Supreme Court dismisses appeal against municipal enterprise judgment, ruling the lawsuit was vague due to missing defendant identification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance judgment involving a municipal enterprise and a private company. The court found the original lawsuit vague because it failed to specify the necessary elements for the defendant's legal standing. Consequently, the court set aside the appealed decision, accepted the appeal, and dismissed the plaintiff's claim as legally insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 277(1), 277(5) of Presidential Decree 410/1995; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: Municipal enterprises are private law entities, and if a lawsuit lacks specific details regarding the defendant's legal standing, the court must dismiss the claim as vague rather than remand it for further proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1273 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1273/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα .
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ .....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νίκη Χριστοφοράτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη Δημοτική Κοινότητα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σπανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 277 του ΠΔ 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας", οι δημοτικές επιχειρήσεις που μπορούν να συνιστούν οι δήμοι για την επίτευξη ορισμένων σκοπών, αναφερομένων στις ανωτέρω διατάξεις (εκτέλεση έργων για την εξυπηρέτηση του κοινού και την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών, παραγωγή αγαθών ή παροχή υπηρεσιών με σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού...), αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτόν το νόμο. Κατά την παράγραφο1 του άρθρου 280 του ιδίου προεδρικού διατάγματος, η διαχείριση των επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση. Κατά δε την παράγραφο 9 του άρθρου 291 του αυτού ως άνω προεδρικού διατάγματος και την παράγραφο 1 περίπτωση ε' του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, οι δημοτικές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στους φορείς του δημοσίου τομέα της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982.
Συνεπώς, από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ούτε ειδικότερα οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των οργανισμών αυτών (ΟΤΑ) επιχειρήσεις, που λειτουργούν υπό τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΟΛΣτε108/1991, ΑΠ841/2018), και ως εκ τούτου δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτές οι διατάξεις των άρθρων 84 του ΝΔ321/1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και των άρθρων 41,42 και 43 του ν.496/1974, που επιβάλλουν, προκειμένου για συμβάσεις με το Δημόσιο ή με ΝΠΔΔ, την υποβολή των συμβάσεων στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου επί ποινή ακυρότητος.
Κατ' ακολουθίαν, σ' αυτές τυγχάνουν εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου, όπως ισχύουν για κάθε επιχείρηση του ιδιωτικού τομέα (ΑΠ628/2015)), και επομένως οι με αυτές καταρτιζόμενες συμβάσεις είναι κατά κανόνα άτυπες (ΑΚ158) και μπορούν να συναφθούν προφορικά, ακόμη και σιωπηρά. Περαιτέρω, ο μετέπειτα ισχύσας Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α' 114/8-6-2006), ορίζει στο άρθρο 269 ότι: "1.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως τις 31.12.2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν προσαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση. 2.
Υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις του άρθρου 277 του π.δ.410/1995 του ίδιου Δήμου ή Κοινότητας είναι δυνατόν να συγχωνευθούν έως 31.12.2007 κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 263" και στο άρθρο 270 παρ. 1 ότι: "Επιχειρήσεις των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου εξακολουθούν μέχρι τη συγχώνευση, λύση ή μετατροπή τους να διέπονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του Π.Δ.410/1995".
Επίσης, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 17 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234) ορίζεται ότι: "Οι προθεσμίες των παραγράφων 1, 2 και 8 του άρθρου 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 21 του Ν. 3731/2008 (ΦΕΚ 263 Α'), παρατείνονται από τη λήξη τους μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2010". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο νεώτερος αυτός Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας παρέχει τη δυνατότητα στους Ο.Τ.Α.
α' βαθμού να προσαρμόσουν το καταστατικό των επιχειρήσεων που έχουν συστήσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του, μέχρι 31.12.2007 (και ήδη μέχρι 31.12.2010), άλλως λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση, ενώ μέχρι τότε εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Π.Δ410/1995 (βλ. Ελ.Συν.32./2010 Πράξη-Τμ. V
ΙΙ). Δηλαδή, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη δημοσίευση του Ν. 3463/2006 μέχρις ότου οι υφιστάμενες αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις του άρθρου 277 του Π.Δ410/1995, συγχωνευθούν (όπου προβλέπεται), λυθούν ή μετατραπούν, με απώτατο χρονικό όριο την 31ης Δεκεμβρίου 2010, αυτές εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 277 - 291 του Π.Δ. 410/1995 και όχι από αυτές του Ν.3463/2006, με συνέπεια να μην τυγχάνει εφαρμογής στις ως άνω αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις, η διάταξη του άρθρου 257 παρ. 2 του Ν.3463/2006, σύμφωνα με την οποία "Η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης των έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών των κοινωφελών επιχειρήσεων, καθώς και η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου διενεργείται σύμφωνα με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις που ισχύουν για τους Ο.Τ.Α.".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 284 εδ. β'του π.δ.410/1995. Μετά την εκκαθάριση της περιουσίας της επιχείρησης όσα περιουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι μετά τη λύση της δημοτικής επιχείρησης ο Δήμος ή η Κοινότητα που την έχουν συστήσει δεν καθίστανται καθολικοί διάδοχοι αυτής (με την έννοια της υπεισέλευσης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της), αλλά αντίθετα η δημοτική επιχείρηση μετά τη λύση της τίθεται υπό εκκαθάριση και ότι συνακόλουθα μέχρι να περαιωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει (αρθ.72 εδ.β ΑΚ), μόνο δε με το πέρας της εκκαθάρισης και μόνον εφόσον απομένουν περιουσιακά της στοιχεία, αυτά περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την έχει συστήσει (ΑΠ2005/2017) Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του αρθρ. 283 του ν. 3852/2010"...
Οι δήμοι που συνιστώνται με το άρθρο 1 υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας τους και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δήμων και κοινοτήτων που συνενώνονται, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συνεργασίες.
Οι εκκρεμείς δίκες, στις οποίες διάδικο μέρος είναι ΟΤΑ πρώτου βαθμού που συνενώνεται, συνεχίζονται από το νέο δήμο αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για καθεμία από αυτές." Εξάλλου, ειδικά ως προς τις επιχειρήσεις των συνενούμενων Δήμων προβλέφθηκε στην παρ. 1 του αρ. 107 του νόμου αυτού ότι "Επιχειρήσεις δήμων.
Ι. Οι δήμοι μπορεί να έχουν μόνον: α) μία κοινωφελή επιχείρηση β) μία δημοτική - επιχείρηση ύδρευσης αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.), γ) μία επιχείρηση με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού, εφόσον λειτουργούσαν αντίστοιχες στους συνενούμενους δήμους, και δ) μία δημοτική ανώνυμη εταιρία του άρθρου 266 του Κ.Δ.Κ., εφόσον είχαν συσταθεί τέτοιες εταιρίες στους συνενούμενους δήμους,......", ενώ με το επόμενο άρθρο 108 και στην παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "Οι δήμοι που προκύπτουν από συνένωση υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας τους, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των συνενούμενων δήμων και κοινοτήτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών, καθώς και στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν υπογράψει, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι συμβάσεις εργασίας ή έργου μέχρι τη λήξη τους", κατά δε το άρθρο 109 παρ. 7 του ίδιου νόμου, όπως η παρ. 7 προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 6 του Ν.3938/2011, "Σε περίπτωση λύσης κοινωφελούς επιχείρησης ή ...
ή ανώνυμης εταιρείας ΟΤΑ, της οποίας ποσοστό τουλάχιστον ίσο με το 90% του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στον οικείο ΟΤΑ, και ανάληψης των δραστηριοτήτων της από τον οικείο ΟΤΑ ή από Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου αυτού, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, μεταφέρεται στον αντίστοιχο φορέα, με την ίδια σχέση εργασίας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου...
Οφειλές των ανωτέρω επιχειρήσεων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τρίτους, περιλαμβανομένων και δεδουλευμένων αποδοχών του μεταφερόμενου προσωπικού τους, μπορούν να καταβάλλονται από τον οικείο Δήμο μετά από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.
Οι ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται αναλογικά και για οφειλές αμιγών επιχειρήσεων του π.δ. 410/1995που λύθηκαν, καθώς και για οφειλές ανωνύμων εταιρειών και αναπτυξιακών, των οποίων οι εταίροι είναι αποκλειστικά ΟΤΑ ή και νομικά τους πρόσωπα, εφόσον τελούν υπό εκκαθάριση μέχρι τις 31.12.2012".
Με το άρθρο 46 παρ. 2 του Ν.4257/2014, η προθεσμία αυτής παρατάθηκε μέχρι τις 30.6.2015. Εξ άλλου, ειδικά ως προς τις οφειλές των επιχειρήσεων αυτών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, με το Ν. 4047/2012 (άρθρο 2), καθίσταται υποχρεωτική η ανάληψη τέτοιων οφειλών από τους Δήμους που τις συνέστησαν, προκειμένου η εξόφλησή τους να εξασφαλισθεί μέσω συμψηφισμού με τα έσοδα του Δήμου από τους κεντρικούς κρατικούς πόρους, ενώ για τις οφειλές των επιχειρήσεων αυτών προς τους τρίτους, εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 109 παρ. 7 του Ν.3852/2010 και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δημοτικού Συμβουλίου να αποφασίσει με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, την ανάληψη και εξόφληση τέτοιων οφειλών προς τους τρίτους, λαμβάνοντας υπόψη πάντα τις οικονομικές δυνατότητες του ίδιου Δήμου (άρθρο 109 παρ. 7β' του Ν. 3852/ 2010 σε συνδυασμό προς το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012 (ΦΕΚ 31 Α' ).
Κατά συνέπεια, ο οικείος Δήμος δεν καθίσταται άνευ άλλου τινός διάδοχος των προς τρίτους υποχρεώσεων δημοτικής επιχειρήσεως που λύθηκε, αλλά απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των μελών του δημοτικού συμβουλίου. Πράγματι, αν η βούληση του νομοθέτη ήταν η αυτοδίκαιη διαδοχή του οικείου Δήμου στις προς τους τρίτους υποχρεώσεις δημοτικής επιχείρησης που λύθηκε, τότε δεν θα είχε δικαιολογητικό λόγο η θέσπιση της ως άνω διατάξεως.
Άλλωστε, οι δανειστές της επιχειρήσεως που συμβλήθηκαν με αυτή πριν την ψήφιση του Ν.3852/2010, απέβλεψαν αποκλειστικά στην περιουσία της αντισυμβαλλόμενης δημοτικής επιχειρήσεως για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους και ανέλαβαν τον αντίστοιχο (επιχειρηματικό) κίνδυνο και συνεπώς δεν υφίσταται δικαιολογημένη και άξια προστασίας προσδοκία για την ικανοποίησή τους απευθείας από τον οικείο Δήμο (ΑΠ 1846/2017).
Σε καμία περίπτωση, με την παρ. 1 του άρθρου 108 του Ν.3852/2010 δεν εννοείται ότι οι νεοσύστατοι Δήμοι υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ίδιων των επιχειρήσεων έναντι τρίτων. Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις σχέσεις μεταξύ των καταργούμενων Δήμων και των επιχειρήσεων που είχαν συστήσει (π.χ.
μετοχικό κεφάλαιο, τυχόν εκκρεμείς συμβάσεις κ.λπ.) και όχι σε αυτά που οι ίδιες οι επιχειρήσεις είχαν προς τρίτους. (ΑΠ841/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟΛΑΠ25/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 κατά τη νοηματική του έννοια, δηλ. ισχυρίζεται ότι στην αγωγή δεν περιλαμβάνονταν τα απαραίτητα στοιχεία για την παθητική του νομιμοποίηση ως προς το κονδύλιο των 19.286,91 ευρώ, που αποτελούσε οφειλή της ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ του πρώην Δήμου ....., του οποίου διάδοχος είναι ο Δήμος ....., τον ισχυρισμό δε αυτόν είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο εφέσεως.
Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι η ενάγουσα αναιρεσίβλητη ισχυριζόταν τα εξής: "...Β Κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-2007 μέχρι και 13-9-2007, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας και παραγγελίας του Γ. Α., Προέδρου της "... (....)" του Δήμου … που έδρευε στο ..., με τον οποίο συνεργαζόμασταν, επικαλούμενος κατεπείγουσα ανάγκη, λόγω εκτέλεσης έργου και ότι ήταν αδύνατη η τήρηση των προθεσμιών και η διαδικασία περί προμήθειας υλικών των Ο.Τ.Α., πουλήσαμε και παραδώσαμε στην ανωτέρω .... τα ως κατωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενα υλικά, με επίσημα τιμολόγια και μας υποσχέθηκε ότι μέχρι 31-12- 2006 θα μας εξοφλούσε, χωρίς μέχρι σήμερα να μας καταβάλει το τίμημα αυτών..". Περαιτέρω, αναφέρεται στην αγωγή ότι για τα ως άνω εμπορεύματα, αξίας 19.285,91 ευρώ, εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια για το χρονικό διάστημα από 22-5-2007 έως 13-9-2007, καθώς και ότι αρνείται ο εναγόμενος, καίτοι παρέλαβε τα άνω εμπορεύματα να καταβάλει την αξία τους. Προκειμένου δε να ιδρυθεί η παθητική νομιμοποίηση του Δήμου ..... στην αγωγή αναφέρεται ότι "Επειδή ο εναγόμενος Δήμος .... με βάση το άρθρο 1 ν.3852/2010 είναι καθολικός διάδοχος των Δήμων .... και ... στους οποίους υπάγονται οι ... και ...οι οποίες αγόρασαν τα ανωτέρω υλικά από το κατάστημά μας για την εκτέλεση των έργων υποχρεούται να μας καταβάλει το συνολικό ποσό των 75563,94 ...ευρώ...,δηλ.19.286,91 + 31527,68 ευρώ.
Από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος τόσο ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτός προέβαλε τον ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ως προς την παθητική του νομιμοποίηση. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε τα εξής: "...Η εφεσίβλητη στην με αριθμό κατάθεσης 100/2012 αγωγής της επικαλείται ότι για την απαίτηση που περιγράφεται στο κεφάλαιο Β (ενν. το ποσό των 19.285,91 ευρώ) της εν λόγω αγωγής, τα οποία αφορούν συναφθείσες συμβάσεις της αντιδίκου με την "Αναπτυξιακή Τεχνική Επιχείρηση" του πρώην Δήμου ...., υπόχρεος για την απόδοσή τους είναι ο Δήμος .... ως καθολικός διάδοχος του πρώην Δήμου ..., χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στην εν λόγω αγωγή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την βάση της παθητικής νομιμοποίησής μας, και συγκεκριμένα δεν γίνεται καμιά αναφορά πως την Αναπτυξιακή Τεχνική Επιχείρηση του πρώην δήμου .... διαδέχθηκε ως καθολικός διάδοχος ο πρώην δήμος ...... για να νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση αγωγή ο Δήμος ...... Κατά συνέπεια η εν λόγω αγωγή ως προς το κεφάλαιο Β' είναι απαράδεκτη λόγω νομικής αοριστίας τόσο ως προς την κύρια βάση της όσο και ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, της αοριστίας μάλιστα αυτής μη δυνάμενης να θεραπευτεί είτε με τις προτάσεις της αντιδίκου είτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης...".
Η προσβαλλομένη απόφαση για το άνω ζήτημα δέχθηκε τα εξής: "... η υπό κρίση αγωγή ορθά απευθύνεται κατά του εναγόμενου Δήμου ως καθολικού εκ του νόμου διαδόχου (αρθ. 1 ν.3852/2010) των δημοτικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στην αγωγή, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου της έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου".
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν έπρεπε να αναγράφεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ότι η άνω δημοτική επιχείρηση λύθηκε, τέθηκε σε εκκαθάριση, υπήρξε περιουσία μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, και ο Δήμος ... με απόφαση του ΔΣ αυτού κατά απόλυτη πλειοψηφία ανέλαβε την καταβολή της οφειλής αυτής, έτσι ώστε ο Δήμος ....., ως διάδοχος αυτού να νομιμοποιείται για την άνω οφειλή, αφού ως προαναφέρθηκε ο τελευταίος δεν νομιμοποιείται για τις οφειλές των δημοτικών επιχειρήσεων των δήμων που συγχωνεύτηκαν σ' αυτόν προς τρίτους. Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων που αφορούν το κεφάλαιο αυτό της αγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν4335/2015 "κατ` εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559.
Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής σχετικά με το κεφάλαιο που αφορά την οφειλή από εμπορεύματα αξίας 31.527,68 ευρώ, που πώλησε και παρέδωσε η ενάγουσα εταιρία κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-2001 έως 13-11-2001 και από 28-2-2002 μέχρι3-10-2002 στην "Αναπτυξιακή Τεχνική Επιχείρηση Δήμου ... (....)" του Δήμου ..., που έδρευε στο ..., αναφέρονται τα εξής: "Α) Κατά τα χρονικά διαστήματα από 20-7-2001 μέχρι και 13-11-2001 και από 28-2-2002 μέχρι και 3-10-2002, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας και παραγγελίας του Γ.
Α., Προέδρου της "... (....)" του Δήμου ..., που έδρευε στο ..., με τον οποίο συνεργαζόμασταν επικαλούμενος κατεπείγουσα ανάγκη, λόγω εκτέλεσης έργου και ότι ήταν αδύνατη η τήρηση των προθεσμιών και η διαδικασία περί προμήθειας υλικών των Ο.Τ.Α., πουλήσαμε και παραδώσαμε στην ανωτέρω .... τα ως κατωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενα υλικά, με επίσημα τιμολόγια και μας υποσχέθηκε ότι μέχρι 31-12-2006 θα μας εξοφλούσε, χωρίς μέχρι σήμερα να μας καταβάλει το τίμημα αυτών".
Στη συνέχεια παρατίθενται τα τιμολόγια, η αξία και ο χρόνος έκδοσής τους, καθώς και ότι αρνείται ο εναγόμενος, καίτοι παρέλαβε τα άνω εμπορεύματα να καταβάλει την άνω αξία τους, προκειμένου δε να ιδρυθεί η παθητική νομιμοποίηση του Δήμου ..... στην αγωγή αναφέρεται ότι "Επειδή ο εναγόμενος Δήμος ..... με βάση το άρθρο 1ν3852/2010 είναι καθολικός διάδοχος των Δήμων ...
και ... στους οποίους υπάγονται οι ... και ...οι οποίες αγόρασαν τα ανωτέρω υλικά από το κατάστημά μας για την εκτέλεση των έργων, υποχρεούται να μας καταβάλει το συνολικό ποσό των 75.563,94 ...ευρώ...
Η προσβαλλομένη απόφαση για το άνω ζήτημα δέχθηκε τα εξής: "... η υπό κρίση αγωγή ορθά απευθύνεται κατά του εναγόμενου Δήμου ως καθολικού εκ του νόμου διαδόχου (αρθ. 1 ν.3852/2010) των δημοτικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στην αγωγή..." Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έπρεπε να αναγράφεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ότι η άνω δημοτική επιχείρηση λύθηκε, τέθηκε σε εκκαθάριση, υπήρξε περιουσία μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, και ο Δήμος ...
με απόφαση του ΔΣ αυτού κατά απόλυτη πλειοψηφία ανέλαβε την καταβολή της οφειλής αυτής, έτσι ώστε ο Δήμος ..... ως διάδοχος αυτού, να νομιμοποιείται για την άνω οφειλή, αφού όπως προαναφέρθηκε, ο τελευταίος δεν νομιμοποιείται για τις οφειλές των δημοτικών επιχειρήσεων των δήμων που συγχωνεύτηκαν σ' αυτόν προς τρίτους.
Εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που εξετάζεται κατ'άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, δεδομένου ότι ανάγεται σε σφάλμα συναγόμενο από την ίδια την απόφαση (αρθ.562 παρ.2β ΚΠολΔ) και προς εξυπηρέτηση της απονομής του δικαίου, αφού δεν είναι ορθό να μένει άθικτη νομικά εσφαλμένη απόφαση εξαιτίας του ότι δεν προτάθηκε ο προσήκων λόγος αναίρεσης (ΑΠ35/2019, ΑΠ1447/2002), πρέπει να αναιρεθεί η άνω απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης για το σχετικό κεφάλαιο, γιατί καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός.
Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΑΠ25/2001).
Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής, ότι η αγωγή, ως προς τα κεφάλαια τα οποία εζητείτο η αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, είναι αόριστη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται τα απαραίτητα στοιχεία για την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως.
Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, να κρατηθεί και δικασθεί η έφεση του αναιρεσείοντος από το παρόν δικαστήριο, το οποίο και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την αοριστία της αγωγής και να δεχθεί την έφεση του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτός ζητεί την απόρριψη της αγωγής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος αυτό, ακολούθως δε να απορριφθεί ως αόριστη κατά το ίδιο μέρος η αγωγή της ενάγουσας εταιρίας.
Τέλος, θα πρέπει να συμψηφιστούν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (αρθ. 179, 183 ΚΠολ) για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 169/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Κρατεί και δικάζει επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 136/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Δέχεται την έφεση αυτή.
Εξαφανίζει κατά το μέρος αυτό την 136/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου
Δικάζει κατά το μέρος αυτό την από 2-5-2012 αγωγή.
Απορρίπτει ως αόριστη κατά το μέρος αυτό την αγωγή.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας διαδικασίας
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ