Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on adverse possession and good faith acquisition of property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of First Instance's decision regarding property ownership. The lower court ruled that the appellant acquired the disputed land through adverse possession and good faith acquisition after holding it for over thirty years. The court rejected the appeal because the appellate court provided sufficient reasoning to support its finding of good faith based on the established facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate judgment is not subject to cassation if it contains full reasoning supporting the finding of good faith acquisition based on proven facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1275 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1275/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Κ. του Ν. και της Μ., 2) Μ. Φ. Κ., το γένος Γ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Λάρδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6103/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1016/2016 μη οριστική, 4712/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4712/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος την από 5-6-2012 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακινήτου εμβαδού 367,11 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικίας εμβαδού 78,78 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του ... και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους το αποδώσει.
Ζήτησαν, επίσης, να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης έγγραφης του ..., με την οποία φέρεται το ακίνητο ως ανήκον στο εναγόμενο, ώστε να καταχωρηθεί αυτό με το εμπράγματος δικαίωμά τους. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 6103/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής για την απόδοση του ακινήτου, έγινε δε δεκτή η αγωγή κατά τα υπόλοιπα αιτήματά της.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το εναγόμενο άσκησε την από 5-12-2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1016/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη 4712/2018 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ως νόμιμη την ένσταση του εναγομένου ότι το επίδικο είναι δασική έκταση και αιγιαλός, η οποία ένσταση είχε απορριφθεί ως αόριστη με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Ακολούθως το Δικαστήριο κράτησε και δίκασε την αγωγή και, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση του εναγομένου, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ ΑΠ 8/2005, Ολ ΑΠ 12/2005, ΑΠ 64/2019).
Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1958/2022, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τη συνταχθείσα επί της πραγματογνωμοσύνης με αριθμό πρωτοκ. ...
τεχνική έκθεση της δασολόγου του Δασαρχείου Πεντέλης Ε. Ξ., τεχνικής συμβούλου του ..., η οποία καταλήγει σε διαφορετικό πόρισμα σε σχέση με την έκθεση του πραγματογνώμονα ως προς το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το μη δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 13-12-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δασολόγου Η.
Α. και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές θα εκτεθούν στη συνέχεια, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική δύναμη του συγκεκριμένου εγγράφου και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14) 20 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3) του ΒΡΔ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν. 20.12 Πανδ. (5.8), ν. 27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα άλλου, όπως τούτο συμβαίνει όταν κάποιος κατέχει το πράγμα που του παραδόθηκε ατύπως και συνεπώς ακύρως από τον κύριο για να το κατέχει ως δικό του, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1054 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά τα άρθρα 64 και 65 ΕισΝΑΚ και επί χρησικτησίας που άρχισε πριν και δεν συμπληρώθηκε μέχρι της θέσεως του ΑΚ σε ισχύ, απαιτείται από τον χρησιδεσπόζοντα άσκηση διανοία κυρίου νομής πράγματος δεκτικού χρησικτησίας επί εικοσαετία.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976 και 1045 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία για τον συνυπολογισμό στο χρόνο νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος πράγμα κινητό ή ακίνητο, του χρόνου νομής του τελευταίου, για τη συμπλήρωση του από το νόμο αξιουμένου χρόνου νομής (εικοσαετίας), δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία (ειδική διαδοχή) αναγνωριζόμενη από τον ΑΚ, χωρεί με παράδοση, που γίνεται με τη βούληση του τέως νομέα (ΑΚ 976) και έχει την έννοια ότι σ' εκείνον που αποκτά μεταβιβάζεται η ίδια νομή, την οποία είχε και εκείνος που μεταβιβάζει και παραδίδει.
Σε περίπτωση που πρόκειται για συνυπολογισμό χρόνου χρησικτησίας, που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος κατά τη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και κατά ένα μέρος κατά τη διάρκεια ισχύος του ΒΡΔ, τότε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ, υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η 30ετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί ο ΑΚ και η 20ετία που καθορίζεται από αυτόν θα αρχίσει από την ισχύ τούτου, ήτοι από 23-2-1946.
Η επίκληση όμως του πριν από τον ΑΚ χρόνου χρησικτησίας θα γίνει με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου, δηλαδή η νομή να ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (ΑΠ 69/2018, ΑΠ 547/2018, ΑΠ 1642/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 12/2016, Ολ ΑΠ 10/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ε. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στις ...
στο υποθηκοφυλακείο ..., τόμος ... αριθμός …, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι Φ. και Μ. Κ., απέκτησαν κατά συγκυριότητα σε ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου έκαστος, με αγορά από τους Α. και Χ. Κ., ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 367,11 τ.μ., με την επ' αυτού οικία εμβαδού 78,78 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...
Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, το οποίο αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο προσαρτώμενο στο ως άνω συμβόλαιο από ... τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Β., που συνορεύει περιμετρικά, βόρεια με πρώην ιδιοκτησία Π. Κ. και στη συνέχεια με ιδιοκτησία Ι. Χ., νότια με ιδιοκτησία Π.
Μ. και στη συνέχεια Α. Σ., ανατολικά με παραλιακό ανάχωμα και δυτικά με την .... Το ως άνω αγροτεμάχιο 367,11 τ.μ. με το επ' αυτού κτίσμα 78,78 τ.μ. είχε περιέλθει στους άμεσους δικαιοπαρόχους των εφεσιβλήτων Α. και Χ. Κ. του Νικολάου και της Μ., κατά ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου εις έκαστον, συμπεριλαμβανόμενο στο παρακάτω ευρύτερο αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως ...
τ.μ., δυνάμει του υπ' αριθμ.... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Λ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο Κρωπίας, τόμος ..., με αγορά από τους Ε. και Α. Τ., ήτοι ένα ενιαίο αγροτεμάχιο εκτάσεως ... τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με παραλία θαλάσσης, δυτικά με ιδιοκτησία Α. Β., βόρεια με ιδιοκτησία Π.
Κ. και νότια με ιδιοκτησία Π. Μ., το οποίο χωρίστηκε σε δύο τμήματα από την εγκεκριμένη οδό Βραυρώνος, από τα οποία το ως άνω περιγραφόμενο επίδικο ανατολικό τμήμα, εκτάσεως 367,11 τ.μ., μεταβιβάστηκε στους ήδη εφεσίβλητους και το δυτικό (μη επίδικο) εντάχθηκε στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του .... Το πωληθέν αγροτεμάχιο εκτάσεως ...
τ.μ., στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το επίδικο (367,11 τ.μ.), είχε περιέλθει στους Ε. Τ. του Κ. και Α. Τ. του Ν. δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω συμβολαίου (...), οι τελευταίοι εν τοις πράγμασι συννέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως το πωληθέν αγροτεμάχιο (... τ.μ.) ως διαιρετό τμήμα ευρύτερου αγροτεμαχίου ήδη από το έτος ...
και το καλλιεργούσαν ως αμπέλι. Το εν λόγω αγροτεμάχιο των ... τ.μ., στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το επίδικο, είχε περιέλθει περιλαμβανόμενο στο ακόμη ευρύτερο αγροτεμάχιο εκτάσεως 3000 τ.μ., που περιγράφεται κατωτέρω, στα πέντε αδέλφια Κ., Α., Ι., Β. και Θ. Τ. του Ν., κατά ποσοστό συγκυριότητας ... αδιαιρέτου εις έκαστον, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Β., νομίμως μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο Κρωπίας, τόμος ..., με αγορά από τον απώτατη δικαιοπάροχο όλων, Ζ. σύζυγο Ν. Τ., το γένος Γ. Μ.. Η τελευταία, είχε αποκτήσει το επίδικο, συμπεριλαμβανόμενο στην ως άνω ευρύτερη έκταση των 3000 τ.μ., από κληρονομιά του από το έτος ...
αποβιώσαντος πατέρα της Γ. Μ., όπως ρητά αναφέρεται στο πωλητήριο συμβόλαιο ..., ασκούσε δε έκτοτε (...) πράξεις νομής μέχρι το έτος ... (χρόνο πώλησης στους Κ. και Α. Τ.) και ειδικότερα το καλλιεργούσε κυρίως ως αμπέλι. Το εν λόγω ευρύτερο αγροτεμάχιο, εκτάσεως 3000 τ.μ., το οποίο περιγράφεται στο προαναφερόμενο ...
συμβόλαιο με τον αριθμό …. ως αγρός κείμενος στη θέση "...", που συνορεύει ανατολικά με θάλασσα, δυτικά με Α. Μ., βόρεια με Χ. Κ. και νότια με Π. Μ., νεμόταν κατά τα παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά οι ως άνω αγοραστές Κ., Α., Ι., Β. και Θ. Τ., καλλιεργώντας το συστηματικά από το χρόνο αγοράς του (...) μέχρι το χρόνο θανάτου της ως άνω Θ.
Τ. (...), οπότε και έλαβε χώρα μεταξύ των ως άνω λοιπών αδελφών άτυπη διανομή του αγορασθέντος αγρού των 3000 τ.μ., δυνάμει της οποίας (διανομής), ο αγοραστής Α. Τ. και ο γιος του αγοραστή Κ. Τ., Ε., έλαβαν στην κατοχή τους και νέμονταν το ως άνω τμήμα αυτού, εκτάσεως ... τ.μ., κατά τα προαναφερθέντα, μέχρι το έτος ..., οπότε το πώλησαν και μεταβίβασαν στους άμεσους δικαιοπαρόχους των εφεσιβλήτων Α.
και Χ. Κ.. Ακολούθως, κατά τον κρίσιμο στην παρούσα δίκη χρόνο (...) προκειμένου να δύναται να αντιταχθεί κατά του ..., η απώτερη δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων Ζ. Τ.-Μ., είχε συμπληρώσει επί του ανωτέρω αγροτεμαχίου των 3000 τ.μ., στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο (367,11 τ.μ.), χρόνο συνεχούς τριακονταετίας καλόπιστης νομής, από το έτος ....
Με αυτό το δεδομένο αποδεικνύεται ότι οι εφεσίβλητοι έχουν καταστεί συγκύριοι κατά ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου έκαστος, του επιδίκου αγροτεμαχίου εμβαδού 367,11 τ.μ., δυνάμει του προαναφερομένου υπ' αριθμ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ε. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στις ... στο υποθηκοφυλακείο ..., τόμος 304 αριθμός …., διότι απέκτησαν αυτό από συγκυρίους, αφού η συγκυριότητα των άμεσων δικαιοπαρόχων τους (Α.
και Χ. Κ.) ανάγεται, κατά τα ως άνω αναλυτικά εκτιθέμενη αδιάλειπτη σειρά, σε κτήση κυριότητας από την απώτατη δικαιοπάροχο όλων Ζ. Τ.-Μ., με χρόνο τριακονταετούς καλόπιστης νομής συμπληρωμένο μέχρι και την ..., την οποία δύνανται να αντιτάξουν κατά του εκκαλούντος ..., απορριπτομένων των λόγων έφεσης, που αφορούν στη μη απόδειξη πράξεων νομής και μη έρευνας του στοιχείου της καλής πίστης στην πρωτόδικη απόφαση, τα οποία ορθά διαλαμβάνονται σε αυτήν.
Επί πλέον αποδεικνύεται ότι επί του επιδίκου αγροτεμαχίου έχει ανεγερθεί ισόγεια οικία επιφάνειας 78,78 τ.μ. πριν το έτος 1955, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Κοινότητας ... και ηλεκτροδοτείται νόμιμα από ..., σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της ΔΕΗ. Όπως δε προέκυψε από τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε με την υπ' αριθμ. 1016/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, του δασολόγου Η.
Α., το επίδικο ακίνητο είναι μη δασική έκταση, εκτός αιγιαλού σύμφωνα με το από το 1992 τοπογραφικό διάγραμμά και θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως καλλιεργούμενος αγρός. Εξ άλλου, με την υπ' αριθμ. 369/4-4-2006 απόφαση του Οργανισμού ... και ... Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) (ΦΕΚ 527/Β/27-4-2006) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ...
για το Δήμο ... και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του ... στην περιοχή αυτή η 27-4-2006. Στα ως άνω κτηματολογικά βιβλία το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο εκτάσεως 367,11 τ.μ. με την επ' αυτού οικία 78,78 τ.μ.) έχει καταχωριστεί με το ... ως γεωτεμάχιο εμβαδού 389 τ.μ. και φέρεται σε αυτά εσφαλμένως ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου ..., αμφισβητουμένης με τον τρόπο αυτό από το τελευταίο της συγκυριότητας των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων".
Στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως εκτέθηκε ανωτέρω, κρίνοντας ορισμένη και νόμιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε πρωτοδίκως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι το επίδικο αποτελεί δασική έκταση και αιγιαλό, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αόριστη, έκανε δεκτό το σχετικό λόγο της έφεσης του εναγομένου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση.
Ακολούθως δε, κράτησε και δίκασε την αγωγή και αφού, όπως επίσης προαναφέρθηκε, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την πιο πάνω ένσταση του εναγομένου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, όπως εν μέρει την δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, διατείνεται ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων Α. και Χ. Κ. δεν απέκτησαν με παράγωγο τρόπο το επίδικο ακίνητο από τους Ε. και Α. Τ., καθόσον οι τελευταίοι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συννέμονταν την ευρύτερη έκταση, εντός της οποίας περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση ως διαιρετό τμήμα ευρύτερου γεωτεμαχίου, από το ....
Επιπλέον ισχυρίζεται ότι μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) δεν συμπληρώθηκε τριακονταετής νομή επί του επιδίκου, ενώ από την εισαγωγή του ΑΚ μέχρι τη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου στους ανωτέρω άμεσους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων το έτος ..., δεν συμπληρώθηκε η εικοσαετής χρησικτησία του άρθρου 1045 ΑΚ, με αποτέλεσμα αυτοί να μην έχουν καταστεί κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1045 ΑΚ και 64 ΕισΝΑΚ, καθώς δέχθηκε περαιτέρω, ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο από τους Α. και Χ. Κ., οι οποίοι δεν είχαν καταστεί κύριοι του επιδίκου ακινήτου. Ωστόσο, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη και τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η συννομή των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων Ε.
Τ. και Α. Τ. επί του επιδίκου ακινήτου άρχισε το έτος ..., η τριακονταετής νομή του ΒΡΔ συμπληρώθηκε το έτος 1950, δεδομένου ότι, με το συνυπολογισμό του χρόνου που είχε διαρρεύσει πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), υπολειπόταν προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών.
Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι ανωτέρω απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1045 ΑΚ και 64 ΕισΝΑΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 110/2023, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο και με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, καθώς δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύονται καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι στο πρόσωπο του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Γ.
Μ. συνέτρεχε κατά το χρόνο έναρξης πράξεων νομής από αυτόν επί της μείζονος έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο γεωτεμάχιο, το στοιχείο της καλής πίστης περί μη προσβολής δικαιωμάτων τρίτων και ειδικά του Δημοσίου για την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Και αυτό γιατί, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, επί καθολικής διαδοχής, κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ δικαίου, ο κληρονόμος συνέχιζε την έννομη κατάσταση της χρησικτησίας του κληρονομουμένου επί του πράγματος και συνεπώς η καλή πίστη έπρεπε να συντρέχει στο πρόσωπο του κληρονομουμένου και στην προκειμένη περίπτωση στο πρόσωπο του Γ.
Μ.. Ότι επίσης, δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση καθόλου περιστατικά, από τα οποία να δύναται να συναχθεί η συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης, υπό την προεκτεθείσα έννοια, στο πρόσωπο της απώτατης δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ζ. Τ.-Μ., καθώς το Εφετείο αρκέστηκε στην αόριστη και γενικόλογη αναφορά περί της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστης στο πρόσωπο αυτής.
Επί των αιτιάσεων αυτών του αναιρεσείοντος πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά την πρώτη ως άνω αιτίαση, αυτή είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, το Εφετείο δεν θεμελίωσε τη βασιμότητα της αγωγής στη χρησικτησία του Γ.
Μ. επί του επιδίκου και επομένως στα στοιχεία που τη συγκροτούν, όπως αυτό της καλής πίστης. Αντίθετα, δέχθηκε ότι η απώτατη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ζ. σύζυγος Ν. Τ., το γένος Γ. Μ., είχε αποκτήσει την ευρύτερη έκταση των 3.000 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος ...
πατέρα της Γ. Μ. και ότι έκτοτε ασκούσε στην έκταση αυτή τις αναφερόμενες πράξεις νομής με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μείζον της τριακονταετίας, καταστάσα έτσι κυρία της έκτασης αυτής με έκτακτη χρησικτησία και ότι στη συνέχεια μεταβίβασε κατά κυριότητα την έκταση αυτή με το ... συμβόλαιο πώλησης στους αδελφούς Κ., Α., Ι., Β.
και Θ. Τ. του Ν., κατά ποσοστό ... αδιαίρετου στον καθένα. Δεν δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο ότι η Ζ. Μ. κατέστη κυρία της ανωτέρω έκτασης με καθολική διαδοχή και με συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα της στο δικό της χρόνο νομής, ώστε να απαιτείται στην περίπτωση αυτή να αναφέρεται στην απόφαση ότι ο κληρονομούμενος είχε τα προσόντα της χρησικτησίας και συγκεκριμένα νομή με καλή πίστη επί του ακινήτου, όπως τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-4), ν. 6 πρ.
πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, πανδ. (18-1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) (ΑΠ 1189/2010). Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε στην πιο πάνω μείζονα σκέψη και σύμφωνα με τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις του ΒΡΔ, ως καλή πίστη νοείται η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, το γεγονός δε αυτό συνάγει το δικαστήριο της ουσίας από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης (ΑΠ 166/2023, ΑΠ 946/2021, ΑΠ 69/2018, ΑΠ 102/2010).
Στην προκειμένη δε περίπτωση, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η Ζ. Μ. απέκτησε την ευρύτερη έκταση των 3.000 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, από κληρονομιά του πατέρα της Γ. Μ. και ότι ασκώντας επ' αυτής τις αναφερόμενες πράξεις νομής επί συνεχή τριακονταετία και πλέον, με καλή πίστη, κατέστη κυρία της έκτασης αυτής με έκτακτη χρησικτησία, σε συνδυασμό και με το σύνολο των παραδοχών της, προκύπτει ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης, με την έννοια που προεκτέθηκε, στο πρόσωπο της Ζ.
Μ., την οποία συνήγαγε από τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασής του. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τη δεύτερη ως άνω αιτίαση του τρίτου λόγου της αναίρεσης είναι αβάσιμα. Κατά συνέπεια τούτων και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία, ωστόσο, θα επιδικαστούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2020 αίτηση του ... για αναίρεση της 4712/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ