Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment due to inadmissible grounds and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court failed to examine the legality of the municipal council's decision and provided insufficient reasoning regarding evidence. The court rejected these claims as inadmissible or because they did not constitute valid grounds for cassation under the relevant procedural code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 271-274 of the Municipal and Communal Code; Article 560 of the Code of Civil Procedure: Appeals against first-instance judgments are inadmissible if they challenge facts already fully analyzed or cite procedural defects not listed in the statutory grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 841/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοκκονό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 5.7.2016, με αρ. .../13.3. 2016, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 129/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, που δίκασε ως Εφετείο έφεση του αναιρεσιβλήτου ... κατά της υπ’ αριθμ. 68/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών και απέρριψε, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τον τέταρτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ....
Σύμφωνα με το άρθρο 271 παρ. 1 του ΠΔ 323/1989 "Δημοτικός Κοινοτικός Κώδικας", "Δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις συνεταιριστικού χαρακτήρα συνιστώνται από έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης και φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 260 και τη νομοθεσία που ισχύει κάθε φορά για τους συνεταιρισμούς", κατά δε το άρθρο 272 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ, "Οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τοπικές ενώσεις δήμων και κοινοτήτων μπορούν να συνιστούν ανώνυμες εταιρείες με συνεταιρισμούς σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 260 και τη νομοθεσία για τις ανώνυμες εταιρείες", ενώ κατά το άρθρο 273 παρ. 1 εδ.
α’ του ίδιου ΠΔ "Δημοτικές εταιρείες λαϊκής βάσης συνιστώνται από φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, συνεταιρισμούς και άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 260 και τη νομοθεσία που ισχύει για τις ανώνυμες εταιρείες και τις παρακάτω διατάξεις". Τέλος, κατά το άρθρο 274 παρ. 1 του ίδιου Π.Δ. "Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, εκτός από τις αμιγείς δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης θεωρούνται και αυτές που συνιστώνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 271, 272, 273 και οι:
α) ανώνυμες εταιρείες που συνιστώνται μόνο από φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και στις οποίες μπορούν να συμμετάσχουν και φορείς του δημόσιου τομέα με κοινές μετοχές που αντιπροσωπεύουν, αθροιστικά, μέχρι το είκοσι στα εκατό του κεφαλαίου, β) επιχειρήσεις στις οποίες φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης διατηρούν πάντοτε κοινές μετοχές ή μερίδια που αντιπροσωπεύουν αθροιστικά τουλάχιστον το τριάντα πέντε στα εκατό του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου και μαζί με συνεταιρισμούς διατηρούν πάντοτε την πλειοψηφία των μετοχών ή μεριδίων".
Ακολούθως ο νέος κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων ΠΔ 410/1995 (ΦΕΚ Α’ 231) στο άρθρο 277 όριζε ότι: "Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν δικές τους επιχειρήσεις ή να μετέχουν σε επιχειρήσεις που συνιστούν με άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις που ήδη υπάρχουν: α) για την εκτέλεση έργων που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, καθώς και για την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών, β) για την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, γ) την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων" (παρ. 1). "Η ευθύνη του Δήμου ή της Κοινότητας που συνιστά ή συμμετέχει σε επιχείρηση του άρθρου 285 περιορίζεται στη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο της επιχείρησης" (παρ. 7).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 280 παρ. 1 του ως άνω π.δ., "η διαχείριση των επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση", ενώ κατά το άρθρο 281 παρ. 1 αυτού, η ταμειακή υπηρεσία, των επιχειρήσεων είναι ανεξάρτητη από τη δημοτική ή την κοινοτική και στο άρθρο 287 ότι: "Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 277 έως 285...." (παρ. 1).
Κατά τα λοιπά, στις επιχειρήσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 277 - 285 εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της αστικής και εμπορικής νομοθεσίας (παρ. 2). Στον ισχύοντα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006) ορίζονται τα εξής: Με το άρθρο 252 παρ. 1 και 3 ότι: "Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις.
Οι επιτρεπόμενες μορφές των επιχειρήσεων αυτών είναι οι εξής: α) δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, β) Ανώνυμες εταιρείες ΟΤΑ" (παρ. 1). "Οι Ανώνυμες εταιρείες ΟΤΑ συνιστώνται είτε μόνο από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες, είτε... Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920" (παρ. 3).
Στο άρθρο 260 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: "Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση" (παρ. 1). "Ο Δήμος και η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων" (παρ. 5), ενώ στο άρθρο 265 ορίζεται ότι "Δήμοι ή Κοινότητες...
δύνανται να συνιστούν Ανώνυμες Εταιρείες οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας (παρ. 1) (ΑΠ 628/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 108 παρ. 1 του Ν. 3852/2010: "ΟΤΑ: Αρμοδιότητες ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ - Εκλογές, Μητρ. Περιφέρεια κ.λπ.". "Οι Δήμοι που προκύπτουν από συνένωση υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας τους, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των συνενούμενων δήμων και κοινοτήτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών, καθώς και στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν υπογράψει, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι συμβάσεις εργασίας ή έργου μέχρι τη λήξη τους", κατά δε το άρθρο 109 παρ. 7 του ίδιου νόμου, όπως η παρ. 7 προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 6 του Ν. 3938/2011, "Σε περίπτωση λύσης κοινωφελούς επιχείρησης ή ...
ή ανώνυμης εταιρείας ΟΤΑ, της οποίας ποσοστό τουλάχιστον ίσο με το 90% του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στον οικείο ΟΤΑ, και ανάληψης των δραστηριοτήτων της από τον οικείο ΟΤΑ ή από Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου αυτού, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, μεταφέρεται στον αντίστοιχο φορέα, με την ίδια σχέση εργασίας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου...
Οφειλές των ανωτέρω επιχειρήσεων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τρίτους, περιλαμβανομένων και δεδουλευμένων αποδοχών του μεταφερόμενου προσωπικού τους, μπορούν να καταβάλλονται από τον οικείο Δήμο μετά από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.
Οι ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται αναλογικά και για οφειλές αμιγών επιχειρήσεων του π.δ. 410/1995 που λύθηκαν, καθώς και για οφειλές ανωνύμων εταιρειών και αναπτυξιακών, των οποίων οι εταίροι είναι αποκλειστικά ΟΤΑ ή και νομικά τους πρόσωπα, εφόσον τελούν υπό εκκαθάριση μέχρι τις 31.12.2012".
Με το άρθρο 46 παρ. 2 του Ν. 4257/2014, η προθεσμία αυτής παρατάθηκε μέχρι τις 30.6.2015. Εξ άλλου, ειδικά ως προς τις οφειλές των επιχειρήσεων αυτών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, με το Ν. 4047/2012 (άρθρο 2), καθίσταται υποχρεωτική η ανάληψη τέτοιων οφειλών από τους Δήμους που τις συνέστησαν, προκειμένου η εξόφλησή τους να εξασφαλισθεί μέσω συμψηφισμού με τα έσοδα του Δήμου από τους κεντρικούς κρατικούς πόρους, ενώ για τις οφειλές των επιχειρήσεων αυτών προς τους τρίτους, εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 109 παρ. 7 του Ν. 3852/2010 και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δημοτικού Συμβουλίου να αποφασίσει με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, την ανάληψη και εξόφληση τέτοιων οφειλών προς τους τρίτους, λαμβάνοντας υπόψη πάντα τις οικονομικές δυνατότητες του ίδιου Δήμου (άρθρο 109 παρ. 7β’ του Ν. 3852/ 2010 σε συνδυασμό προς το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012 (ΦΕΚ 31 Α’ ).
Κατά συνέπεια, ο οικείος Δήμος δεν καθίσταται άνευ άλλου τινός διάδοχος των προς τρίτους υποχρεώσεων δημοτικής επιχειρήσεως που λύθηκε, αλλά απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των μελών του δημοτικού συμβουλίου. Πράγματι, αν η βούληση του νομοθέτη ήταν η αυτοδίκαιη διαδοχή του οικείου Δήμου στις προς τους τρίτους υποχρεώσεις δημοτικής επιχείρησης που λύθηκε, τότε δεν θα είχε δικαιολογητικό λόγο η θέσπιση της ως άνω διατάξεως.
Άλλωστε, οι δανειστές της επιχειρήσεως που συμβλήθηκαν με αυτή πριν την ψήφιση του Ν. 3852/2010, απέβλεψαν αποκλειστικά στην περιουσία της αντισυμβαλλόμενης δημοτικής επιχειρήσεως για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους και ανέλαβαν τον αντίστοιχο (επιχειρηματικό) κίνδυνο και συνεπώς δεν υφίσταται δικαιολογημένη και άξια προστασίας προσδοκία για την ικανοποίησή τους απευθείας από τον οικείο Δήμο (ΑΠ 1846/2017, πρβλ.
ΑΠ 625/2015). Σε καμμία περίπτωση, με την παρ. 1 του άρθρου 108 του Ν. 3852/2010 δεν εννοείται ότι οι νεοσύστατοι Δήμοι υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ίδιων των επιχειρήσεων έναντι τρίτων. Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις σχέσεις μεταξύ των καταργούμενων Δήμων και των επιχειρήσεων που είχαν συστήσει (π.χ.
μετοχικό κεφάλαιο, τυχόν εκκρεμείς συμβάσεις κ.λπ.) και όχι σε αυτά που οι ίδιες οι επιχειρήσεις είχαν προς τρίτους. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 τρίτο του Ν. 4335/ 2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1.1.2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με τον παραπάνω νόμο, εφαρμόζεται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 140/2016). Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, δικάζοντας έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 68/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 129/2016 απόφασή του και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 1.2.2008 συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, ο ενάγων εκμίσθωσε στην 1η εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", που συστήθηκε με το υπ’ αριθμ. ...9.2.1993 καταστατικό σύστασης ανώνυμης εταιρείας και καταχωρήθηκε με αριθμό μητρώου ανωνύμων εταιρειών .../57/Β/93/004, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 252 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ένα διαμέρισμα του 2ου ορόφου, εμβαδού 100 τ.μ., που βρίσκεται σε οικοδομή κείμενη επί της οδού 20ης Οκτωβρίου 27 στην πόλη των Γιαννιτσών, προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιεί ως επαγγελματική της έδρα.
Στην ανωτέρω μισθώτρια του διαμερίσματος συμμετείχαν ως μέλη και μέτοχοι ο 2ος εναγόμενος, "...", με ποσοστό 49,40%, ο 3ος εναγόμενος "...", με ποσοστό 9%, και ο 4ος εναγόμενος "...", με ποσοστό 17,6%. Ωστόσο η μίσθωση δεν εξελίχθηκε ομαλά, καθώς η μισθώτρια από τον Ιούλιο του έτους 2008 σταμάτησε να καταβάλει από δυστροπία το μίσθωμα και τις κοινόχρηστες δαπάνες, και ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη αγωγή του, με την οποία ζητάει να υποχρεωθεί ο 4ος εναγόμενος να του καταβάλει αλληλεγγύως με τους λοιπούς μετόχους της μισθώτριας τα αναφερόμενα αναλυτικώς σ’ αυτήν ποσά για τις παραπάνω αιτίες.
Όπως προκύπτει από το προσκομισθέν απόσπασμα πρακτικού της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου του, ο ... αποφάσισε κατά πλειοψηφία με την υπ’ αριθμ. 63/2015 απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη τις οικονομικές δυνατότητές του, τη λύση - εκκαθάριση της μισθώτριας εταιρίας, χωρίς την ανάληψη των οικονομικών της υποχρεώσεων, μέχρι την έκδοση του πορίσματος των εκκαθαριστών ορκωτών λογιστών και τον πιθανό καταλογισμό στους υπευθύνους, ενώ με την από 8-6-2015 απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της μισθώτριας, στην οποία συμμετείχε ο ...
με τη Δήμαρχό του Α. Ι., αποφασίσθηκε ομόφωνα η λύση και εκκαθάριση της εταιρίας, ο ορισμός δύο εκκαθαριστών, καθώς και η αμοιβή και ο τρόπος πληρωμής τους. Ως εκ τούτου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο ... ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 109 παρ. 7 του Ν. 3852/2010, αποφάσισε νομίμως να μην αναλάβει την ανάληψη και εξόφληση καμίας οφειλής της 1ης εναγομένης προς τρίτους, μεταξύ των οποίων είναι και ο ενάγων, μέχρι την έκδοση του πορίσματος των ορκωτών λογιστών - εκκαθαριστών, και επομένως, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού, παρέλκει η εξέταση των λοιπών αιτιάσεων του 4ου εναγομένου και η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτόν ως αβάσιμη στην ουσία της".
Και με τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή προς τον τέταρτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο και καταδίκασε τον ενάγοντα στη δικαστική του δαπάνη.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, που δίκασε ως Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του νεότερου Ν. 3852/2010, καθόσον τα ανελέγκτως από πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, δικαιολογητικών της αρνήσεως του αναιρεσιβλήτου Δήμου να αναλάβει και να εξοφλήσει την οφειλή της προαναφερόμενης εταιρείας προς τον αναιρεσείοντα. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του Ν. 3852/2010, όπως προεκτέθηκαν, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί αρκούντως το αποδεικτικό της πόρισμα.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά τα: πρώτο και δεύτερο τμήματά του, προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, υπό την έννοια της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή, ήτοι της διατάξεως του άρθρου 109 παρ. 7 του Ν. 3852/2010 και της ελλείψεως αιτιολογίας, διότι η απόφαση της μη αναλήψεως των οικονομικών υποχρεώσεων της μισθώτριας εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε." εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Δήμου, έπρεπε να ληφθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών από την εγκατάσταση των Δημοτικών Αρχών που έγινε στις 1.1.2011, ήτοι μέχρι την 28.2.2011 και αυτή λήφθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή τον Ιούνιο του 2015, δευτερευόντως δε, διότι, η ληφθείσα την 8.6.2015 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της ως άνω εταιρείας περί λύσεώς της και θέσεώς της υπό εκκαθάριση, έπρεπε να δημοσιευθεί νόμιμα στο ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της θέσεώς της υπό εκκαθάριση και αυτό δεν προέκυπτε από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το πρώτο τμήμα του είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο πότε ζητήθηκε από τον αναιρεσίβλητο Δήμο η ανάληψη από αυτόν των χρεών της λυθείσης εταιρείας και αν αυτή έγινε προ της εγκαταστάσεως των Δημοτικών Αρχών. Κατά το δεύτερο τμήμα του ως άνω (πρώτος) λόγος (έλλειψη αιτιολογίας), με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση πότε δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ - τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, η από 8.6.2015 απόφαση της τακτικής Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας, για να ολοκληρωνόταν η διαδικασία της θέσεώς της υπό εκκαθάριση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην πληρέστερη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Οι λοιπές υπό στοιχεία α και β, αιτιάσεις που περιέχονται στο τρίτο τμήμα του λόγου αυτού και ειδικότερα: ότι από την υπ’ αριθμ. 63/2015 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, η οποία εκδόθηκε σε εκτέλεση της από 8.6.2015 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της μισθώτριας εταιρείας, αποδεικνυόταν, ότι η ανωτέρω απόφαση λήφθηκε εκπρόθεσμα (όπως και ανωτέρω εκτέθηκε) και ότι η μισθώτρια αναπτυξιακή εταιρεία δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 109 παρ. 7 του Ν. 3852/2010, διότι δεν ήταν αμιγής επιχείρηση, καθόσον σ’ αυτή συμμετείχαν και νομικά πρόσωπα που δεν ήταν ΟΤΑ, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 1 και 6, όπως εκτιμώνται, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το τέταρτο τμήμα του ο λόγος αυτός, ότι δηλαδή το δικάσαν δικαστήριο δεν ερεύνησε τη νομιμότητα της αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου Δήμου και αν αυτή εγκρίθηκε από πλευράς νομιμότητος και με ποιά απόφαση του Γενικού Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και σε ποιο ΦΕΚ, είναι απορριπτέος ομοίως ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην πληρέστερη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Κατά το πέμπτο τμήμα του ίδιου λόγου, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η βούληση του νομοθέτη στις διατάξεις των άρθρων 107 παρ. 1 και 283 του Ν. 3852/2010, ήταν να διατηρηθούν στο σύνολό τους τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των καταργούμενων Δήμων και να μεταφερθούν αυτούσια στους νεοσύστατους Δήμους, για να μη διαταραχθεί η λειτουργία τους, να εξασφαλισθεί κάθε κεκτημένο δικαίωμά τους και παράλληλα να διαφυλαχθούν τόσο οι αξιώσεις των Δήμων έναντι τρίτων, αλλά και των τρίτων έναντι των Δήμων, η αίτηση αναιρέσεως είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι ο οικείος Δήμος δεν καθίσταται άνευ άλλου τινός διάδοχος των προς τρίτους υποχρεώσεων Δημοτικής Επιχείρησης που λύθηκε, αλλά όπως εκτέθηκε και στη νομική σκέψη της παρούσης, απαιτείται απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των μελών του Δημοτικού Συμβουλίου, η δε διάταξη του άρθρου 108 παρ. 1 του Ν. 3852/2010 αναφέρεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις σχέσεις μεταξύ των καταργούμενων Δήμων και των επιχειρήσεων που είχαν συστήσει και όχι σε αυτά που είχαν οι επιχειρήσεις προς τρίτους.
Η αιτίαση που διαλαμβάνεται στο έκτο τμήμα του ίδιου ως άνω (πρώτου) λόγου της αναιρέσεως όπως εκτιμάται, ότι δηλαδή η μισθώτρια εταιρεία συνεχίζει να υφίσταται, αφού δεν έχει επέλθει ακόμη οριστική λύση, εκκαθάριση ή συγχώνευση και το αναιρεσίβλητο ευθύνεται, όπως και οι άλλοι μέτοχοί της, κατά το ποσοστό της συμμετοχής του στο κεφάλαιό της κατά το άρθρο 252 παρ. 8 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, είναι, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσης, μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι η ευθύνη του αναιρεσιβλήτου περιορίζεται στην εσωτερική σχέση μεταξύ αυτού και της ανωτέρω εταιρείας και όχι στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της τελευταίας έναντι των τρίτων και εν προκειμένω του αναιρεσείοντος.
Οι αιτιάσεις που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά τα: πρώτο και δεύτερο τμήματά του, ότι δεν εξέτασε το δικάσαν δικαστήριο αν η απόφαση του δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου λήφθηκε νόμιμα, αν δηλαδή εξετάσθηκαν οι οικονομικές δυνατότητες αυτού και αν λήφθηκε με την απαιτούμενη απόλυτη πλειοψηφία, αν εγκρίθηκε και με ποιά απόφαση του Γενικού Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, όπως και σε ποιό φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως δημοσιεύθηκε αυτή, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην πληρέστερη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Με το τρίτο και τελευταίο τμήμα του ίδιου (δευτέρου) λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλιπούς αιτιολογίας, για το λόγο ότι, όπως αναφέρεται σ’ αυτή, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνο όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι και κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο όπως π.χ.
την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος που εξετάσθηκε πρωτοδίκως και διαλαμβανόταν στα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως, ενώ, επίσης, δεν προκύπτει, ότι και από τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του, ποιά από αυτά, τα έλαβε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και ποιά ως δικαστικά τεκμήρια και αν το σύνολο των εγγράφων που έλαβε υπόψη του, το εκτίμησε με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, με άμεσο αποτέλεσμα η αιτιολογία της να είναι πλημμελής.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 560 παρ. 6 του ΚΠολΔ λόγο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά λόγους από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11γ’ και 12 του ίδιου Κώδικα, αντίστοιχες των οποίων όμως δεν διαλαμβάνονται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, στο οποίο περιέχονται οι λόγοι αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Κατόπιν αυτών, ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω τμήμα του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 189 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.7.2016 με αρ. .../2016 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 129/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ