέθηκε - ασκήθηκε στις 24-5-2016, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 3-2-2017, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Β.
Φ. και δήλωσε ότι ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. Α. απεβίωσε στις 23-5-2016, προσκομίζοντας τη σχετική .../24-5-2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, από την οποία και αποδεικνύεται ο θάνατός του, χωρίς να απαιτείται, για το κύρος της γνωστοποίησης, αυτή να συνοδεύεται και από τα σχετικά αποδεικτικά μέσα που να αποδεικνύουν τη νομιμοποίηση του εν λόγω δικηγόρου κατά την παρούσα δίκη (ΑΠ 642/2016).
Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο κατά τις 23-5-2016 θάνατος του τρίτου των αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα, μία μόλις ημέρα, πριν από την κατάθεση της αίτησης αναιρέσεως (στις 24-5-2016). Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, κατά την άσκηση αυτής, γνώριζε το θάνατο του αντιδίκου της.
Συνεπώς, η αίτηση αυτή είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του τρίτου των αναιρεσιβλήτων που είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της και μπορεί να προχωρήσει νόμιμα η συζήτηση της αναίρεσης με τους κληρονόμους του. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν από μόνοι τους, ούτε κλήθηκαν να παραστούν στη δίκη, προκειμένου να προβάλουν υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς, στη θέση του αποβιώσαντος διαδίκου.
Ως εκ τούτου, η συζήτηση της πρώτης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και των πρόσθετων λόγων της, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά το μέρος που αφορά στον τρίτο αναιρεσίβλητο και, αφού η υπόθεση χωριστεί ως προς αυτόν, να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους, μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση απλής ομοδικίας (άρθρ. 75 και 576 παρ. 3 εδάφ.
β’ ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 και δεν έθιξε ο νόμος 4335/2015). Β) Εισάγονται, κατά τα λοιπά, προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από α) 24-5-2016, β) 25-5-2016, γ) 25-5-2016 και δ) 23-5-2016 (με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...-5-2016, ...-5-2016, ...-5-2016 και ...-5-2016, αντίστοιχα) αιτήσεις για αναίρεση της 810/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε - συμπληρώθηκε με τη 1803/2016 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με τη σημείωση ότι η αναίρεση δεν είναι αναγκαίο να στρέφεται και κατά της τελευταίας (ΑΠ 1534/2007, ΑΠ 695/2004), καθώς και οι αντίστοιχοι από 3-1-2017, 21-12-2016, 22-12-2016 και 13-12-2016 (με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...-2017, ...-12-2016, ...-12-2016 και ...-12-2016, αντίστοιχα), πρόσθετοι λόγοι αυτών, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ.
Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).
Γ) Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 810/2016 απόφασή του, όπως αυτή, κατά τα προαναφερόμενα, διορθώθηκε - συμπληρώθηκε με τη 1803/2016 απόφασή του, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε), αναφορικά με τις τρεις εφέσεις που συνεκδίκασε και αφορούν στην προκείμενη δίκη (1) από 4-7-2014 της "...
ΑΕ", 2) από 9-7-2014 της Α. Σ. και 3) από 8-7-2014 του Σ. Μ., με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...2014, ...2014 και ...2014, αντίστοιχα), κατά της πρωτόδικης 747/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως και αυτή διορθώθηκε - συμπληρώθηκε με την 142/2015 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά και σε σχέση με την ένδικη, από 28-2-2011 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...14-3-2011, αγωγή της "...
ΑΕ", που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη: [Η μη διάδικος στην παρούσα δίκη, εταιρεία με την επωνυμία "... ... Α.Ε.", ως ιδιοκτήτρια του εκτάσεως 8.596,57 τ.μ. οικοπέδου που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ..., με το από 16-7-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων αφενός αυτής ως εκμισθώτριας και αφετέρου της "... ...
Α.Ε." ως μισθώτριας, εκμίσθωσε στην δεύτερη το ένα από τα δύο εργοστασιακά κτήρια που βρίσκονταν στο ως άνω ενιαίο οικόπεδό της, ήτοι, το επιφανείας 4.700 τ.μ. τριώροφο κτήριο μετά του περιβάλλοντος αυτό ακάλυπτου χώρου, έκτασης περίπου 4.011 τ.μ., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως εργοστάσιο παραγωγής δισκετών, CD και συναφών ειδών.
Η διάρκεια της μίσθωσης που ορίστηκε σε 8,5 έτη, αρχής γενομένης από 01-10-1996, παρατάθηκε για ισόχρονο διάστημα με την κοινοποιηθείσα στην εκμισθώτρια από 28-01-2005 δήλωση της μισθώτριας, όπως είχε συμβατικό δικαίωμα επιφυλαχθεί υπέρ της τελευταίας και έτσι, η 17ετής πλέον συμβατική διάρκειά της θα έληγε στις 30-9-2013.
Με την ...01-6-2006 Πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μελπομένης - Παναγιώτας Μουχτούρη - Στασινοπούλου συστάθηκε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία, αφού απέκτησε το σύνολο των μετοχών της προαναφερόμενης εκμισθώτριας εταιρείας, ακολούθως, με την ...-12-2006 Πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παυλίνας Μουχτούρη (ΦΕΚ 577/24-01-2007), συγχωνεύτηκαν οι ως άνω εταιρείες με την απορρόφηση της αρχικής εκμισθώτριας (...
ΑΕ) από τη νεοϊδρυθείσα ... ΑΕ στην οποία και μεταβιβάστηκε το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της απορροφηθείσας (... ΑΕ), συμπεριλαμβανομένου και του επίμαχου μισθίου. Έτσι, η ενάγουσα εταιρεία "... ΑΕ" κατέστη καθολική διάδοχος της απορροφηθείσας, απέκτησε την κυριότητα του επίμαχου μίσθιου ακινήτου και υπεισήλθε στην ως άνω μίσθωση, ως εκμισθώτρια (αποκαλούμενη στο εξής στην παρούσα με την εν λόγω ιδιότητά της), γεγονός που γνωστοποίησε έγγραφα στην μισθώτρια εταιρεία με την από 28-12-2006 εξώδικη δήλωσή της.
Εν τω μεταξύ, μετά τη σύσταση της ενάγουσας και πριν αποκτήσει την κυριότητα του συγκεκριμένου ακινήτου και υπεισέλθει στην επίμαχη μίσθωση, καταρτίστηκε μεταξύ αυτής, ως εκμισθώτριας και της (μη διαδίκου) εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." ως μισθώτριας, η από 26-07-2006 Εμπορική Σύμβαση Εκμίσθωσης προς τη δεύτερη, του όλου, έκτασης 8 και πλέον στρεμμάτων, οικοπέδου (τμήμα του οποίου αποτελούσε το αντικείμενο της ενεργούς μίσθωσης στην ...
ΑΕ), μετά του μελλοντικώς ανεγερθησόμενου επ’ αυτού κτηριακού συγκροτήματος, συνολικής, "κατά προσέγγιση", επιφάνειας 5.600 τ.μ., το οποίο θα χρησιμοποιούνταν από τη (νέα) μισθώτρια, ως κατάστημα πώλησης ηλεκτρικών ειδών. Στην ως άνω σύμβαση, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε (και) ότι, α) η ανέγερση του εκμισθωθέντος κτηρίου - καταστήματος θα πραγματοποιούνταν από την εκμισθώτρια εταιρεία, μετά την εκ μέρους της επικείμενη απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου και την παράδοση ελεύθερης της χρήσης του εκμισθωθέντος τμήματός του από την μισθώτρια εταιρεία, ...
ΑΕ, β) η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε 15 έτη, με έναρξη ισχύος της από την πρώτη ημέρα του μήνα παράδοσης του ακινήτου στη (νέα) μισθώτρια (...), η οποία δικαιούνταν να παρατείνει μονομερώς αυτήν (3 φορές Χ 5 έτη), γ) το μηνιαίο μίσθωμα, που ορίστηκε σε 18,60 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, αφορούσε τους κύριους χώρους που θα ανοικοδομούνταν, όπως αυτοί απεικονίζονταν με συγκεκριμένο τρόπο στο παράρτημα II που επισυνάφθηκε στην ως άνω σύμβαση και το συνολικό ύψος του θα καθοριζόταν, κατά το χρόνο παράδοσης της χρήσης του μισθίου, οπότε και θα καταμετρούνταν η τελικώς ανεγερθείσα συνολική, κύριας χρήσης, κτηριακή του επιφάνεια, δ) η υποχρέωση για πληρωμή του μισθώματος (από τη νέα μισθώτρια - ...
ΑΕ) ορίστηκε ότι θα αρχίσει από την ημερομηνία της πραγματικής έναρξης λειτουργίας του καταστήματος για το κοινό, αλλά το αργότερο έξι μήνες μετά την παράδοση των κτηρίων και των εγκαταστάσεων και ε) η παράδοση της χρήσης του (στη νέα μισθώτρια, ... ΑΕ) και η έναρξη της μίσθωσης ορίστηκε (με το από 26-7-2006 "..." της ως άνω σύμβασης) ότι "έχει προγραμματιστεί" να λάβει χώρα 18 μήνες από την αποχώρηση από το μίσθιο της ήδη τότε ευρισκόμενης στη χρήση του, μισθώτριας εταιρείας (...
ΑΕ). Η εκμισθώτρια εταιρεία (... ΑΕ) ενημέρωσε τους εκπροσώπους της εναγόμενης μισθώτριας εταιρείας (... ΑΕ) για την κατάρτιση της προαναφερόμενης (νέας) μισθωτικής σύμβασης του επίμαχου ακινήτου, παραδίδοντάς τους και αντίγραφο της προαναφερόμενης από 26-7-2006 σύμβασης, από τους οποίους και ζήτησε την (πρόωρη) συναινετική απόδοση της χρήσης του, προκειμένου να προβεί στην κατεδάφιση των ήδη υφιστάμενων κτηρίων και στην ανέγερση του νέου (ήδη εκμισθωθέντος) κτηριακού συγκροτήματος.
Προφανώς, λόγω απόρριψης του ως άνω αιτήματος της εκμισθώτριας, αυτή κατήγγειλε, με την επιδοθείσα από 22-02-2007 αγωγή της, την επίμαχη μίσθωση για ανοικοδόμηση (κατ’ άρθρο 23 του π.δ. 34/1995) και ζήτησε να υποχρεωθεί η μισθώτρια να της αποδώσει ελεύθερη τη χρήση του στις 31-3-2009, δηλαδή, 6 μήνες μετά τη συμπλήρωση 12ετίας από την έναρξή της.
Ενόψει του ότι, για την έκδοση των αδειών ανοικοδόμησης στο μίσθιο ήταν απαραίτητη η παραχώρηση στην κοινή χρήση δύο εδαφικών λωρίδων, συνολικής έκτασης περίπου 360 τ.μ., από το μείζονος επιφάνειας ακάλυπτο χώρο του μίσθιου ακινήτου, με την από 19-6-2007 επιστολή της η εκμισθώτρια ενημέρωσε τη μισθώτρια εταιρεία (...
ΑΕ) για την επικείμενη ως άνω παραχώρηση, παραδίδοντάς της και σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο απεικονίζονταν τα δύο αυτά εδαφικά τμήματα που εφάπτονταν των ορίων του οικοπέδου. Η εκμισθώτρια προέβη στην επί του εδάφους υλοποίηση της παραχώρησης των δύο εδαφικών τμημάτων, πλην μιας λωρίδας, διαστάσεων 0,25 Χ 26 μέτρα, ήτοι, εμβαδού 6,50 τ.μ.
που καλυπτόταν από τμήμα του υφιστάμενου λιθόκτιστου μαντρότοιχου, κατόπιν απαίτησης της μισθώτριας ώστε να αποφευχθεί η κατεδάφιση της περίφραξης και η καθαίρεση, τού επ’ αυτής κιγκλιδώματος, λωρίδα που και αυτή θα παραχωρούνταν μετά την απόδοση της χρήσης του μισθίου και την κατεδάφιση όλων των υφιστάμενων κτισμάτων - κατασκευών και της περιτοίχισης, σύμφωνα με την ήδη εκδοθείσα με αριθμό ...-5-2007 άδεια κατεδάφισης.
Κατόπιν αυτού εκδόθηκε και η ...-9-2007 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας του Δήμου ... για την ανέγερση νέου διώροφου (του ήδη εκμισθωθέντος στην ... ΑΕ) κτηρίου - καταστήματος με υπόγειο, γκαράζ και στέγη. Η εκμισθώτρια, με την από 12-9-2007 εξώδικη δήλωσή της, επέδωσε στη μισθώτρια αντίγραφο αμφοτέρων των ως άνω αδειών, έτσι ώστε να επέλθουν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της.
Επειδή όμως ενημερώθηκε ότι ο εκπρόσωπος της μισθώτριας είχε ήδη λάβει (στις 12-9-2007) από την Πολεοδομία αντίγραφα των σχεδίων και λοιπών εγγράφων του σχετικού φακέλου προς έλεγχο, στις 25-9-2007 επιχείρησε με συνεργείο της να καθαιρέσει το τμήμα του μαντρότοιχου που είχε ανεγερθεί στην παραχωρητέα λωρίδα, πλην όμως εμποδίστηκε από τον τότε εκπροσωπούντα την εναγομένη, Αντιπρόεδρο του Δ.Σ.
της, ήδη αποβιώσαντα Γ. Γ.... Η μισθώτρια εταιρεία κατήγγειλε στην Πολεοδομία την ως άνω μη παραχώρηση της εδαφικής λωρίδας των 6,5 τ.μ. με τα με αριθμούς πρωτ. ...24-9-2007 και ...25-9-2007 έγγραφά της, αιτούμενη την εξ αυτού του λόγου ακύρωση της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας, ακυρότητα την οποία επικαλέστηκε κατά τη συζήτηση (στις 2.6-9-2007) και προς απόκρουση της ως άνω αγωγής απόδοσης του μισθίου.
Ενώ, δηλαδή, η μισθώτρια είχε αξιώσει, επικαλούμενη αποφυγή διατάραξης της ασφάλειας του αύλειου χώρου του μισθίου, να μην καθαιρεθεί ο μαντρότοιχος επί της οδού ..., γεγονός που σήμαινε την μη απόδοση στην κοινή χρήση (και) του επιμέρους εδαφικού τμήματος των 6,50 τ.μ. που καλυπτόταν απ’ αυτόν, στη συνέχεια (στις 24-9-2007 και 25-9-2007), κατήγγειλε στην Πολεοδομία την (κατ’ απαίτησή της) ως άνω "παράλειψη" της εκμισθώτριας, την οποία και επικαλέστηκε και στο προαναφερθέν Δικαστήριο, προσβλέποντας στην, εξ αυτού του λόγου, απόρριψη της αγωγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3038/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, γενομένης δεκτής της αγωγής, διατάχθηκε να αποδώσει το μίσθιο στις 31-3-2009 με την ταυτόχρονη σ’ αυτήν καταβολή από την εκμισθώτρια της ορισθείσας σε 18 μηνιαία μισθώματα, αποζημίωσης, που ανερχόταν σε 339.533,82 ευρώ (18 μήνες Χ 18.862,99 ευρώ).
Κατά της απόφασης, η ηττηθείσα εναγομένη - μισθώτρια άσκησε έφεση, ως είχε νόμιμο δικαίωμα, η οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσία με την 4273/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και, ακολούθως, αίτηση αναίρεσης, που, όπως πιο κάτω αναφέρεται, απορρίφθηκε με τη 1908/2009 απόφαση (του Αρείου Πάγου). Εν τω μεταξύ, επί των ως άνω καταγγελιών της μισθώτριας, εκδόθηκαν και κοινοποιήθηκαν στην τελευταία, τα ...08-11-2007 και ... ...13-11-2007 έγγραφα των Τμημάτων, αντίστοιχα, Εφαρμογής Πολ/κών Σχεδίων και Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών της Δ/νσης της Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, με τα οποία κρίθηκε, από τις ως άνω αρμόδιες υπηρεσίες, ότι η καταγγελθείσα "παράλειψη" δεν επηρεάζει την εκδοθείσα οικοδομική άδεια της εκμισθώτριας.
Πλην όμως, το Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών της ως άνω Πολεοδομίας, με το από 19-11-2007 (αρ. πρωτ. ...... 07) έγγραφο του, που εκδόθηκε κατόπιν της προαναφερόμενης καταγγελίας της μισθώτριας, αφού αναφέρει ότι δεν αποτυπώνονταν στο υποβληθέν τοπογραφικό διάγραμμα της καταγγελθείσας οικοδομικής άδειας ...2007) τα ρυμοτομούμενα τμήματα και ότι, κατά την γενόμενη στις 16-10-2007 αυτοψία, διαπιστώθηκε ότι δεν είχε αποδοθεί στην κοινή χρήση η επίμαχη λωρίδα των 6,50 τ.μ., διέταξε την διακοπή των οικοδομικών εργασιών στο επίμαχο ακίνητο (οι οποίες όμως δεν είχαν καν αρχίσει, αφού δεν είχε ακόμη τότε, στις 19-11-2007, αποδοθεί το μίσθιο), μέχρις ότου εντός προθεσμίας 4 μηνών η ιδιοκτήτρια - εκμισθώτρια εταιρεία προβεί στην αναθεώρησή της με πλήρη αποτύπωση των ρυμοτομούμενων τμημάτων και υλοποίηση της παραχώρησης της επίμαχης λωρίδας.
Η ως άνω αναθεώρηση της ...07 οικοδομικής άδειας, έλαβε χώρα στις 04-02-2009, ενώ η εκμισθώτρια προέβη (και) στην έκδοση νέας άδειας κατεδάφισης, ήτοι της με αριθμό ...16-7-2008, λόγω παρέλευσης της 6μηνης διάρκειας της αρχικά εκδοθείσας για τις "ανάγκες" της άσκησης της αγωγής απόδοσης του μισθίου, η οποία (2η άδεια) αναθεωρηθείσα, στη συνέχεια, ίσχυε μέχρι, 16-9-2009.
Ενόψει του ότι, έχοντας κοινοποιηθεί στη μισθώτρια οι δύο αρχικές άδειες (κατεδάφισης και ανοικοδόμησης) ήδη από τις 14-9-2007, είχε παρέλθει η 60ήμερη προθεσμία για την εκ μέρους της άσκηση αίτησης ακύρωσής τους, οι νόμιμοι εκπρόσωποί της "επιστράτευσαν" την (από 21-7-2004 προσληφθείσα εργαζόμενη) υπάλληλό τους Α.
Σ. (10η εναγόμενη - ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη), την οποία έπεισαν να διενεργηθεί τυπικά, επ’ ονόματί της, κατ’ εντολή όμως της μισθώτριας εταιρείας, η σχετική διοικητική δίκη. Πράγματι ασκήθηκαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, επ’ ονόματι της ως άνω υπαλλήλου, δικαιολογώντας το έννομο συμφέρον της στο ότι ήταν κάτοικος της περιοχής, όπου πρόκειτο να ανεγερθεί το αφορούν την προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια κατάστημα, η ...27-10-2008 αίτηση ακύρωσης της ...2007 οικοδομικής άδειας, καθώς και η ...-10-2008 αίτηση αναστολής εκτέλεσής της, που απορρίφθηκε με την 12/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με το σκεπτικό ότι στρέφεται κατά πράξεως που έχει ήδη ανακληθεί, εφόσον ασκήθηκε μετά την ανάκληση της προσβαλλόμενης οικοδομικής άδειας, ως τέτοια (ανάκληση) θεωρηθείσας της επ’ αόριστον διακοπής των οικοδομικών εργασιών με το προαναφερόμενο ......19-11-2007 έγγραφο της Πολεοδομίας.
Μεταξύ των επικληθέντων λόγων ακυρότητας ήταν και το ότι οι χρήσεις γης στο συγκεκριμένο Ο.Τ. ... όπου θα ανεγειρόταν το επίμαχο οικοδόμημα, ήταν αυτές του ... και συνεπώς δεν επιτρεπόταν η δημιουργία εμπορικού καταστήματος για την οποία είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη άδεια, καθώς και ότι δεν είχε αποδοθεί στην κοινή χρήση η προαναφερόμενη ρυμοτομούμενη λωρίδα.
Τον πρώτο των ως άνω επικληθέντων λόγων ακυρότητας οι εναγόμενοι θεμελίωναν στο ...-01-2009 έγγραφο του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών (...), που κοινοποιήθηκε στη μισθώτρια και την προαναφερομένη ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη υπάλληλό της, σύμφωνα με το οποίο το συγκεκριμένο Ο.Τ. ... από άποψη χρήσεων γης, ήταν ΒΙΟ.ΠΑ και δεν επιτρεπόταν η χρήση καταστημάτων.
Στο ως άνω έγγραφο του ..., η μισθώτρια εταιρεία: 1ον) στήριξε τις διαδοχικά απ’ αυτήν ασκηθείσες από 12-02-2009 και 30-4-2009 αιτήσεις της ενώπιον του ΑΠ (ενόσω δηλ. εκκρεμούσε η ορισθείσα για τις 8-5- 2009 συζήτηση της αναίρεσης) για αναστολή εκτέλεσης της τελεσίδικης απόφασης, με την οποία υποχρεούνταν να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στις 31-3-2009, εκ των οποίων, η μεν πρώτη (αίτηση), συζητηθείσα στις 13-3-2009, έγινε δεκτή (με την ΑΠ 82/2009) και ανεστάλη για 30 ημέρες (μέχρι 30-4-2009) η εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης (Μον.Πρωτ.Αθ. 3038/ 2007), ενώ η δεύτερη, επί της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή αναστολής της εκτέλεσης μέχρι τη συζήτησή της στις 8-5-2009, ακολούθως απορρίφθηκε με την ΑΠ 149/2009 και έτσι το μίσθιο ήταν αποδοτέο το αργότερο στις 08-5-2009. 2ον) υπέβαλε την με αρ.
πρωτ. ...-3-2009 νέα καταγγελία της στην Πολεοδομία για ανάκληση της επίμαχης οικοδομικής άδειας ...2007), η οποία έγινε δεκτή και με την ...28-4-2009 απόφαση της Διευθύντριας της Δ/νσης Πολεοδομίας Β.Τ. της Νομαρχίας Αττικής ανακλήθηκε η. ως άνω επίμαχη ...2007 οικοδομική άδεια. Κατά της ως άνω απόφασης της διοίκησης (της Δ/ντριας της Πολεοδομίας) η εκμισθώτρια άσκησε την από 25-5-2009 (αρ.
κατ. ...2009) αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και αίτηση αναστολής, η τελευταία των οποίων απορρίφθηκε με τη 270/30-6-2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (ΔΕΑ). Ανεξάρτητα όμως της βασιμότητας ή μη του περιεχομένου του ως άνω δημόσιου εγγράφου του ..., που έγινε η αφορμή ανάμειξης και άλλων δημόσιων υπηρεσιών προς διευκρίνιση της ορθότητας ή μη του περιεχομένου του και παρόλο που τελικώς διαγνώστηκε η αβασιμότητά του, αφού κρίθηκε αρμοδίως, όπως πιο κάτω αναφέρεται, ότι η χρήση του Ο.Τ.
που βρίσκεται το μίσθιο δεν ήταν ΒΙΟ.ΠΑ. και, συνεπώς, δεν έπασχε η επίμαχη οικοδομική άδεια για ανέγερση καταστήματος και γι’ αυτό, μετά από συνεχείς συντεταγμένες ενέργειες της εκμισθώτριας ενώπιον πολλών διοικητικών αρχών και δικαστηρίων, τελικώς, με την ...24-12-2009 απόφαση της Δ/ντριας της Πολεοδομίας, ανακλήθηκε η προαναφερόμενη ανακλητική της οικοδομικής άδειας προηγούμενη απόφαση (...28-4-2009) της ίδιας Δ/ντριας, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει συμμετοχή ή η οιασδήποτε μορφής ανάμειξη οποιουδήποτε εκ των εναγομένων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, είτε στη σύνταξη του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου του ..., είτε στην έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης της Δ/ντριας της Πολεοδομίας με την οποία ανακλήθηκε η επίμαχη οικοδομική άδεια της εκμισθώτριας.
Ανάμειξή τους δεν προκύπτει, πολύ περισσότερο, ούτε στις επικαλούμενες από την εκμισθώτρια ως τελεσθείσες άδικες πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (αναφορικά με το ...-01-2009 έγγραφο του ...) ή στη σύνταξη "πλαστού" εγγράφου (αναφορικά με την αναγραφή εσφαλμένου αριθμού πρωτοκόλλου στην ως άνω απόφαση της Δ/ντριας της Πολεοδομίας, που διορθώθηκε "οίκοθεν", από τον εσφαλμένο ..., στον ορθό ...), ούτε, υπό την όψιμα επικαλούμενη από την εκμισθώτρια "ηθική αυτουργία" στην ως άνω πράξη, ούτε συνάγεται ανάμειξή τους, από μόνο το γεγονός (και αληθές υποτιθέμενο) ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της μισθώτριας είχαν στο παρελθόν συνεργαστεί με τους υπαλλήλους της ως άνω Υπηρεσίας (...) για άλλη υπόθεση της μισθώτριας και τούτο, ανεξάρτητα από την έκβαση της τελευταίας.
Κατόπιν των ανωτέρω, η εκμισθώτρια επέδωσε στις 22-5-2009 στη μισθώτρια... Α’ εκτελεστό απόγραφο της ΜΠΑ 3038/2007 απόφασης, επιτάσσοντάς την να της αποδώσει το μίσθιο, προσφέροντας την αναφερόμενη (στην έκθεση επίδοσης) δίγραμμη επιταγή, ποσού 339.533,82 ευρώ, προς εξόφληση της επιδικασθείσας αποζημίωσής της, πλην, όμως, η νόμιμη εκπρόσωπός της αρνήθηκε την παραλαβή των ανωτέρω.
Έτσι, η μεν επίδοση συντελέστηκε με θυροκόλληση, το δε προσφερθέν με την τραπεζική επιταγή ποσό κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων (κατ’ άρθρο 427 ΑΚ) και το... Γραμμάτιο Σύστασης Παρακαταθήκης του ΤΠ & Δ κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Παυλίνα Μουχτούρη, συνταχθείσας της σχετικής... Πράξης της, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στη μισθώτρια την επομένη...
Η τελευταία άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την, κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ, από 26-5-2009 ανακοπή της κατά της επισπευδόμενης σε βάρος της εκτέλεσης, καθώς και την από 27-5-2009 αίτηση αναστολής με αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής, που έγινε δεκτό και ανεστάλη η αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης αναστολής την 01-7-2009, επί της οποίας (αναστολής) εκδόθηκε η 6626/03-8-2009 απορριπτική απόφαση.
Κατόπιν αυτού, η μισθώτρια, ενόψει της απειλούμενης αναγκαστικής σε βάρος της εκτέλεσης, στις 03-9-2009 παρέδωσε (εκούσια) στην εκμισθώτρια τη χρήση του μισθίου και παρέλαβε, μέσω της (5ης εφεσίβλητης στη 2η έφεση - μέλους του ΔΣ εκπροσώπου της) Ι. Γ., το κατατεθέν στην ως άνω συμβ/φο γραμμάτιο παρακαταθήκης, προκειμένου να εισπράξει την επ’ ονόματι της κατατεθείσα αποζημίωση.
Εν τω μεταξύ, μέχρι και την απόδοση του μισθίου στις 03-9-2009, η μισθώτρια εταιρεία: α) μαζί και με 71 παροτρυθέντες απ’ αυτήν υπαλλήλους της άσκησαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αφενός την από 09-4-2009 (αρ. ...) αίτηση ακύρωσης της εκδοθείσας (2ης) ...2008 άδειας κατεδάφισης, όπως αυτή ίσχυε μετά την ...2009 αναθεώρησή της (που απορρίφθηκε με την ΔΕΑ 259/2010), αφετέρου, την με ίδια ημερομηνία αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ίδιας ως άνω άδειας, με αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής, που έγινε δεκτό μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης επ’ αυτής, ήτοι, μέχρι τις 30-6-2009, που εκδόθηκε η απορριπτική επί της ως άνω αιτήσεως αναστολής με αριθμό 269/2009 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, 2) άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 24-6-2009 (αρ.
κατ. ...) αίτησή της για αναψηλάφηση της προαναφερόμενης 4273/2008 απόφασής του, από το δικόγραφο της οποίας όμως παραιτήθηκε κατά τη συζήτησή της στις 12-01-2010. Σημειώνεται ότι, ομοίως, παραιτήθηκε και από το δικόγραφο της από 26-5-2009 ανακοπής της κατά της εκτέλεσης (κατά την ορισθείσα συζήτησή της στις 23-10-2009), αφού, μετά την απόρριψη των αιτήσεών της για αναστολή, είχε ήδη προβεί στην απόδοση της χρήσης του μισθίου, γεγονός (η παραίτησή της) από το οποίο μπορεί να συναχθεί μη ύπαρξη πρόθεσής της για επανεγκατάστασή της στο μίσθιο.
Όμως, και μετά την κατά τα ανωτέρω απόδοση της χρήσης του μισθίου, η μισθώτρια εταιρεία και η προαναφερόμενη υπάλληλός της ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη (Α. Σ.) προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες που αποσκοπούσαν στο να παρεμποδίσουν την εκμισθώτρια να ανοικοδομήσει επί του ήδη αποδοθέντος σ’ αυτήν, μισθίου: 1ον) η μισθώτρια υπέβαλε την ...26-10-2009 αίτησή της στο ΥΠΕΧΩΔΕ για ανάκληση του ...04-8-2009 εγγράφου της Δ/νσης Νομοθετικού Έργου του ως άνω Υπουργείου, με το οποίο είχε γνωματεύσει ότι η ισχύουσα χρήση για το Ο.Τ.
…, όπου κείται το επίμαχο ακίνητο, είναι αυτή της γενικής κατοικίας, γεγονός που σήμαινε ότι επιτρεπόταν η κατασκευή και λειτουργία καταστημάτων και, ως εκ τούτου, δεν έπασχε η ήδη προσβληθείσα απ’ αυτήν ...2007 οικοδομική άδεια, αίτηση που κοινοποίησε και στο Νομάρχη Αθηνών... Η ως άνω αίτησή της δεν έγινε αποδεκτή, όπως προκύπτει από το με αρ.
πρωτ. .../02-12-2009 έγγραφο του Δ/ντή του Νομικού Τμήματος - Συμβάσεων του ως άνω Υπουργείου, 2ον) Κατά της ...24-12-2009 απόφασης της Δ/ντριας της Πολεοδομίας, με την οποία ανακάλεσε την προηγούμενη (τη με αριθμό ...28-4-2009) απόφασή της για ανάκληση της επίμαχης ...2007 οικοδομικής άδειας, ασκήθηκαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, από μεν τη μισθώτρια, η ...-02-2010 Αίτηση Ακύρωσης, που απορρίφθηκε με την 1897/2010 απόφαση, καθώς και η ...03-02-2010 Αίτηση Αναστολής επί της οποίας εκδόθηκε η 78/08-3-2010 απορριπτική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, από δε την προαναφερόμενη υπάλληλό της, η ...-09-20l0 Αίτηση Ακύρωσης (που απορρίφθηκε με την 1896/2010 απόφαση του ΔΕΑ) και η με ίδια ημερομηνία Αίτηση Αναστολής της εκτέλεσης της ως άνω απόφασης της διοίκησης, επί της οποίας εκδόθηκε η ομοίως απορριπτική 77/08-3-2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Σημειώνεται ότι σε όλες τις προαναφερόμενες διοικητικές δίκες είχε παρέμβει η εκμισθώτρια, υποβάλλοντας σχετικά υπομνήματα, 3ον) Η Α. Σ. άσκησε το από 11-02-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, προβάλλοντας νέους λόγους προς συμπλήρωση της από 27-10-2008 αίτησής της για ακύρωση της ...2007 οικοδομικής άδειας, επί της οποίας εκδόθηκε η 1899/2010 απόφαση του ΔΕΑ, με την οποία έγινε αυτή δεκτή και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση προς νέα κρίση, προκειμένου "...να αποφασίσει αιτιολογημένα με βάση τα υποβληθέντα στοιχεία, ενόψει του όγκου, του μεγέθους και του τύπου του κτιρίου σε σχέση με την κατά προορισμό χρήση του (κατάστημα πώλησης ηλεκτρικών ειδών), αν υπάρχει ή όχι εναρμόνιση προς το περιβάλλον της συγκεκριμένης περιοχής και προς την επιτρεπόμενη χρήση γης (γενική κατοικία)".
Μετά τη συμπλήρωση από τη Διοίκηση, κατά τα ανωτέρω, της κρίσης της, εκδόθηκε η ...-4-2011 άδεια της Πολεοδομίας του Δήμου ..., με την οποία επανήλθε σε ισχύ (όπως ρητά αναγράφεται) η ...2007 οικοδομική άδεια. Όμως, και κατά της τελευταίας αυτής οικοδομικής άδειας, ασκήθηκε από την ως άνω υπάλληλο της μισθώτριας η από 01-6-2011 (αρ.
κατ. ...) Αίτηση Ακύρωσης και η με ίδια ημερομηνία (αρ. κατ. ...) Αίτηση Αναστολής της εκτέλεσής της, που απορρίφθηκε (ΔΕΑ 497/2011). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τις προαναφερόμενες ενέργειες αποφάσιζε (συλλογικά) το Δ.Σ. της μισθώτριας εταιρείας και εκτελούσαν, οι εναγόμενοι - μέλη του ΔΣ, δηλαδή ο Π. Ζ. - Μ. (2ος εναγόμενος - εφεσίβλητος στη 2η έφεση), ο Μ.
Μ. (3ος εναγόμενος - εφεσίβλητος), ο Ι. Μ. (5ος εναγόμενος - εφεσίβλητος), η Ι. Γ. (6η εναγομένη - εφεσίβλητη) και ο Ν. Τ. (9ος εναγόμενος - εφεσίβλητος), υπογράφοντας, ως εκπρόσωποι της μισθώτριας εταιρείας, τις σχετικές αιτήσεις και καταγγελίες της προς τις διοικητικές αρχές, καθώς και τα λοιπά εξώδικα και διαδικαστικά έγγραφα.
Όσον αφορά, όμως, τον Α. Α., από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, παρόλο που ήταν μέλος του Δ.Σ. της μισθώτριας εταιρείας μέχρι και τις 30-6-2009, όταν και παραιτήθηκε, τυπικά φερόταν ως μέλος αυτού και ουδεμία συμμετοχή είχε, είτε στη λήψη των αποφάσεων του ΔΣ, είτε στην εκτέλεση οποιασδήποτε από τις προαναφερόμενες ενέργειες.
Επομένως, γενομένου δεκτού ως και κατ’ ουσία βάσιμου του παραδεκτά προβληθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικού ισχυρισμού του, ο οποίος επανέρχεται προς κρίση, σαν σύνολο με την μεταβιβασθείσα στο παρόν Δικαστήριο σε βάρος του ασκηθείσα αγωγή της εκκαλούσας (στη 2η έφεση) - εκμισθώτριας εταιρείας, πρέπει αυτή, καθό μέρος στρέφεται κατά του ως άνω εναγόμενου, ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη.
Περαιτέρω, όσον αφορά στον 7ο και στη 10η των εναγομένων - ήδη εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, ήτοι στον Σ. Μ. και στην Α. Σ., οι εν λόγω εναγόμενοι δεν διετέλεσαν μέλη του Δ.Σ. της μισθώτριας εταιρείας, ούτε υπήρξαν υποκατάστατα όργανα αυτού, αλλά ο μεν πρώτος ήταν απλά μέτοχος αυτής, η δε Α. Σ. ήταν υπάλληλός της, όπως εξάλλου και ενάγονται.
Η τελευταία, παρόλο που κατοικούσε σε μισθωθέν διαμέρισμα, κείμενο πλησίον του μίσθιου εργοστασίου, όπου εργαζόταν, δηλαδή, ήταν κάτοικος της περιοχής, προέβη στις περιγραφόμενες ως άνω ενέργειες, που αυτοτελώς διαπραττόμενες ήταν από μόνες τους ικανές (πρόσφορες) να προκαλέσουν στην εκμισθώτρια την πιο κάτω αναφερόμενη ζημία, όχι προς προστασία δικού της έννομου συμφέροντος, όπως επικαλούνταν, αλλά θέλοντας να "εξυπηρετήσει" τους σκοπούς της εργοδότριάς της εταιρείας έναντι της εκμισθώτριας και εν γνώσει του ότι, με την ως άνω συμπεριφορά της, επεδίωκε την ακύρωση των οικοδομικών αδειών, τη ματαίωση των οικοδομικών σχεδίων - επενδύσεων της εκμισθώτριας και ότι ήταν ενδεχόμενο να της προκαλέσει ζημία.
Εξάλλου, το ότι τα ως άνω καταστατικά όργανα της εκμισθώτριας εταιρείας προκάλεσαν στην ως άνω υπάλληλό τους την απόφαση να αναμειχθεί στην εν λόγω υπόθεση, εμφανιζόμενη η ίδια ως καταγγέλλουσα και αιτούμενη αυτοτελώς, ως κάτοικος της περιοχής, την ακύρωση των προαναφερόμενων πράξεων της διοίκησης, ενισχύεται και από το μη αμφισβητηθέν από την ίδια γεγονός ότι, προς θεμελίωση των καταγγελιών και αιτήσεών της, χρησιμοποίησε τα έγγραφα που όχι η ίδια, αλλά μόνον η εργοδότριά της εταιρεία είχε αιτηθεί και αποκτήσει από τις δημόσιες υπηρεσίες (τις οικοδομικές άδειες της εκμισθώτριας).
Αναφορικά με την ευθύνη που αποδίδεται στον 7ο εναγόμενο, Σ. Μ., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Κατ’ αρχήν, όπως προαναφέρεται, ο εν λόγω εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα οι ως άνω ενέργειες, δεν ήταν μέλος του Δ.Σ. της μισθώτριας εταιρείας, ούτε υπήρξε, κατά το καταστατικό της, υποκατάστατο όργανο αυτού (του Δ.Σ.).
Η εκμισθώτρια εταιρεία προσδίδει σ’ αυτόν την μοναδική αιτίαση ότι, στις 13-3-2009, μετά την, ενώπιον του Αρείου Πάγου, εκδίκαση της από 12-02-2009 Αίτησης της μισθώτριας εταιρείας για αναστολή εκτέλεσης της 3038/2007 απόφασης, ο παρευρεθείς εν λόγω εναγόμενος, που, όπως, επί λέξει, αναφέρεται στην αγωγή "...κατά δήλωσή του ήλεγχε τη μισθώτρια εταιρεία, προέβαλε στη συνάντηση εκείνη αξίωση καταβολής σ’ αυτούς ποσού 1.000.000 ευρώ, διαφορετικά θα χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα ώστε να ματαιώσουν την ανοικοδόμηση του ακινήτου μου...", δηλαδή, προσδίδοντας σ’ αυτόν την ιδιότητα του άμεσου αντιπροσώπου ή, έστω, του εντολοδόχου (έμμεσου αντιπροσώπου) της μισθώτριας εταιρείας, επιχειρεί να συνδέσει αιτιωδώς την ως άνω επικαλούμενη συμπεριφορά του με την καθυστέρηση απόδοσης της χρήσης του μισθίου και την επί 9μηνο παρακώλυσή της στην ανέγερση του νεόδμητου κτηρίου (από 01-4-2009 έως 28-12-2009).
Τα ως άνω όμως αγωγικά περιστατικά, και ανεξάρτητα του εάν ο αποδιδόμενος στο πρόσωπο του Σ. Μ. "εκβιασμός" συνδέεται ή όχι αιτιωδώς με την επικαλούμενη ζημία της εκμισθώτριας, δεν αποδεικνύονται βάσιμα. Αντίθετα, καταρρίπτονται προεχόντως από τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας της ίδιας της εκμισθώτριας Ι. Δ.
στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στη ρητά επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την τελευταία ένορκη βεβαίωσή του (...2009, που δοθείσα στο πλαίσιο άλλης δίκης - ασφαλιστικών μέτρων - και όχι για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα, αποτελεί αποδεικτικό μέσο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), στην οποία αναφέρει ότι την πρόταση (του 1.000.000 ευρώ) την έκανε τηλεφωνικά στον ως άνω μάρτυρα ο πληρεξούσιος δικηγόρος της μισθώτριας εταιρείας Π. (και όχι ο Σ.
Μ.), το απόγευμα της 16ης-3-2009 (και όχι στις 13-3-2009 στο εντός του Αρείου Πάγου αναψυκτήριο), αφού συνεννοήθηκε με τη ... (και όχι προσωπικά με τον Σ. Μ.), λέγοντάς του (ο Π.) ότι οι πελάτες του θέλουν 1.000.000 ευρώ και ένα έτος παράταση για να φύγουν (και όχι, ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα ώστε να ματαιώσουν την ανοικοδόμηση του ακινήτου του).
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για πρόταση εξώδικης - συμβιβαστικής - επίλυσης της υπόθεσης, η οποία, κριθείσα ως μη συμφέρουσα για την εκμισθώτρια, δεν έγινε αποδεκτή από αυτήν και όχι για εκβιαστική συμπεριφορά, αποδιδόμενη στον ως άνω εναγόμενο, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε το πρωτοβάθμιο.
Από τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές, καθίσταται σαφές ότι, πέραν των ένδικων μέσων και αιτημάτων που κάθε μισθωτής έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών, αφενός, αμυνόμενος στην επιδιωκόμενη από τον εκμισθωτή πρόωρη απόδοση της χρήσης του μισθίου (πριν από τη συμβατική λήξη της μίσθωσης), αφετέρου, ελέγχοντας τη νομιμότητα ή μη της καταγγελίας της μίσθωσης για ανοικοδόμηση μέσω της έρευνας περί της εγκυρότητας ή μη της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας και τα οποία ασκήθηκαν για τη μισθώτρια εταιρεία από τα εκπροσωπούντα αυτήν ως άνω καταστατικά της όργανα, ως είχαν σχετικό δικαίωμα και έννομο συμφέρον (έφεση, αίτηση αναίρεσης και αναστολές της εκτέλεσης της 3038/2007 απόφασης, ανακοπή του 933 ΚΠολΔ και αίτηση αναστολής κατ’ άρθρο 938 ΚΠολΔ), οι ως άνω εναγόμενοι (2ος, 3ος, 5ος, 6η και 9ος) - μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, καθώς και η 10η εναγομένη, εκδήλωσαν συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, ενώ, όπως προαναφέρεται, είχε αξιωθεί από τη μισθώτρια, για λόγους ασφάλειας, να μην προβεί η εκμισθώτρια στην καθαίρεση του λιθόκτιστου μαντρότοιχου του μισθίου, παράλειψη που είχε ως αποτέλεσμα να δοθούν στην κοινή χρήση τα λοιπά ρυμοτομούμενα εδαφικά τμήματα, συνολικής έκτασης 360 τ.μ., πλην της έχουσας επιφάνεια μόλις 6,50 τ.μ.
εδαφικής λωρίδας που εν μέρει καλυπτόταν απ’ αυτόν, στη συνέχεια ο προαναφερθείς εκπρόσωπός της, ενεργώντας με την ως άνω ιδιότητά του, στον οποίο τα λοιπά μέλη του ΔΣ, είχαν αναθέσει την υλοποίηση της σχετικής απόφασης, παρεμπόδισε την επιχειρούμενη (από συνεργείο της εκμισθώτριας) καθαίρεση της περίφραξης, καλώντας μάλιστα προς αποτροπή της και τα αστυνομικά όργανα.
Με την ενέργειά του αυτή, αποσκοπούσε στην επιτυχή έκβαση της καταγγελίας που υπέβαλε η μισθώτρια ενώπιον της διοίκησης, καθώς και των αιτήσεων που υπέβαλε στα διοικητικά δικαστήρια, για ακύρωση της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας, εξαιτίας της ως άνω μη παραχώρησης. Περαιτέρω οι εναγόμενοι - μέλη του ΔΣ με τα περιγραφόμενα πιο πάνω στην παρούσα συνεχώς υποβαλλόμενα στη Διοίκηση αιτήματα και παρεμβάσεις τους και με τις αναφερόμενες, αδιάκοπες, προσφυγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων επεδίωκαν την με κάθε μέσο διοικητική και δικαστική ακύρωση κάθε εκδοθείσας υπέρ της εκμισθώτριας διοικητικής πράξης.
Με την ως άνω συμπεριφορά τους που συνεχίστηκε αμείωτη και μετά την απόδοση της χρήσης του μισθίου στις 03-9-2009, καθίσταται σαφές ότι δεν απέβλεπαν σε θεμιτή αποφυγή ή δικαιολογημένη καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου, αλλά με την αδιάκοπη εμμονή τους για ακύρωση κάθε άδειας (κατεδάφισης και ανοικοδόμησης) που εκδιδόταν και αφορούσε στο επίμαχο ακίνητο, επεδίωκαν να παρεμποδίσουν, άλλως, να καθυστερήσουν την εκ μέρους της εκμισθώτριας ανοικοδόμηση του διώροφου κτηρίου - καταστήματος στο οποίο αφορούσαν οι επίμαχες άδειες, παρόλο που γνώριζαν (τους είχε δοθεί αντίγραφο της από 08-5-2007 σύμβασης με τη ...) ότι η μη έγκαιρη ανοικοδόμηση και παράδοση της χρήσης του στη νέα μισθώτρια εταιρεία θα προκαλούσε ζημία στην εκμισθώτρια.
Με τις ως άνω ενέργειές τους οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι (μέλη του ΔΣ της μισθώτριας εταιρείας και η Α. Σ.), παρόλο που δεν παραβίασαν ειδικό απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, είναι σαφές ότι παραβίασαν τις γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς που απορρέουν από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, που μπορεί και πρέπει να δείχνει ο μέσος άνθρωπος για την ασφάλεια και προστασία προσώπων και αγαθών και επιβάλλουν να μην προκαλείται ζημία σε άλλους υπαιτίως...
λαμβανομένου υπόψη ότι ούτε το δικαίωμα που παρέχεται γενικά στο μισθωτή να αξιώσει δικαστικά, είτε την επανεγκατάστασή του στο μίσθιο, είτε την αποζημίωσή του (κατ’ άρθρα 32 - 33 του ν.δ. 34/1995) εξαιτίας μη έγκαιρης έναρξης των οικοδομικών εργασιών θεμελίωσης της νέας οικοδομής, νομιμοποιεί, στην κρινόμενη περίπτωση, την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, αφού η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στην, αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, συμπεριφορά των εκπροσώπων της μισθώτριας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 16-7-2009, δηλαδή, ενόσω η μισθώτρια εξακολουθούσε να παρακρατεί το μίσθιο, έληξε η διάρκεια της ...2008 άδειας για κατεδάφιση των υφιστάμενων κτισμάτων. Ως εκ τούτου, με επιμέλεια της ενάγουσας, εκδόθηκε από τη Δ/νση Πολεοδομίας του Δήμου ..., η ...2009 άδεια, με βάση την οποία και προέβη στην κατεδάφιση των κτισμάτων και της περιτοίχισης του επίμαχου ακινήτου της για την έκδοση της οποίας επιβαρύνθηκε με το συνολικό ποσό των 8.833,67 ευρώ ...
Ακολούθως, αιτήθηκε, από το Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών της Πολεοδομίας, την ανάκληση της προαναφερόμενης ...2007 διακοπής των οικοδομικών εργασιών, η οποία (διακοπή) έπαυσε να ισχύει από 28-12-2009 (βλ. το ...28-12-2009 έγγραφο της ως άνω Δ/νσης) και, αφού προέβη στην κατάρτιση της από 04-02-2010 εργολαβικής σύμβασης με την τεχνική εταιρεία …ΑΤΕ για την ανοικοδόμηση του νέου κτηριακού συγκροτήματος - καταστήματος...
άρχισε άμεσα τις εργασίες ανέγερσής του. Στην αιτούμενη, αποζημίωσή της η ενάγουσα περιέλαβε και ποσό 1.140.705 ευρώ... προς αποκατάσταση επικαλούμενης ισόποσης ζημίας της, που κατά τα ιστορούμενα συνίσταται στη μη είσπραξη εκ μέρους της, επί εννέα μήνες νωρίτερα, του συμφωνημένου με τη νέα μισθώτρια μηνιαίου μισθώματος για το νεόδμητο κτήριό της (9 μήνες Χ 126.745 ευρώ).
Προς θεμελίωση της εν λόγω απαίτησής της υποστήριξε ότι, εάν δεν είχε εκδηλωθεί η πιο πάνω περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, τότε η μισθώτρια εταιρεία, ως όφειλε και είχε δικαστικά υποχρεωθεί, θα της είχε αποδώσει το μίσθιο στις 31-3-2009, οπότε αυτή (η ενάγουσα) θα είχε ολοκληρώσει την ανέγερση του νεόδμητου κτηρίου και θα το είχε παραδώσει στη νέα μισθώτρια 9 μήνες νωρίτερα και, έτσι, θα είχε αρχίσει ισόχρονο διάστημα νωρίτερα η 15ετούς διάρκειας νέα μίσθωση και, κατ’ ακολουθίαν, θα είχε εισπράξει το συμφωνηθέν μίσθωμα 9 μήνες νωρίτερα.
Και ναι μεν αποδείχθηκε ότι η επί 9μηνο καθυστέρηση έναρξης των οικοδομικών εργασιών οφείλεται στην προαναφερόμενη, αντίθετη στα χρηστά ήθη, συμπεριφορά των εναγομένων, ανεξάρτητα όμως του πότε αυτές ολοκληρώθηκαν, καθώς και του πότε παραδόθηκε το νεόδμητο κτήριο στη νέα μισθώτρια (...), χρονικά σημεία που δεν αποτελούν αντικείμενο έρευνας της παρούσας δίκης, εφόσον η ενάγουσα εταιρεία δεν επικαλείται άπρακτη παρέλευση της μέχρι τις 31-12-2010 προθεσμίας για παράδοση του νέου κτηρίου στη νέα μισθώτρια, αυτή (η ενάγουσα) δεν υπέστη την ως άνω αβάσιμα επικαλούμενη ζημία, αφού δεν αποδείχθηκε ότι απώλεσε μισθώματα 9 μισθωτικών μηνών (ούτε η ίδια επικαλείται στην αγωγή της κάτι σχετικό), παρά μόνον καθυστέρησε η είσπραξή τους, λόγω μετακύλισης επί 9μηνο της έναρξης της 15ετούς διάρκειας της νέας μισθωτικής σύμβασης.
Το πρωτοβάθμιο, λοιπόν, δικαστήριο, έσφαλε, που δέχτηκε κατ’ ουσίαν την ως άνω αγωγική απαίτηση, όπως βάσιμα υποστηρίζεται από τους εκκαλούντες των 1ης και 3ης έφεσης, γενομένων δεκτών των σχετικών λόγων εκάστης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκμισθώτρια, στις 08-5-2007, έλαβε από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... Α.Ε." το συνολικό ποσό των 8.500.000 ευρώ σε κάλυψη του εκδοθέντος ομολογιακού δανείου, κατέβαλε δε στην ως άνω τράπεζα το ποσό των 245.120 ευρώ για τόκους του ως άνω δανείου για το διάστημα από 01-4-2009 έως 28-12-2009.
Πλην όμως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, που, ως τεχνική εταιρεία είχε αναλάβει την εκτέλεση και άλλων συναφών συμβάσεων, προέβη (στις 8-5-2007) στη λήψη του ως άνω δανείου για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της συγκεκριμένης επένδυσης, ήτοι, για την ανέγερση του νέου κτηρίου στο επίμαχο οικόπεδό της, επί του οποίου οι οικοδομικές εργασίες ήταν βέβαιο ότι θα άρχιζαν μετά παρέλευση 2 περίπου ετών από το χρόνο εκταμίευσής του, δηλαδή, το συντομότερο τον Απρίλιο του 2009, αφού με την προγενέστερα ασκηθείσα (από 22-02-2007) αγωγή της είχε αιτηθεί την απόδοση της χρήσης του μισθίου στις 31-3-2009.
Ούτε δικαιολογεί η ενάγουσα τη για συγκεκριμένο λόγο "σπουδή" της στην πρόωρη εκ μέρους της λήψη του ως άνω δανείου (22 μήνες πριν από την αναμενόμενη έναρξη των οικοδομικών εργασιών στο επίμαχο ακίνητο). Εφόσον, λοιπόν, το ως άνω αγωγικό κονδύλιο δεν αποδείχθηκε ότι συνιστά ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, είναι απορριπτέο, το πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο που έκρινε αντίθετα με τα ανωτέρω, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα υποστηρίζουν με τους σχετικούς λόγους των 1ης και 3ης των ως άνω εφέσεών τους οι ως άνω εναγόμενοι (Σ.
Μ. και Α. Σ.). Με βάση τα πιο πάνω, η συνολική περιουσιακή ζημία που υπέστη η ενάγουσα - εκμισθώτρια εταιρεία ανέρχεται στο ποσό των 8.833,67 ευρώ που κατέβαλε για την έκδοση της νέας ...09-11-2009 άδειας κατεδάφισης και όχι στο συνολικά επιδικασθέν με την εκκαλουμένη ποσό του 1.394.658,67 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την ως άνω αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγόμενων μελών του Δ.Σ.
της μισθώτριας εταιρείας και της 10ης εναγομένης, η ενάγουσα εταιρεία υπέστη ηθική βλάβη, γιατί τρώθηκε η επαγγελματική της φήμη και το κύρος της αναφορικά με την εκ μέρους της τήρηση των πολεοδομικών κανόνων, τους οποίους οι εναγόμενοι εμφάνιζαν στους τρίτους, ως παραβιαζόμενους από την ενάγουσα και δη επί ποινή ακυρότητας των οικοδομικών αδειών της, καθώς επίσης, επλήγη η αξιοπιστία και η συνέπειά της ως προς το ακριβόχρονο της εκτέλεσης των σ’ αυτήν ανατεθέντων οικοδομικών έργων και εν γένει των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι άλλων συμβαλλομένων και συνεργατών της, αφού κατέστη γνωστή στον επιχειρηματικό κύκλο η καθυστέρηση έναρξης των οικοδομικών εργασιών στο επίμαχο ακίνητο.
Προς αποκατάσταση της προσβληθείσας προσωπικότητάς της, ως προς τις ανωτέρω εκφάνσεις της, δικαιούται ως χρηματική της ικανοποίηση το ποσό των 25.000 ευρώ (πέραν του ποσού των 5.000 ευρώ που επιφυλάχτηκε να αξιώσει από το ποινικό δικαστήριο παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα), το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, μετά από συνεκτίμηση των συνθηκών και των ειδικότερων περιστάσεων κάτω από τις οποίες εκδηλώθηκε η σε βάρος της αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων, η προκληθείσα σ’ αυτήν ζημία, ο βαθμός του πταίσματος των εναγομένων και η οικονομική εν γένει κατάσταση των διαδίκων μερών...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμες, τις τρεις πιο πάνω εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε στην από 28-2-2011 αγωγή της "... ΑΕ" και κατά το μέρος της που αυτή στρεφόταν κατά των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτης, έβδομου, ένατου και δέκατης των τότε εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων στην αναίρεση της "...
ΑΕ", κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την αγωγή, κατά το μέρος της αυτό, την οποία α) απέρριψε, καθ’ ολοκληρίαν, ως προς τους τέταρτο (Α. Α.) και έβδομο (Σ. Μ.) των εναγομένων και β) δέχθηκε, εν μέρει, ως προς τους δεύτερο (Π. Ζ. - Μ.), τρίτο (Μ. Μ.), πέμπτο (Ι. Μ.), έκτη (Ι. Γ.), ένατο (Ν. Τ.) και δέκατη (Α. Σ.) απ’ αυτούς, υποχρεώνοντάς τους, εις ολόκληρο, να καταβάλουν στην ενάγουσα "...
ΑΕ" το χρηματικό ποσό, συνολικά, των 33.833,67 ευρώ (α) 8.833,67 ευρώ, για θετική ζημία και β) 25.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης) με το νόμιμο τόκο. Ήδη, κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται, με τις παραπάνω αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους τους 1) η ενάγουσα "... ΑΕ", 2) οι δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έκτη των εναγομένων, 3) ο ένατος εναγόμενος και 4) η δέκατη εναγομένη.
Δ) Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτήν την πράξη ή την παράλειψη δεν θα είχε επέλθει) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και, παρά ταύτα, αυτός δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. 3) Η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (βλ.
και άρθρ. 298 ΑΚ), υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθ’ εαυτήν, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντίστοιχα, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη - επαρκή αιτία της ζημίας.
Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα και ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού, και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου - "θύματος", για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 43/2013, ΑΠ 900/2011).
Περίπτωση που εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ είναι και εκείνη κατά την οποία κάποιος, με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ματαιώνει την ελπίδα ή την πιθανότητα άλλου για την απόκτηση δικαιώματος ή κάποιου αγαθού (ΑΠ 1846/2014, ΑΠ 764/2014). Επίσης, κατά την ορθότερη άποψη, και η κατάχρηση άσκησης δικονομικών δικαιωμάτων ή, γενικότερα, δυνατοτήτων (που πρέπει να μην ασκούνται παρελκυστικά ή κατά παράβαση των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή του καθήκοντος της αλήθειας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ, της οποίας η παράβαση επάγεται, ως κύρωση, την επιβολή στον παραβάτη διάδικο ή το δικηγόρο του τις ποινές τάξεις, κατ’ άρθρ. 205 του ίδιου Κώδικα - ΑΠ 1443/2014, ΑΠ 738/2012), επιφέρει την υποχρέωση διαδίκου να αποζημιώσει τον αντίδικό του, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 919 ΑΚ (πρβλ.
ΑΠ 639/2012). Τέτοιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι ενέργειες του διαδίκου αντίκεινται στα χρηστά ήθη, συνιστούν και η δημιουργία, με την επίγνωση αυτού, άδικου δικαστικού αγώνα ή η παρέλκυση τούτου με στρεψόδικες μεθόδους και μάλιστα με προδιαγεγραμμένο σχέδιο που συνοδεύεται με χρήση ψευδών ή μη γνήσιων αποδεικτικών μέσων.
Η διαπίστωση, από το δικαστήριο της ουσίας, των συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων που φέρονται να αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη, ως ζήτημα πραγματικό, διαφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο. Όμως, η κρίση του ίδιου δικαστηρίου που αφορά το αν οι συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις που διαπιστώθηκαν είναι σύμφωνες ή αντίθετες με τα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του εν λόγω αιτιώδους συνδέσμου, αντίστοιχα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ (ΑΠ 2038/2014, ΑΠ 864/ 2014, ΑΠ 764/2014, ΑΠ 1425/2013).
Ελέγχεται, επίσης, αναιρετικά, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και η εξειδίκευση από το δικαστήριο της γενικής ρήτρας των χρηστών ηθών (ΑΠ 1258-1257/2003). Αναφορικά με την πρόθεση επαγωγής ζημίας, η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν το δόλο του εναγομένου είναι ζήτημα πραγματικό και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 16/2008), ενώ, αντίθετα, η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν υπάγονται στην έννοια του δόλου αποτελεί νομικό ζήτημα και, επομένως, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Συνακόλουθα, αυτός που ζημιώθηκε, με τη συνδρομή των προπαρατιθέμενων προϋποθέσεων του άρθρου 919 ΑΚ, μπορεί να ασκήσει αυτοτελή αγωγή, κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας του. Η ζημία αυτή μπορεί να είναι είτε υλική, υπό τη μορφή θετικής ζημίας, που συνίσταται στη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του (μείωση ενεργητικού ή αύξηση του παθητικού της) ή αποθετική, που συνίσταται στη ματαίωση της αύξησης του ενεργητικού ή μείωσης του παθητικού της περιουσίας του, η οποία θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, είτε ηθική, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται ανάλογη χρηματική ικανοποίηση.
Η ηθική ζημία μπορεί να επέλθει και στα νομικά πρόσωπα, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Ειδικότερα, όπως ορίζει το εδάφιο β’ του άρθρου 298 ΑΚ, ως διαφυγόν κέρδος - ζημία "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσης του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της ζημίας αυτής στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Κατά συνέπεια, η παραπάνω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξίωσης στοιχείων και δικονομική ως προς την επάρκεια της πιθανολόγησης του διαφυγόντος κέρδους που απαιτεί απόδειξη οπωσδήποτε δυσχερέστερη από εκείνην της θετικής ζημίας Ως εκ τούτου, τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει ή δεν συντρέχει πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, για την ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Ελέγχεται όμως αναιρετικά η δικαστική κρίση, ως προς την ύπαρξη ή μη των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη γένεση της σχετικής αξίωσης, δηλαδή για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους (ΑΠ 325/ 2016, ΑΠ 1385/2012, ΑΠ 1821/ 2011). Περαιτέρω, και το νομικό πρόσωπο ευθύνεται, κατά το άρθρ. 71 του ΑΚ, για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν και υποχρεούται σε αποζημίωση του ζημιωθέντος, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη των οργάνων του έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, πρέπει, δηλαδή, να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, αδιάφορα αν το όργανο ενήργησε καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του.
Στην περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο, ήτοι, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη, με το νομικό πρόσωπο, υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη τους προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ή 919 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών κατ’ άρθρ. 914, 919, 932 ΑΚ (ΑΠ 427/2013).
Μάλιστα, σε περίπτωση συλλογικής διοίκησης του νομικού προσώπου (άρθρ. 65 του ΑΚ), από τη δράση της οποίας στο πλαίσιο των άρθρ. 67 και 68 του ΑΚ ανέκυψε αδικοπρακτική ευθύνη του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης κάθε μέλους της διοίκησης για τη θεμελίωση υποχρέωσής του προς αποζημίωση του ζημιωθέντος από το αδίκημα, μπορεί όμως το κάθε μέλος να αμφισβητήσει, κατ’ ένσταση, την προσωπική ευθύνη του, ισχυριζόμενο ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιο για τη διάπραξη του αδικήματος.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο νόμιμος εκπρόσωπος ή το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικά για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται, όμως, κατά τις παραπάνω διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (ΑΠ 271/2015, ΑΠ 1723/2014, ΑΠ 1716/ 2012).
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδάφ. α’ του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας στην άδικη πράξη που διέπραξε άλλος, η οποία, εκτιμώμενη ως συμπεριφορά στο χώρο του αστικού δικαίου, συνιστά μορφή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, απαιτείται, αντικειμενικά, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε (ΑΠ 1885/2014).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρ. 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 919 του ίδιου Κώδικα, επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εν προκειμένω η ανώνυμη εταιρεία (ΑΠ 179/2011), εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους Επομένως, τις περιπτώσεις αυτές με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά τους συγκεκριμένα περιστατικά πρέπει να επικαλείται ειδικά και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 382/2011, πρβλ.
ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 864/2014).
Ε) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/ 2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/ 2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
ΣΤ) Επί της 343/2016 αίτησης αναιρέσεως της "... ΑΕ" και των 4/2017 πρόσθετων λόγων της.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, καθώς και τον πρόσθετο αυτής λόγο, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, παραβίασε, ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) αλλά και εκ πλαγίου, στερώντας την από νόμιμη βάση, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 297, 298 και 330 ΑΚ, καθώς και των άρθρ. 46, 220 και 242 ΠΚ, προσάπτει σε αυτήν αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ειδικότερα, τα εξής: 1) η αγωγή της εσφαλμένα απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς το κονδύλιο της επικαλούμενης αποθετικής ζημίας της ποσού 1.140.705 ευρώ που αφορά στην απώλεια των μισθωμάτων εννιά (9) μηνών, δεδομένου ότι αυτό και μόνο το γεγονός της καθυστέρησης ενάρξεως των οικοδομικών εργασιών και αποπεράτωσης μιας οικοδομής συνιστά πρόσφορη αιτία επαγωγής αποθετικής ζημίας, παρά όσα για το αντίθετο δέχθηκε το Εφετείο που έκρινε, κατά παράβαση και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι από την αδικοπρακτική, κατ’ άρθρ. 919 ΑΚ, συμπεριφορά των αντιδίκων της - αναιρεσιβλήτων (πλην του τρίτου και του έκτου) υπήρξε απλώς "μετακύλιση" του χρόνου έναρξης της νέας μισθωτικής σύμβασης με τη "...
ΑΕ", όχι όμως και πρόκληση σε αυτήν της εν λόγω αποθετικής ζημίας, 2) περαιτέρω, δεν αναφέρεται στην απόφαση κάποιο έκτακτο περιστατικό που να επάγεται τη διακοπή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παράνομων και υπαίτιων πράξεων των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων και της επικαλούμενης αποθετικής ζημίας της και δεν διασαφηνίζεται για ποίο λόγο η "μετακύλιση" αυτή του χρόνου έναρξης της νέας μίσθωσης δεν επήγαγε την επίμαχη ζημία για τους εννιά μήνες που καθυστέρησε η αποπεράτωση της οικοδομής και 3) αν και το Εφετείο δέχεται, αρχικά, ότι οι αναιρεσίβλητοι απέβλεπαν να ματαιώσουν την έγκαιρη έναρξη των οικοδομικών εργασιών της οικοδομής και ότι στο ...-1-2009 έγγραφο του "Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών" (...) η μισθώτρια εταιρεία "...
ΑΕ" στήριξε, ενώπιον του Αρείου Πάγου, τις διαδοχικές, από 12-2-2009 και 30-4-2009, αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης της, τελεσίδικης, 3038/ 2007 απόφασης (εξωστικής) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως, αποφάνθηκε, κατά παράβαση και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι οι αντίδικοί της ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη είτε στη σύνταξη του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου του "..." είτε στην έκδοση της ...28-4-2009 απόφασης της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Β.Τ.
της Νομαρχίας Αττικής, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με το έγγραφο αυτό και με την οποία ανακλήθηκε, παράνομα, η ...2007 οικοδομική άδεια, χωρίς, όμως, να διευκρινίζεται στην απόφαση με βάση ποία πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία το Εφετείο δεν σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα της συμμετοχής, υπό τη μορφή της ηθικής αυτουργίας (ή της άμεσης συνέργειας), στην τέλεση των αξιόποινων πράξεων των άρθρων 220 και 242 ΠΚ.
Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις πιο πάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι, εφόσον η ενάγουσα "...
ΑΕ" δεν επικαλείται ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία παράδοσης του νεόδμητου κτηρίου στη νέα μισθώτρια "... ΑΕ", στην οποία έπρεπε να παραδοθεί το αργότερο μέχρι τις 31-12-2010, οπότε και θα άρχιζε να ισχύει η μίσθωση (και μάλιστα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης που δεν πλήττονται κατά τούτο, η υποχρέωση για πληρωμή του μισθώματος θα άρχιζε από την ημερομηνία της πραγματικής έναρξης λειτουργίας του καταστήματος για το κοινό και, πάντως, το αργότερο έξι μήνες μετά την παράδοση του κτηρίου και των εγκαταστάσεων), δεν υπέστη τη ζημία της απώλειας των μισθωμάτων εννιά μηνών, παρά μόνο καθυστέρησε η είσπραξή τους, λόγω της κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα "μετακύλισης" της έναρξης της 15ετούς διάρκειας της νέας μισθωτικής σύμβασης, χωρίς να τίθεται ζήτημα αιτιώδους συνάφειας ή διακοπής αυτής, αφού δεν αποδείχθηκε καν η επέλευση τέτοιας ζημίας.
Οι υπόλοιπες αιτιάσεις που αναφέρονται στους ίδιους λόγους ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, το οποίο, ως προς τα θέματα αυτά, εκτίθεται σαφώς και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτες, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην Ε’ σκέψη της παρούσας.
Η προβαλλόμενη, εξάλλου, αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν ανάγεται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 140/2006).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/ 2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Εξάλλου, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.
αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 675/ 2013, ΑΠ 1835/2007).
Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 1008/ 2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα "... ΑΕ" υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς της ότι α) όσο το δυνατό συντομότερα θα κατασκεύαζε το κτήριο τόσο πιο γρήγορα θα το παρέδιδε στη νέα μισθώτρια και, συνεπώς, θα άρχιζε η 15ετής μίσθωση και η καταβολή του μισθώματος και β) ζημιώθηκε τα μισθώματα των εννιά μηνών που με βεβαιότητα θα εισέπραττε, ενώ μάλιστα γίνεται μνεία στο 17ο φύλλο - 2η όψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται την απώλεια των μισθωμάτων στην αγωγή της, αν και αυτή το επικαλείται, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.
β’ ΚΠολΔ. Ο ερευνώμενος λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος και κατά το σκέλος του αυτό, καθόσον α) ο μεν πρώτος ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτιθέμενη έννοια, αλλά επιχείρημα και, σε κάθε περίπτωση, λήφθηκε υπόψη (17ο φύλλο - 2η όψη της απόφασης), ανεξάρτητα, βέβαια, από το γεγονός ότι, με βάση και το επιχείρημα αυτό, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη αποθετική ζημία και 2) ο δε δεύτερος λήφθηκε υπόψη και ρητά απορρίφθηκε, αφού έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα υπέστη τέτοια ζημία.
Η αιτιολογία αυτή που δεν πλήττεται πλέον αποτελεσματικά με την αναίρεση στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Η μνεία, στη συνέχεια του ίδιου πιο πάνω φύλλου αυτής, ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται τούτο στην αγωγή της αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, ενώ και χωρίς αυτήν στηρίζεται αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και συνεπώς δεν επέρχεται πλημμέλεια στην απόφαση εξ αυτού του λόγου, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 1602/2014, ΑΠ 1456/ 2014).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και πέμπτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στις σελίδες 42 -48 και 63 - 84 του αναιρετηρίου έγγραφα που με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσείουσα "...
ΑΕ" για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της που, τελικά, απορρίφθηκαν από το Εφετείο ότι α) υπέστη ζημία, ύψους 245.120 ευρώ, για τόκους του προαναφερόμενου, στη σκέψη Γ’ της παρούσας, δανείου που κατέβαλε στην "TΡAΠEZA … ... AE" κατά το χρονικό διάστημα των εννιά μηνών (από 1-4-2009 έως 28-12-2009) που οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι υπαίτια καθυστέρησαν την απόδοση του μίσθιου ακινήτου (2ος λόγος) και β) όλοι οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι είχαν ενεργό συμμετοχή και ανάμειξη στην τέλεση των παράνομων και αντίθετων στα χρηστά ήθη πράξεων (έκδοση δημόσιων εγγράφων, προσωρινών διαταγών, αποφάσεων αναστολής κ.λπ.), με τις οποίες επιτεύχθηκε η παρεμπόδιση της έγκαιρης απόδοσης του μίσθιου ακινήτου και, συνακόλουθα, της έγκαιρης έναρξης των οικοδομικών εργασιών, της αποπεράτωσης του κτηρίου και της παράδοσής του στη νέα μισθώτρια, που δικαιολογούν επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού από εκείνο που επιδικάστηκε ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως θα αναφερθεί και παρακάτω (5ος λόγος, δεύτερο σκέλος του).
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "...όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι..." (9ο φύλλο - 1η όψη αυτής), για μερικά από τα οποία μάλιστα έγινε ειδική αναφορά και αξιολογήθηκαν, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία υπάγονται στην κατηγορία των εγγράφων.
Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Επισημαίνεται ότι η επικαλούμενη ζημία της αναιρεσείουσας από την καταβολή των τόκων δεν τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τις αποδιδόμενες στους αντιδίκους της παράνομες και υπαίτιες πράξεις τους, δεδομένου ότι το ποσό αυτό των 245.120 ευρώ αποτελεί τους προβλεπόμενους τόκους που είχαν συμφωνηθεί με την τράπεζα κατά τη σύναψη του δανείου, τους οποίους και πάλι θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει η οφειλέτρια αναιρεσείουσα, έστω και αν οι αντίδικοί της δεν επιδείκνυαν την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά.
Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη του οποίου, κατά την άποψή της, δεν λήφθηκαν υπόψη τα πιο πάνω, υπό στοιχ. α’ , έγγραφα, δεν είναι και κρίσιμος για τη θεμελίωση του συναφούς δεύτερου λόγου αναίρεσης.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1443/2010).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι στο δικόγραφο της αγωγής της περιέχονται και άλλα γεγονότα που θεμελιώνουν την αδικοπρακτική ευθύνη του έκτου των αναιρεσιβλήτων Σ. Μ., εκτός από εκείνο που λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, χωρίς, όμως, να γίνει δεκτή η αγωγή της ως προς το μέρος της που επιχειρήθηκε να στηριχθεί και στο εν λόγω περιστατικό.
Συγκεκριμένα, στην αγωγή της μνημονεύει ακόμη ότι α) "...για τις ίδιες ενέργειες αυτές της διοίκησης, που εγένοντο με την προτροπή και φορτικότητα της πρώτης αλλά και των λοιπών εναγομένων, διαμαρτυρήθηκα έντονα στις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και πρόσωπα..." και β) "...Παράλληλα με υπόδειξη και παρότρυνση της πρώτης εναγομένης ασκήθηκαν υπέρ αυτής παρεμβάσεις από...", αλλά το Εφετείο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς της αυτούς, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.
β’ ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, κατά το κρινόμενο μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα αυτά πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν αυτοτελείς βάσεις αδικοπρακτικής ευθύνης του έκτου αναιρεσιβλήτου. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο έχει δεχθεί, ανέλεγκτα, ότι δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης αυτού, κατ’ άρθρ. 919 ΑΚ (15ο φύλλο - 2η όψη και 16ο φύλλο - 1η όψη της προσβαλλομένης, όπως η αιτιολογία έχει παρατεθεί στη σκέψη Γ’ της παρούσας), απορρίπτοντας, εκ του πράγματος, και τους θεμελιωτικούς του λόγου τούτου δύο πιο πάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ.2/2008, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/ 2014).
Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, επίσης, και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα (ΑΠ 1713/2010). Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008).
Ειδικότερα, ως έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Σε αυτά δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη η Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα βεβαιούμενα με όρκο από το μάρτυρα (ΑΠ 545/ 2014, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 7/2007).
Στην παρούσα περίπτωση, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της .../22-4-2009 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Ι. Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας - Μελπομένης Μουχτούρη - Στασινοπούλου, που δόθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης, αναγιγνώσκοντας μέρος μόνο από αυτήν, ενώ παραλείφθηκαν άλλες κρίσιμες περικοπές του κειμένου της, όπως παρατίθενται αναλυτικά στο αναιρετήριο, που μπορούσαν να οδηγήσουν το δικαστήριο σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που έγινε δεκτό ως προς τον έκτο των αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης του, ότι δηλαδή αυτός ήταν, πράγματι, "ο ιθύνων νους της όλης υπόθεσης και συναποφάσιζε με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου" και, άρα, υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 919 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, κατά το ερευνώμενο σκέλος του, είναι, κυρίως, απαράδεκτος, διότι η ένορκη βεβαίωση, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, έστω και αν δόθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης (ΑΠ 25/2011), δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο κατά την παραπάνω έννοια, όπως αναπτύχθηκε προηγουμένως. Κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της παραβίασης αυτής, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, επειδή, δήθεν, περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την επισήμανση ότι από το γεγονός ότι στην πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρονται και οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα περικοπές δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού.
Οι αναφερόμενες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πλημμέλειες, από τους αριθμούς 19, 8α’ , 10α’ και 11β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορούν, αποκλειστικά και μόνο, τον αποβιώσαντα τρίτο αναιρεσίβλητο (Α. Α.), για τον οποίο έγινε ειδική μνεία στην Α’ σκέψη της παρούσας και, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να ερευνηθούν. Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το περιεχόμενο του οποίου παρατέθηκε στη σκέψη Δ’ της παρούσας, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, στην αναιρεσείουσα "... ΑΕ", καθόρισε τη χρηματική αυτή ικανοποίηση στο ποσό των 25.000 ευρώ (πέραν του ποσού των 5.000 ευρώ που αυτή επιφυλάχθηκε να αξιώσει από το ποινικό δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγουσα), όπως έχει προαναφερθεί, δεχόμενο, κατά τούτο, ως ουσιαστικά βάσιμες, τις εφέσεις των έκτου και όγδοης των αναιρεσιβλήτων (Σ.
Μ. και Α. Σ., αντίστοιχα), καθώς και την έφεση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας ως προς τους λοιπούς ήδη αναιρεσιβλήτους (πλην του τρίτου Α. Α.) και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά με το να επιδικάσει, για την αιτία αυτή, μεγαλύτερο ποσό (100.000 ευρώ) σε βάρος των έκτου και όγδοης των αναιρεσιβλήτων και να απορρίψει την αγωγή ως προς τους υπόλοιπους από αυτούς.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό αυτό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πέμπτος (και τελευταίος), κατά το πρώτο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 (εδάφ. δ’ ) του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ και 932 του ΑΚ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε αυτήν, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής της βλάβης, από την αδικοπρακτική, κατ’ άρθρ. 919 ΑΚ, συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, το πιο πάνω ποσό, το οποίο, όμως, είναι, κατά την αναιρεσείουσα, δυσαναλόγως μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας.
Ζ) Επί των λοιπών αιτήσεων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων τους.
Με τους μοναδικούς λόγους των .../2016 αιτήσεων, τον πρώτο λόγο της …/2016 αίτησης, κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος τους, και τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους αυτών, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19, με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες στην αρχή της Δ’ σκέψης της παρούσας, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις και ιδίως εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, προβάλλοντας ότι η συμπεριφορά τους δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της επικαλούμενης ζημίας της εκμισθώτριας - αντιδίκου τους, ενώ διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων αυτών, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στα αναιρετήρια.
Οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι, διότι η συμπεριφορά των παραπάνω εναγομένων - αναιρεσειόντων, όπως αυτή περιγράφηκε στη σκέψη Γ’ της παρούσας και διαπιστώθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του Εφετείου, κρινόμενη από το σκοπό και το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν, τον τρόπο και τις λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσής της, δεν αντίκειται, κατά το μέρος που αυτή επιχειρείται να συνδεθεί αιτιωδώς με την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, στα χρηστά ήθη και, άρα, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 919 ΑΚ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που προπαρατέθηκαν, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της μισθώτριας εταιρείας, με τις επιλήψιμες ενέργειές τους, κατά το μέρος τους που έχουν αιτιώδη συνάφεια με το επιζήμιο αποτέλεσμα που επήλθε, εξαιτίας της καθυστέρησης να υλοποιηθεί η δεύτερη, κατά σειρά, ...16-7-2008 άδεια κατεδάφισης, η οποία, μετά την αναθεώρησή της (...2009), ίσχυε, όπως σαφώς αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση (17ο φύλλο - 1η όψη), έως τις 16-7-2009 (και όχι, όπως, από προφανή παραδρομή, αναγράφεται στο 12ο φύλλο - 1η όψη αυτής, έως τις 16-9-2009), πέτυχαν να εκδοθούν: 1) το ......19-11-2007 έγγραφο του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αθηνών, κατόπιν των ...24-9-2007 και ...25-9-2007 καταγγελιών της μισθώτριας (λόγω της μη παραχώρησης στην κοινή χρήση της εδαφικής λωρίδας των 6,50 μέτρων), με το οποίο διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών στο μίσθιο ακίνητο, οι οποίες, πάντως, δεν είχαν αρχίσει ακόμη, με βάση την αρχική πρώτη ...-5-2007 άδεια κατεδάφισης, αφού το μίσθιο έπρεπε να αποδοθεί στις 31-3-2009, η οποία (διακοπή) διήρκεσε μέχρι τις 28-12-2009, οπότε και ανακλήθηκε με το ...28-12-2009 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, 2) το ...-1-2009 έγγραφο του "Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών" (...), σύμφωνα με το οποίο το ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., όπου βρίσκεται το μίσθιο ακίνητο, από άποψη χρήσεων γης, ήταν χώρος βιομηχανικού πάρκου (ΒΙΟ.ΠΑ) και δεν επιτρεπόταν η χρήση καταστημάτων, 3) η ...28-4-2009 απόφαση της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Β.Τ. της Νομαρχίας Αττικής, με την οποία έγινε δεκτή η ...-3-2009 νέα καταγγελία της μισθώτριας και ανακλήθηκε η ...-9-2007 οικοδομική άδεια (ανοικοδόμησης), ενώ η ανακλητική αυτή απόφαση ανακλήθηκε, τελικά, με την ...24-12-2009 απόφαση της ίδιας Διευθύντριας 4) η 82/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχθηκε την από 12-2-2009 αίτηση της μισθώτριας για την αναστολή εκτέλεσης της τελεσίδικης (μετά την απόρριψη με την 4273/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) 3038/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την απόδοση της χρήσης του μισθίου και ανεστάλη η εκτέλεσή της μέχρι τις 30-4-2009, 5) η προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Αρείου Πάγου, επί της από 30-4-2009 διαδοχικής αίτησης της μισθώτριας για αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης, με την οποία ανεστάλη, εκ νέου, η εκτέλεσή της μέχρι τις 8-5-2009, οπότε συζητήθηκε η αίτηση και απορρίφθηκε με την 149/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, 6) η προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της από 27-5-2009 αίτησης της μισθώτριας για αναστολή εκτέλεσης της ίδιας απόφασης, κατά της οποίας είχε ασκήσει, κατ’ άρθρ. 933 ΚΠολΔ, την από 26-5-2009 ανακοπή της, που ανέστειλε την εκτέλεσή της μέχρι την εκδίκαση της αίτησης αναστολής την 1-7-2009, επί της οποίας και εκδόθηκε, στη συνέχεια, στις 3-8-2009, η απορριπτική 6626/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 7) η προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που χορηγήθηκε έως τις 30-6-2009, επί της από 9-4-2009 αίτησης της μισθώτριας και 71 υπαλλήλων της που "παροτρύνθηκαν" απ’ αυτήν για αναστολή της εκτέλεσης της δεύτερης ...2008 άδειας κατεδάφισης, η οποία (αίτηση) απορρίφθηκε, στις 30-6-2009, με την αναφερόμενη απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι "...πέραν των ένδικων μέσων και αιτημάτων που κάθε μισθωτής έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών, αφενός αμυνόμενος στην επιδιωκόμενη από τον εκμισθωτή πρόωρη απόδοση της χρήσης του μισθίου..., αφετέρου ελέγχοντας τη νομιμότητα ή μη της καταγγελίας της μίσθωσης για ανοικοδόμηση μέσω της έρευνας περί της εγκυρότητας ή μη της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας και τα οποία ασκήθηκαν για τη μισθώτρια εταιρεία από τα εκπροσωπούντα αυτήν ως άνω καταστατικά της όργανα, ως είχαν σχετικό δικαίωμα και έννομο συμφέρον (έφεση, αίτηση αναίρεσης και αναστολές της εκτέλεσης της 3038/2007 απόφασης, ανακοπή του άρθρ. 933 ΚΠολΔ και αίτηση αναστολής κατ’ άρθρ. 938 ΚΠολΔ)" και ότι "...παρόλο που δεν παραβίασαν ειδικό απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου..." και καταλήγει στην αξιολογική κρίση ότι "...οι ως άνω εναγόμενοι (2ος, 3ος, 5ος, 6η και 9ος) - μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, καθώς και η 10η εναγομένη (Α.
Σ.), εκδήλωσαν συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη...", καθόσον με τις συνεχείς προσφυγές τους στα δικαστήρια (πολιτικά και διοικητικά) και στις διοικητικές αρχές (Πολεοδομία) "...δεν απέβλεπαν σε θεμιτή αποφυγή ή δικαιολογημένη καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου, αλλά με την αδιάκοπη εμμονή τους για ακύρωση κάθε άδειας (κατεδάφισης και ανοικοδόμησης) που εκδιδόταν και αφορούσε στο επίμαχο ακίνητο, επεδίωκαν να παρεμποδίσουν, άλλως, να καθυστερήσουν την εκ μέρους της εκμισθώτριας ανοικοδόμηση του διώροφου κτηρίου - καταστήματος, στο οποίο αφορούσαν οι επίμαχες άδειες, παρόλο που γνώριζαν (τους είχε δοθεί αντίγραφο της από 8-5-2007 σύμβασης με τη "...") ότι η μη έγκαιρη ανοικοδόμηση και παράδοση της χρήσης του στη νέα μισθώτρια εταιρεία θα προκαλούσε ζημία στην εκμισθώτρια..." και ότι "...είναι σαφές ότι παραβίασαν τις γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς που απορρέουν από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών...
λαμβανομένου υπόψη ότι, ούτε το δικαίωμα που παρέχεται γενικά στο μισθωτή να αξιώσει δικαστικά, είτε την επανεγκατάσταση στο μίσθιο, είτε την αποζημίωση (κατ’ άρθρα 32 - 33 του π.δ. 34/1995) εξαιτίας μη έγκαιρης έναρξης των οικοδομικών εργασιών θεμελίωσης της νέας οικοδομής, νομιμοποιεί, στην κρινόμενη περίπτωση, την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, αφού η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στην, αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, συμπεριφορά των εκπροσώπων της μισθώτριας...".
Το Εφετείο, όμως, ενώ δέχεται ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της μισθώτριας εταιρείας (ήδη αναιρεσείοντες των 361/2016 και 362/2016 αναιρέσεων) είχαν έννομο συμφέρον να ασκήσουν τα προαναφερόμενα ένδικα μέσα, αιτήσεις, καταγγελίες, προσφυγές κ.λπ. και ότι με τις ενέργειές τους αυτές δεν παραβίασαν κάποιον ειδικό απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά επεδίωκαν, με τις συνεχείς και αλλεπάλληλες αιτήσεις τους κ.λπ., να παρεμποδίσουν - καθυστερήσουν την εκ μέρους της εκμισθώτριας - αντιδίκου τους ανοικοδόμηση του διώροφου κτηρίου - καταστήματος που θα προκαλούσε ζημία στην τελευταία, δεν αποσαφηνίζει, αναφορικά με το σκοπό των αναιρεσειόντων - μελών του διοικητικού συμβουλίου της μισθώτριας, για ποίο λόγο αυτοί δεν απέβλεπαν σε θεμιτή αποφυγή ή δικαιολογημένη καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου, δεδομένου ότι για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας για ανοικοδόμηση του μισθίου, κατ’ άρθρ. 23, 24 και 28 του π.
δ/τος 34/1995, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, απαιτείται η άδεια ανοικοδόμησης του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου που επιδίδεται - σε αντίγραφο - στον μισθωτή να είναι έγκυρη και ενεργός, αλλιώς, δεν επέρχονται τα αποτελέσματα της καταγγελίας, μεταξύ των οποίων και η λύση της μίσθωσης για το μέλλον (άρθρ. 587 ΑΚ, 44 π.δ/τος 34/1995) και η γέννηση του δικαιώματος απόδοσης του μισθίου.
Κατά συνέπεια, δεν αναφέρεται με επάρκεια, γιατί αυτοί δεν είχαν θεμιτό σκοπό να επιδιώκουν, σε νόμιμο, βέβαια, πλαίσιο, όπως, άλλωστε, δέχεται, κατά το σημείο τούτο, και το Εφετείο, να ακυρωθεί η οικοδομική άδεια που συνεπάγεται τη μη έναρξη ή τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, με βάση και τις σχετικές άδειες κατεδάφισης, ενώ, παράλληλα, αφού δεν θα επέρχονταν τα αποτελέσματα της καταγγελίας, δεν θα ήταν δυνατό να ευδοκιμήσει η αγωγή απόδοσης του μίσθιου ακινήτου με αιτία την ανοικοδόμηση, οπότε δεν θα επιτυγχανόταν η αποβολή τους από το μίσθιο.
Ούτε αρκεί, για τη σαφήνεια και την επάρκεια της αιτιολογίας, η ενδοιαστική παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι "μπορεί να συναχθεί μη ύπαρξη πρόθεσής της για επανεγκατάστασή της στο μίσθιο" από το γεγονός ότι η μισθώτρια εταιρεία παραιτήθηκε από το δικόγραφο (και μόνο) της από 26-5-2009, κατ’ άρθρ. 933 ΚΠολΔ, ανακοπής της κατά της επισπευδόμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, με βάση την τελεσίδικη "εξωστική" 3038/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτησή της που είχε οριστεί στο δικαστήριο αυτό στις 23-10-2009, μετά την εκούσια, με την απειλή, βέβαια, της αναγκαστικής εκτέλεσης, απόδοση του μισθίου στις 3-9-2009 στην εκμισθώτρια εταιρεία.
Εξάλλου, αναφορικά με τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, το Εφετείο δεν διευκρινίζει το είδος αυτών, δηλαδή αν ήταν πρόσφορα ή όχι, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, για να στηρίξουν τον δικαστικό κ.λπ. αγώνα της μισθώτριας, προκειμένου να μην αποβληθεί από το μίσθιο και για τη, συνάμα, διερεύνηση της νομιμότητας ή όχι της οικοδομικής άδειας, που είχε επίπτωση στα συμφέροντά της, αν ήταν ψευδή ή παραπλανητικά και αν συνοδεύτηκαν με ψευδή ή μη γνήσια ή πλαστά αποδεικτικά στοιχεία, δεδομένου μάλιστα ότι οι πιο πάνω αιτήσεις, καταγγελίες κ.λπ.
κρίθηκαν ότι είναι βάσιμες, ύστερα από έλεγχο των αρμόδιων δικαστικών και διοικητικών οργάνων, χωρίς αυτά να αρκεστούν στους σχετικούς ισχυρισμούς της μισθώτριας, με την επισήμανση ότι στο πεδίο του αστικού δικαίου, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η ζημία του ενάγοντος δεν προέρχεται από την έκδοση της δικαστικής απόφασης που παρεμβάλλεται αλλά από την προηγούμενη επιλήψιμη ενέργεια του αντιδίκου (ΑΠ 1571/1987).
Η ασάφεια αυτή γίνεται περισσότερο έντονη από άλλη παραδοχή του Εφετείου, κατά την οποία στη σύνταξη του περιεχομένου 1) του ...-1-2009 εγγράφου του "...", στο οποίο η μισθώτρια στήριξε τις από 12-2-2009 και 30-4-2009 αιτήσεις της, ενώπιον του Αρείου Πάγου, για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για την απόδοση του μισθίου και την ...-3-2009 καταγγελία της στην Πολεοδομία για ανάκληση της ...2007 οικοδομικής άδειας και 2) της ...28-4-2009 απόφασης της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Β.Τ.
της Νομαρχίας Αττικής (που ανακάλεσε την ...2007 οικοδομική άδεια), δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή ή οποιασδήποτε μορφής ανάμειξη των εναγομένων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους και μάλιστα είτε ως υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης είτε ως ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση. Μόνο, σε σχέση με τις ...24-9-2007 και ...25-9-2007 καταγγελίες της μισθώτριας εταιρείας προς την Πολεοδομία για ακύρωση της ...2007 οικοδομικής άδειας, εξαιτίας της μη παραχώρησης στην κοινή χρήση, από την εκμισθώτρια, της εδαφικής λωρίδας των 6,50 μέτρων, εκτίθεται ότι 1) τούτο έγινε κατά παράβαση της σχετικής συμφωνίας της με την εκμισθώτρια, αφού η πρώτη είχε αξιώσει, επικαλούμενη αποφυγή διατάραξης της ασφάλειας του αύλειου χώρου του μισθίου, να μην καθαιρεθεί ο μαντρότοιχος με την επίμαχη συνέπεια και ότι την "ακυρότητα" αυτή επικαλέστηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στις 26-9-2007, για την απόκρουση της αγωγής αποδόσεως του μισθίου και 2) η ενέργεια του τότε αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της μισθώτριας Γ.
Γ., στις 25-9-2007, να παρεμποδίσει την καθαίρεση της περίφραξης που επιχειρήθηκε από συνεργείο της εκμισθώτριας αποσκοπούσε στην επιτυχή έκβαση των καταγγελιών ενώπιον της διοίκησης και των αιτήσεων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων που υπέβαλε η μισθώτρια για ακύρωση της οικοδομικής άδειας, εξαιτίας της προαναφερόμενης μη παραχώρησης στην κοινή χρήση της εδαφικής αυτής λωρίδας.
Όμως, οι ενέργειες αυτές έγιναν σε χρόνο που ίσχυε η πρώτη, εξάμηνης διάρκειας, ...-5-2007 άδεια κατεδάφισης που είναι νομικά αδιάφορη, καθόσον η ζημία της εκμισθώτριας συνίσταται στο ότι αναγκάστηκε, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ισχύος της δεύτερης ...16-7-2008 άδειας κατεδάφισης που ίσχυε, μετά την αναθεώρησή της, μέχρι 16-7-2009, να πετύχει την έκδοση της τρίτης ...9-11-2009 άδειας κατεδάφισης, ενώ, περαιτέρω, δεν εξηγείται γιατί η εκμισθώτρια επιμελήθηκε να εκδοθεί η δεύτερη αυτή άδεια, ενόσω ακόμη ίσχυε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών με το παραπάνω ......19-11-2007 έγγραφο.
Περαιτέρω, ως προς την αναιρεσείουσα της 360/2016 αναίρεσης Α. Σ. οι αποδιδόμενες σε αυτήν επιλήψιμες ενέργειες, δηλαδή η άσκηση α) της ...27-10-2008 αίτησης για ακύρωση της ...2007 οικοδομικής άδειας και, συνακόλουθα, της ...-10-2008 αίτησης αναστολής εκτέλεσης αυτής, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, από τις οποίες, η μεν πρώτη έγινε δεκτή, κατόπιν και της άσκησης του από 11-2-2010 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τη 1899/2010 απόφαση του δικαστηρίου αυτού (που ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση προς νέα κρίση), η δε δεύτερη απορρίφθηκε με τη 12/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, β) της ...2-2010 αίτησης ακυρώσεως της ...24-12-2009 απόφασης της Διευθύντριας Πολεοδομίας Β.Τ.
της Νομαρχίας Αττικής και της από 3-2-2010 αίτησης αναστολής της εκτέλεσης αυτής, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, οι οποίες απορρίφθηκαν με τις 1896/2010 και 77/8-3-2010 αποφάσεις του, αντίστοιχα) και γ) της .../1-6-2011 αίτησης ακυρώσεως της ...-4-2011 άδειας της Πολεοδομίας του Δήμου ... (με την οποία επανήλθε σε ισχύ η αρχική ...2007 οικοδομική άδεια) και της .../1-6-2011 αίτησης αναστολής εκτέλεσης αυτής, η οποία απορρίφθηκε με την 497/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν έχουν αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εξαιτίας της καθυστέρησης ανοικοδομήσεως του διώροφου κτηρίου - καταστήματος, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-4-2009 έως 28-12-2009.
Και τούτο, διότι οι αιτήσεις αυτές της εν λόγω αναιρεσείουσας (πλην της ...27-10-2008 αίτησης ακυρώσεως που έγινε δεκτή με τη 1899/2010 απόφαση του ΔΕφΑθ), όπως και οι υπόλοιπες αιτήσεις της μισθώτριας που παρατέθηκαν στη Γ’ σκέψη της παρούσας, δεν έγιναν δεκτές και, επομένως, δεν επηρέασαν την επίμαχη καθυστέρηση, ενώ η παραπάνω ...2008 αίτησή της που, τελικά, έγινε δεκτή με τη 1899/2010 απόφαση, ανάγεται σε χρόνο εκτός του επίδικου, από 1-4-2009 έως 28-12-2009, χρονικού διαστήματος και, ως εκ τούτου, αφού ευδοκίμησε σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν ασκεί έννομη επιρροή.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο, όπως έκρινε, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ και επίσης στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού περιέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης αυτής, όπως βάσιμα υποστηρίζουν με τους προαναφερόμενους λόγους οι αναιρεσείοντες των τριών αυτών αιτήσεων αναίρεσης.
Η) Μετά από αυτά: 1) πρέπει να απορριφθούν η πρώτη …2016 αίτηση αναίρεσης της "... ΑΕ" και ο πρόσθετος λόγος της, κατά το μέρος που στρέφονται κατά των 1ου, 2ου και 4ου έως και 8ης των αναιρεσιβλήτων και 2) αφού γίνουν δεκτές οι λοιπές τρεις αιτήσεις, κατά παραδοχή των πιο πάνω λόγων τους, καθώς και, αναπόφευκτα, του πρώτου λόγου, κατά το τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης που συνέχεται αναγκαστικά με το αναιρούμενο κεφάλαιο (ΑΠ Ολομ.10/2015), ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων (του δεύτερου πρόσθετου λόγου αυτών - από το άρθρο 578 ΚΠολΔ, καθώς και του δεύτερου λόγου της …2016 αναίρεσης του Ν.
Τ. - από το άρθρ. 559 αριθμ. 11γ’ του ίδιου Κώδικα), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, ως προς τα κεφάλαια που προεκτέθηκαν και ως προς τους παριστάμενους διαδίκους της παρούσας δίκης και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί 1) η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα "... ΑΕ", στο δημόσιο ταμείο και 2) η επιστροφή των παραβόλων, που έχουν καταθέσει οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες, σε αυτούς (άρθρ. 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη "... ΑΕ" που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αντιδίκων της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-5-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 αίτησης αναιρέσεως της "... ΑΕ", κατά το μέρος που αφορά στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. Α..
Συνεκδικάζει, κατά τα λοιπά, τις από α) 24-5-2016, β) 25-5-2016, γ) 25-5-2016 και δ) 23-5-2016 (με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...-5-2016, ...-5-2016, ...-5-2016 και ...-5-2016, αντίστοιχα) αιτήσεις, καθώς και τους αντίστοιχους, από 3-1-2017, 21-12-2016, 22-12-2016 και 13-12-2016 (με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...-2017, ...-12-2016, ...-12-2016 και ...-12-2016, αντίστοιχα), πρόσθετους λόγους αυτών, για αναίρεση της 810/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με τη 1803/2016 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Απορρίπτει την από 24-5-2016 (…2016) αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο αυτής λόγο της "... ΑΕ", κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου έως και όγδοης των αναιρεσιβλήτων.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα αυτή, στο δημόσιο ταμείο.
Δέχεται τις λοιπές τρεις αιτήσεις αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους αυτών.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους παριστάμενους διαδίκους της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες των παραβόλων που έχουν καταθέσει. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη "... ΑΕ" στα δικαστικά έξοδα α) των παριστάμενων πρώτου, δεύτερου, τέταρτου έως και όγδοης των αναιρεσιβλήτων της 343/2016 αναίρεσής της, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και β) των αναιρεσειόντων των λοιπών τριών αναιρέσεων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την κάθε αναίρεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ