Supreme Court dismisses appeal on abuse of right grounds, upholding lower court's rejection of claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a claim for abuse of right. The appellants argued that the appellate court failed to provide sufficient reasoning for rejecting their claim based on Article 281 of the Civil Code. The court held that the lower court correctly interpreted the law and found the appellants' arguments baseless given the established facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 534, 535 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: The court may reject a claim for abuse of right if the exercise of the right, under specific circumstances and the actor's inactivity, causes detriment to the other party, thereby exceeding legal limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1270 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1270/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. συζύγου Π. Σ., το γένος Ν. Χ., 2) Η. Μ. του Ε., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Π. του Γ., συζύγου Ι. Μ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Παπασταμούλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/3/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 18-3-2019 (3/18-3-2019) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των: διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 36/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 534 και 535 του Α.Κ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3043/2002 και εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 24 του ΕισΝΑΚ και στις πωλήσεις που καταρτίστηκαν πριν από τις 21-8-2002, οπότε ο ως άνω νόμος άρχισε να ισχύει, κατ' άρθρο 14 τούτου, ο πωλητής ευθύνεται, αν το πράγμα που πωλήθηκε έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητά του ή δεν έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, δηλαδή, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 522 του Α.Κ.
χρόνο παράδοσής του σ' αυτόν ή, προκειμένου για ακίνητο, κατά το χρόνο της τυχόν προηγούμενης μεταγραφής του. Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικές με την ευθύνη του πωλητή διατάξεις είναι ενδοτικού χαρακτήρα και μπορεί, συνεπώς, να συμφωνηθεί η επίταση της ευθύνης του, ώστε να ευθύνεται και για επουσιώδη πραγματικά ελαττώματα του πωλούμενου πράγματος.
Ως πραγματικό ελάττωμα νοείται και η ρυμοτομία αυτού τούτου του πωληθέντος ακινήτου, αν από αυτή αναιρείται ή μειώνεται ουσιωδώς η αξία ή η χρησιμότητά του (Α.Π. 1095/2013, Α.Π. 420/2001). Περαιτέρω, ;κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 5269/1931, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 653/1977, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για την εφαρμογή σχεδίου πόλεως, υπόχρεοι για την καταβολή αποζημιώσεως είναι ο Δήμος ή η Κοινότητα και οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, σε περίπτωση δε προσκυρώσεώς για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 2 παρ. 1α, 23 έως 35, 37 παρ.1, 42.
και 46 έως 48 του ν,δ. 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίου πόλεως", όπως ισχύει, συνυπόχρεοι για την καταβολή της αποζημιώσεως του ακινήτου, που αφαιρείται για τη διάνοιξη ή δημιουργία κοινόχρηστου χώρου, είναι οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες των ακινήτων. Ως ωφελούμενοι δε νοούνται, κατά τις διατάξεις αυτές, οι, κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ιδιοκτήτες των ακινήτων, που έχουν ή αποκτούν πρόσωπο επί του κοινόχρηστου χώρου, οι οποίοι είναι και πράγματι επωφελούμενοι από την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως με επαύξηση της αξίας των ακινήτων τους (Ολ.
Α.Π. 159/1969, Α.Π. 166/2005).
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, επέρχεται ωφέλεια και όχι μείωση της αξίας του ακινήτου από τη ρυμοτομία, όχι του ίδιου, αλλά του όμορου προς αυτό ακινήτου. Η υποχρέωση αποζημίωσης των παρόδιων ιδιοκτητών αποτελεί έκτακτο βάρος του ακινήτου και όχι νομικό ελάττωμα, αφού η ύπαρξή της δεν ισοδυναμεί με αδυναμία παροχής και δεν εμποδίζει τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ούτε περιορίζει τις εξουσίες του αγοραστή, που απορρέουν από την κυριότητα.
Συνεπώς, από την ύπαρξη της δεν ευθύνεται ο πωλητής έναντι του αγοραστή, λόγω μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτού να μεταβιβάσει το αντικείμενο της πώλησης ελεύθερο από νομικό ελάττωμα (Α.Π. 156/2011), εκτός αν υποσχέθηκε το πωλούμενο ακίνητο ελεύθερο από το έκτακτο αυτό βάρος. Μπορεί, δηλαδή, να συμφωνηθεί, κατά τη σύναψη της πώλησης ή και μεταγενέστερα ότι ο πωλητής θα ευθύνεται και για τα ρυμοτομικά βάρη του ακινήτου και μάλιστα ότι θα καταβάλει ο ίδιος την ως άνω αποζημίωση στους δικαιούχους (Α.Π. 1095/2013).
Κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ. 1.. του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν, εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Όταν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 4/2005, Α.Π. 18/2020, Α.Π. 2/2020).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ.Α.Π. 28/1998, Α.Π. 677/2021, Α.Π. 99/2020, Α.Π. 1292/2010).
Για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ. Α.Π. 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο δικόγραφο, και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ακόμη, και σε προφορικώς καταρτισθείσες συμβάσεις (Ολ.
Α.Π. 26/2004, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 1798/2011, Α.Π. 329/2006). Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής, καταφεύγει, εντούτοις, για να βρει την έννοιά της σε επιχειρήματα ή σε ερμηνεία του σχετικού όρου της συμβάσεως Ωστόσο, μόνη η παράλειψη μνείας των διατάξεων αυτών δεν καθιστά αναιρετέα, την απόφαση, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικώς υπόψη, κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές (Α.Π. 683/2010, Α.Π. 715/2010).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας, κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να μην αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει, όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή, ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (Α.Π. 1258/2004, Α.Π. 80/2004, Α.Π. 311/1993).
Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο κατέφυγε, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας ΟΠΟ συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης, ήτοι, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία, εκτός του συστατικού ή αποδεικτικού της δικαιοπραξίας εγγράφου, ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό αυτής (Α.Π. 205/2020, Α.Π. 51/2020, Α.Π. 530/2011, Α.Π. 253/2010).
Αλυσιτελής τυγχάνει ο λόγος, ο οποίος, ανεξαρτήτως αν είναι βάσιμος ή όχι, δεν μπορεί να επιφέρει την έννομη συνέπεια που επιδιώκει, δεν επιδρά, δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασης. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η απόφαση περιέχει πλείονες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό αυτής και κάποια εξ αυτών δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι που αφορούν στις λοιπές αιτιολογίες είναι αλυσιτελείς (Ολ.Α.Π. 25/1994, Α.Π. 750/2020, Α.Π. 450/2020, Α.Π. 402/2020, Α.Π. 1938/2018).
Κατά την έννοια, εξάλλου, του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο, που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Ολ. Α.Π. 12/2016, Α.Π. 120/2021, Α.Π. 59/2021). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα (Α.Π. 233/2020, Α.Π. 608/2013).
Από την, κατ' άρθρο 561 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται τα εξής: "Σε εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής "..." της πόλης Λαμίας, που εγκρίθηκε με το από 9.4.1964.βδ..., αναθεωρήθηκε με τις ΤΟ .../1990... και .../1995... αποφάσεις του Νομάρχη Φθιώτιδας και τροποποιήθηκε με την ΤΟ .../1997...
απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας και με βάση τους όρους και περιορισμούς δόμησης που ισχύουν στην περιοχή και εγκρίθηκαν με το από 22.10.1965 βδ..., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …/2003 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης και τακτοποίησης ιδιοκτησιών της Δ/νσης Χωροταξίας Περιβάλλοντος Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας... , που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. .../2003 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας...
Με την πράξη αυτή, που μεταγράφηκε νόμιμα..., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας και προσκυρώσεως για τη διάνοιξη της οδού ... με πεζόδρομο στην περιοχή ..., το υπ' αριθμ. … ακίνητο, που περιγράφεται και αποτυπώνεται στην πράξη αυτή και στα από 17.2.2003 κτηματολογικό πίνακα και κτηματολογικό διάγραμμα...
Ειδικότερα, με βάση την ως άνω πράξη αναλογισμού αποζημίωσης για απαλλοτριωθέν τμήμα της υπ' αριθμ. .. ιδιοκτησίας εμβαδού 297 τμ..., υπόχρεοι προς αποζημίωση είναι για μεν τμήμα 234,66 τμ οι εναγόμενοι φερόμενοι ιδιοκτήτες της υπ' αριθμ. … ιδιοκτησίας ως ωφελούμενοι παρόδιοι, για δε το υπόλοιπο τμήμα (62,34 τμ) ο Δήμος Λαμιέων.
Μετά την από 30.10.2003 αίτηση του Δήμου Λαμιέων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας στρεφόμενη, μεταξύ άλλων κατά της ήδη εφεσίβλητης και των ήδη εκκαλούντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 268/2006 απόφαση, με την οποία καθορίστηκε προσωρινά η τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία στο ποσό των 180 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, χωρίς να ζητηθεί, εν συνεχεία, ο οριστικός καθορισμός της τιμής μονάδας αποζημίωσης από το Εφετείο.
Με την υπ' αριθμ. 23/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας η ήδη ενάγουσα αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που όφειλαν να καταβάλουν οι ήδη εναγόμενοι για το τμήμα των 234,66 τμ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 8084/1050 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Λαμίας Κ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα..., η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, κατέστη κυρία ακινήτου συνολικής έκτασης 13.395 τμ, ευρισκόμενο στη συνοικία ...
στην πόλη της Λαμίας... Ενόψει της επικείμενης ένταξης της περιοχής στο σχέδιο πόλης, η ενάγουσα προχώρησε σε κατάτμηση του ως άνω οικοπέδου σε επιμέρους ιδιοκτησίες ("οικόπεδα"), τις οποίες μεταβίβασε λόγω πώλησης σε διάφορους αγοραστές, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι ήδη εκκαλούντες. Ειδικότερα, με το υπ' αριθμ. 24710/1997 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαμίας Γ.
Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα πώλησε στους εναγομένους "το καθαρό εναπομένον μετά τη ρυμοτόμηση (για τη δημιουργία της οδού ...)" τμήμα οικοπέδου της έκτασης 1.440,016 τμ... Το μεταβιβασθέν οικόπεδο αποτελούσε δηλαδή τμήμα ενός μεγαλύτερου οικοπέδου 2.230,033 τμ που και αυτό ήταν τμήμα του αρχικού οικοπέδου των 13.395 τμ.
Από το οικόπεδο των 2.230,033 τμ ένα τμήμα των 790,017 τμ θα ρυμοτομούνταν για την διάνοιξη της οδού ... (πρόκειται για την υπ' αριθμ. 7 ιδιοκτησία της πράξης αναλογισμού αποζημίωσης) και το υπόλοιπο (1.440,016 τμ) μεταβιβάστηκε στους εναγόμενους (πρόκειται για την υπ' αριθμ. 10 ιδιοκτησία της πράξης αναλογισμού αποζημίωσης).
Κατά τη σχετική δήλωση που περιλήφθηκε στο ως άνω συμβόλαιο το μη μεταβιβαζόμενο τμήμα των 790,017 τμ "ρυμοτομείται από το σχέδιο πόλης Λαμίας προς διάνοιξη της οδού ..., και [...] η πωλήτρια το έχει θέσει στην κοινή χρήση, πλην όμως μέχρι σήμερα δεν έχει συνταχθεί η σχετική πράξη αναλογισμού αποζημίωσης και ως εκ τούτου δεν έχει λάβει αποζημίωση, πλην όμως διατηρεί όλα τα δικαιώματα και αξιώσεις για την αποζημίωση αυτή η οποία ανήκει σ' αυτήν αποκλειστικά και μόνο, των αγοραστών παραιτουμένων και μη δικαιουμένων καμίας αξίωσης αποζημίωσης για το τμήμα αυτό" (φ. 2 του πωλητηρίου συμβολαίου).
Το εναπομένον μετά τη ρυμοτόμηση τμήμα του οικοπέδου μεταβίβασε η ενάγουσα στους εναγομένους, έναντι του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος 44.582.895 δραχμών, όση και η. αντικειμενική του αξία. Ως προς το μεταβιβαζόμενο τμήμα η πωλήτρια δήλωσε ότι "το ακίνητο εγγυάται ελεύθερο από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, εκνίκηση από τρίτο πρόσωπο κατάσχεση, συντηρητική και αναγκαστική μεσεγγύηση, δουλεία κάθε είδους, πραγματική και προσωπική απαλλοτρίωση, αμφισβήτηση, απαίτηση από κληρονομιά ή άλλη αιτία, μισθωτική σχέση, φόρους τέλη και εισφορές από κάθε άλλο νομικό ελάττωμα", ενώ οι αγοραστές δήλωσαν ότι "το πωλούμενο οικόπεδο των 1440,016 τμ το παραλαμβάνουν εν γνώσει της πραγματικής και νομικής του κατάστασης και γνωρίζουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία τροποποίησης του σχεδίου πόλης ως προς το πλάτος της οδού ...
και δηλώνουν ότι σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας καμία αξίωση για αναστροφή ή μείωση του τιμήματος θα έχουν κατά της πωλήτριας" (φ. 4 του ως άνω συμβολαίου). Σημειώνεται ότι η αναφορά στο συμβόλαιο για τη θέση του ρυμοτομούμενου τμήματος σε "κοινή χρήση" (φ. 2) δεν έχει την έννοια της παραίτησης της ενάγουσας από την κυριότητά της επ' αυτού ώστε τούτο να καταστεί κοινόχρηστο, αφού, όπως αμέσως παρακάτω σημειώνεται, η ενάγουσα διατηρεί τα εξ αυτής δικαιώματά της προς λήψη αποζημίωσης εκ της ρυμοτομίας, αλλά έχει την έννοια ότι, ενόψει της δημιουργίας οδού στο σημείο αυτό με βάση το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, η ενάγουσα είχε ήδη επιτρέψει ως ιδιοκτήτρια, προς διευκόλυνση των παρόδιων, την ακώλυτη διέλευση από αυτό και πριν λάβει την αποζημίωση και συντελεστεί η απαλλοτρίωση.
Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν... ότι το ρυμοτομούμενο τμήμα το είχε θέσει η ενάγουσα σε κοινή χρήση, αφού διαφορετικά δεν θα μπορούσε να μεταβιβάσει τα μη ρυμοτομούμενα ακίνητα, διότι δε θα είχε πρόσοψη σε οδό και δεν θα μπορούσαν να οικοδομηθούν, όπως ήταν η πρόθεση των αγοραστών. Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της παντελούς αοριστίας του, αφού οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται συγκεκριμένα νόμιμο τρόπο με τον οποίο, το τμήμα αυτό κατέστη κοινόχρηστο, αρκούμενοι σε παραπομπή στη χρήση του όρου αυτού στο πωλητήριο συμβόλαιο, που όμως έχει διαφορετική έννοια, όπως αμέσως παραπάνω εκτίθεται, απαραδέκτως προτείνεται στην παρούσα δίκη καλυπτόμενος από το δεδικασμένο της απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων...
Σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε από το εμπράγματο δικαίωμά της επί του ρυμοτομούμενου τμήματος ούτε ότι αυτό κατέστη κοινόχρηστο με κάποιο νόμιμο τρόπο... Και αν ακόμα ήθελε εκτιμηθεί ότι με τα ως άνω εκτιθέμενα οι εναγόμενοι αμφισβητούν την ωφέλεια της ιδιοκτησίας τους εκ της διανοίξεως της οδού ..., καθόσον αυτή υφίστατο ήδη ως κοινόχρηστη οδός, ο ισχυρισμός είναι ομοίως απορριπτέος διότι, ανεξαρτήτως γης μη βασιμότητάς του κατά τα ανωτέρω, δεν μπορεί να προταθεί στο πλαίσιο της παρούσας δίκης και θα έπρεπε να εξετασθεί στο πλαίσιο της παρούσας δίκης και θα έπρεπε να εξετασθεί στο πλαίσιο ειδικής διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας εκ της απαλλοτριώσεως των παρόδιων ιδιοκτησιών...
Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν περαιτέρω... ότι καταχρηστικώς ασκείται το δικαίωμα της ενάγουσας, εκθέτοντας ότι η ενάγουσα, ως κυρία μείζονος ακινήτου, προέβη σε κατάτμηση αυτού σε πλείονα οικόπεδα, μεταξύ των οποίων και αυτό που μεταβίβασε στους ίδιους, ότι το οικόπεδο αυτό, παρότι ήταν ακόμη αδιάνοικτη η οδός ..., η οποία όμως προβλεπόταν στο ρυμοτομικό σχέδιο, πώλησε η ενάγουσα σε αυτούς σε αυξημένη τιμή, διπλάσια τουλάχιστον της αναγραφόμενης στο συμβόλαιο, καθόσον περιλήφθηκε στο τίμημα και η ωφέλεια από τη μελλοντική διάνοιξη της ως άνω οδού, ότι το τμήμα του ακινήτου της που αντιστοιχούσε στην ως άνω οδό το είχε θέσει η ενάγουσα σε κοινή χρήση, όπως διαλαμβάνεται και στο πωλητήριο συμβόλαιο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανοικοδόμηση των πωληθέντων από αυτή στους εναγόμενους και σε άλλους τρίτους μη ρυμοτομούμενων τμημάτων του ακινήτου της, ότι η ενάγουσα μεταβίβασε στους εναγόμενους τμήμα του ακινήτου της υποσχόμενο αυτό ελεύθερο απαλλοτρίωσης, παρακρατώντας το δικαίωμα αποζημίωσης από τη ρυμοτόμηση του τμήματος που αντιστοιχούσε στην οδό ...
μόνο από τρίτους υπόχρεους, όχι όμως και από αυτούς, όχι όμως και από αυτούς στους οποίους η ίδια μεταβίβασε τμήματα του ακινήτου της, όπως οι εναγόμενοι, ότι το ακίνητο τους δεν αποτελεί παρόδια ιδιοκτησία, αλλά το εναπομένον μετά τη ρυμοτόμηση για τη δημιουργία της οδού ... τμήμα του όλου ενιαίου ακινήτου της ενάγουσας, με βάση το οποίο (μείζον ακίνητο), πρέπει να προσδιοριστεί το δικαίωμα αποζημίωσής της από τρίτους παρόδιους και όχι από τους ιδιοκτήτες των επιμέρους τμημάτων του όλου ακινήτου της, στους οποίους η ίδια τα μεταβίβασε, ότι ενόψει των ανωτέρω η τυχόν καταβολή αποζημίωσης στην ενάγουσα άγει κατ' ουσία στην καταβολή για δεύτερη φορά τιμήματος...
Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος. Ειδικότερα οι εναγόμενοι α) δεν επικαλούνται αδράνεια και δη μακροχρόνια της ενάγουσας, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχει, δεδομένου ότι από την έκδοση της πράξης αναλογισμού αποζημίωσης και τακτοποίησης των οικοπέδων δεν παρήλθε μακρύ χρονικό διάστημα, λαμβανομένου υπόψη και των δικών που έπρεπε να προηγηθούν ώστε να κριθεί στο σχετικό δικαίωμα της ενάγουσας επί της αποζημιώσεως, β) επικαλούνται τη θέση του ρυμοτομούμενου σε κοινή χρήση από την ενάγουσα και παραίτηση της τελευταίας από τη λήψη του δικαιώματος αποζημίωσης..., γ) θεωρούν ότι εφόσον το ρυμοτομούμενο τμήμα και το δικό τους ακίνητο προέρχονται από την ίδια μείζονα ιδιοκτησία, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός αυτό για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, πλην όμως για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων κατά την έκδοση της πράξης αναλογισμού αποζημίωσης.
Ωφελούμενοι δε και επομένως υπόχρεοι για την καταβολή αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομίας ή προσκυρώσεως θεωρούνται οι κατά τον χρόνο προσδιορισμού της αποζημίωσης παρόδιοι του ακινήτου... χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το προγενέστερο ιδιοκτησιακό καθεστώς και δ) Μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε σε αυτούς έναντι υψηλού τιμήματος, ανώτερο του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο, διότι στην τιμή αυτή συνυπολογίστηκε και η ωφέλεια από τη διάνοιξη της ..., δεν αρκεί προς στήριξη ισχυρισμού στο άρθρο 281 ΑΚ και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι εναγόμενοι δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα το καταβληθέν τίμημα ούτε εισφέρουν συγκριτικά στοιχεία που θα επέτρεπαν τον υπολογισμό της εμπορικής αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο μεταβίβασης αυτού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν πράγματι το καταβληθέν τίμημα συμπεριλάμβανε την ωφέλεια εκ της διανοίξεως της οδού, ωφέλεια, την οποία, κατά τον ισχυρισμό τους, καρπώθηκε ήδη η πωλήτρια.
Οι εναγόμενοι τέλος ισχυρίστηκαν ότι η ενάγουσα δε διατηρεί δικαίωμα αποζημίωσης κατ' αυτών, καθόσον, κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, που περιλήφθηκε στο πωλητήριο συμβόλαιο η τελευταία εγγυήθηκε το μεταβιβαζόμενο ακίνητο ελεύθερο βάρους και απαλλαγμένο βαρών απαλλοτρίωσης και νομικού ελαττώματος. Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προτείνεται στην παρούσα δίκη, καθόσον εμποδίζεται από το δεδικασμένο της απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων...
Σε κάθε περίπτωση... η ενάγουσα διατήρησε όλα τα δικαιώματά της προς λήψη αποζημίωσης λόγω ρυμοτόμησης τμήματος της ιδιοκτησίας της όχι μόνο έναντι τρίτων παρόδιων... αλλά και έναντι αυτών, στους οποίους η ίδια μεταβίβασε τις παρόδιες ιδιοκτησίες, αφού καμιά σχετική διάκριση δεν γίνεται στον προμνημονευόμενο σαφή σχετικό όρο του πωλητηρίου.
Εξάλλου, καίτοι βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και εκκρεμούσε η πράξη αναλογισμού αποζημίωσης, όπως τα συμβαλλόμενα μέρη-διάδικοι γνώριζαν, και αναφέρουν στο συμβόλαιο, δεν περιέλαβαν στη σύμβαση ειδικό όρο ότι η ενάγουσα εγγυάται το μεταβιβαζόμενο ελεύθερο ρυμοτομικού βάρους ή άλλο αντίστοιχο όρο (όπως ότι θα βαρύνεται η ίδια με την τυχόν αποζημίωση που θα οφείλουν οι προς τους οποίους η μεταβίβαση ως παρόδιοι σε αυτήν), παρόλο που το ενδεχόμενο αυτό ήταν απολύτως αναμενόμενο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 23/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε γίνει δεκτή, ως προς αυτούς, η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε 1) Ότι με την …/2003 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης και τακτοποίησης ιδιοκτησιών, που εγκρίθηκε νόμιμα και μεταγράφηκε, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυμοτομίας και προσκυρώσεως, το στην προσβαλλόμενη απόφαση περιγραφόμενο ακίνητο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και καθόρισε ως υπόχρεους για την αποζημίωσή της, αφενός μεν το Δήμο Λαμιέων αφετέρου δε τους εναγόμενους-εκκαλούντες(και ήδη αναιρεσείοντες, ως ωφελούμενους παρόδιους. 2) Ότι με τη 286/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, ενώ με την 23/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που όφειλαν να της καταβάλουν οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, ως ωφελούμενοι, κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ιδιοκτήτες του ακινήτου που απέκτησε πρόσωπο επί του κοινόχρηστου χώρου, οι οποίοι είναι και πράγματι οι ωφελούμενοι από την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, με επαύξηση της αξίας του ακινήτου τους. 3) Ότι το ακίνητο αυτό, το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητά τους, λόγω αγοράς, από την ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει του …/1997 συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποτελούσε τμήμα μείζονος έκτασης, ιδιοκτησίας της, από την οποία αυτή είχε αφαιρέσει το εδαφικό τμήμα, του οποίου επέκειτο η απαλλοτρίωση, λόγω ρυμοτομήσεώς του, σε εφαρμογή του σχεδίου πόλης, διαδικασία, που, εν τέλει, επήλθε και ολοκληρώθηκε, σε μεταγενέστερο χρόνο, όπως προαναφέρεται. 4) Ότι στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο καταχωρίστηκε σχετική δήλωση της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης-πωλήτριας ότι διατηρεί τις αξιώσεις της επί της ορισθησόμενης αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση, λόγω ρυμοτομήσεως του όμορου με το πωληθέν ακινήτου, ιδιοκτησίας της και αντίστοιχη δήλωση των αναιρεσειόντων-αγοραστών περί παραιτήσεώς τους από οποιαδήποτε αξίωση επί της ως άνω αποζημίωσης καθώς και ότι τελούν σε γνώση της νομικής και πραγματικής κατάστασης του πωληθέντος καθώς και της διαδικασίας τροποποίησης του σχεδίου πόλης. 5) Ότι στο ίδιο ως άνω συμβόλαιο καταχωρίστηκε, επίσης, δήλωση της αναιρεσίβλητης ότι εγγυάται το ακίνητο ελεύθερο από κάθε νομικό ελάττωμα.
Συνακόλουθα, το Εφετείο, το οποίο, με επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων ότι η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται να αξιώσει κατ' αυτών την καταβολή της επίδικης αποζημιώσεως, λόγω απαλλοτριώσεως της ρυμοτομηθείσας ιδιοκτησίας της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 534 του Α.Κ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 3043/2002, δεδομένου ότι, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της, αυτή (εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη), με ρητή δήλωσή της στο προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, διατήρησε την ως άνω αξίωσή της από τους υπόχρεους προς καταβολή της αξίωσης αυτής, ήτοι τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι είναι υπόχρεοι προς τούτο, πλην του Δήμου Λαμιέων, ως συγκύριοι του ωφελούμενου ακινήτου, κατά το χρόνο καθορισμού της αποζημίωσης, ενώ στο ίδιο ως άνω συμβόλαιο δεν καταχωρίστηκε δήλωση της ήδη αναιρεσίβλητης ότι εγγυάται το πωλούμενο ακίνητο ελεύθερο του συγκεκριμένου ρυμοτομικού βάρους, το οποίο αποτελεί έκτακτο βάρος του ακινήτου και όχι νομικό ελάττωμα τούτου ούτε ότι απαλλάσσει τους αναιρεσείοντες από την καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως, με δεδομένο, εξάλλου, ότι τόσον αυτή, ως πωλήτρια, όσον και οι αντισυμβαλλόμενοι της, αναιρεσείοντες- αγοραστές, τελούσαν εν γνώσει της επικείμενης απαλλοτρίωσης.
Πρέπει, λοιπόν, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος τούτου, με τον οποίο προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του όρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την ως άνω επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία της, παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 534 του Α.Κ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 3043/2002.
Περαιτέρω, αβάσιμος τυγχάνει ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το τρίτο σκέλος τούτου, με τον οποίο προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.), λόγω ανεπαρκών αιτιολογικών της προσβαλλομένης, καθόσον, όπως προεκτίθεται, οι σχετικές παραδοχές της είναι πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις και καλύπτουν πλήρως το πραγματικό της ως άνω διατάξεως.
Ενόψει των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο, με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό τους ότι, δηλαδή, η αναιρεσίβλητη δεν διατηρεί αξίωση κατ' αυτών για την καταβολή της άνω αποζημίωσης, πρωτίστως, ως προσκρούων στο δεδικασμένο της απόφασης περί αναγνώρισης δικαιούχων, τυγχάνει αλυσιτελής, δεδομένου ότι αμφότερες οι αιτιολογίες, με τις οποίες απορρίφθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων στηρίζουν, αυτοτελώς, η καθεμία το διατακτικό της προσβαλλομένης.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω (δεύτερου) λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, καίτοι στην προσβαλλόμενη απόφασή του, καταρχήν, δέχθηκε ότι ο όρος του πωλητηρίου συμβολαίου, με τον οποίο η αναιρεσίβλητη διατηρεί τα δικαιώματά της για αποζημίωση του ρυμοτομούμενου τμήματος είναι σαφής, στη συνέχεια, επιχείρησε να τον ερμηνεύσει, δεχθείσα αφενός μεν ότι στον όρο αυτό δεν γίνεται διάκριση μεταξύ αυτών (αναιρεσειόντων) και τρίτων παρόδιων ιδιοκτητών, αφετέρου δε ότι δεν υπάρχει ειδική εγγυητική δήλωση της αναιρεσίβλητης-πωλήτριας ότι μεταβιβάζει το ακίνητο ελεύθερο ρυμοτομικού βάρους, δηλαδή, για την εκτίμηση της σαφήνειας του ως άνω όρου, αναζήτησε την αληθή βούληση των συμβαλλομένων στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο, χωρίς να χρησιμοποιήσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο οι αιτιάσεις αυτές των αναιρεσειόντων τυγχάνουν αβάσιμες. Και τούτο διότι, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, με την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή του, τη σαφήνεια των όρων του προαναφερόμενου μεταβιβαστικού συμβολαίου, χωρίς να ανατρέξει σε στοιχεία εκτός σύμβασης ή να αντλήσει επιχειρήματα από το σκοπό της σύμβασης ή να προβεί σε συσχετισμό των όρων αυτής.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διατυπώνονται αυτολεξεί, όπως αναλυτικά παρατίθενται ανωτέρω, οι στο επίμαχο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δηλώσεις των συμβληθέντων μερών-διαδίκων, που αφορούν στις μεταξύ τους (και όχι στις προς τρίτους μη συμβληθέντες) αξιώσεις και συγκεκριμένα αφενός μεν ότι η αναιρεσίβλητη-πωλήτρια διατηρεί όλα τα δικαιώματα και τις αξιώσεις από την αποζημίωση εκ της απαλλοτριώσεως της ρυμοτομούμενης ιδιοκτησίας της, ότι οι αναιρεσείοντες-αγοραστές παραιτούνται κάθε αξίωσης επί της αποζημίωσης αυτής καθώς και ότι αυτοί προέβησαν στην κατάρτιση της επίδικης σύμβασης εν γνώσει της διαδικασίας τροποποίησης του σχεδίου πόλης και της πραγματικής και νομικής κατάστασης του πωληθέντος, αφετέρου δε ότι η αναιρεσΐβλητη εγγυήθηκε ότι το πωληθέν είναι ελεύθερο κάθε νομικού ελαττώματος, με την επισήμανση, όπως αποδεικνύεται από τη διατύπωση του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι στον όρο αυτό δεν περιλαμβάνεται ρητά το ειδικό ρυμοτομικό βάρος, το οποίο δεν αποτελεί νομικό ελάττωμα ή παραίτηση της αναιρεσίβλητης της διεκδικήσεως ως από τους μετ' αυτής συμβληθέντες-αναιρεσείοντες της αποζημιώσεως, λόγω απαλλοτρίωσης του ρυμοτομούμενου οικοπέδου της.
Συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθεί και ως προς το σκέλος αυτό ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που κατατείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (Ολ.Α.Π. 6/2016, Ολ.Α.Π. 10/2012, Ολ.Α.Π. 8/2001, Α.Π. 84/2020, Α.Π. 1313/2018, Α.Π. 826/2018, Α.Π. 711/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δη το τέταρτο σκέλος τούτου προσάπτεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ. (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.).
Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, την ως άνω διάταξη, απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο παραπονούντο για την εκ μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απόρριψη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, παραθέτοντας αιτιολογίες, που δεν επιστηρίζουν την κρίση της και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία αποδεικνύεται το νόμω και ουσία βάσιμο του ισχυρισμού τους.
Από τις σαφείς και πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες παρατίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. και, ως εκ τούτου, οι περί αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων τυγχάνουν αβάσιμες, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί. Μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, το αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που υποβλήθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις (άρθρο 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), παρίσταται άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος της (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-3-2019 (3/18-3-2019) αίτηση των 1) Κ. συζ. Π. Σ. και 2) Η. Μ. του Ε. για αναίρεση της 36/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ