Legislator Case Law & Legislation
1266/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify evidence and rejects inadmissible grounds.

Case Number 1266/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the Court of First Instance's decision. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents regarding the bank's bad faith and fraud, but the court found these grounds inadmissible due to vagueness. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; Art. 553(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if the appellant fails to sufficiently specify the evidence not considered by the court of first instance, and the court must reject the appeal if the specified grounds are legally inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds failure to specify evidence Code of Civil Procedure legal costs order bad faith evidence vague appeal arguments Court of First Instance

Cited Legislation

AI generated
Art. 553(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 531(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 272(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1266 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1266/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ιωαννίδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Alpha Bank" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εξομοιούμενης με καθολική διάδοχο λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της "Εμπορικής Τράπεζης της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 455/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 6840/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 28-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου κατά το άρθρο 531 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.

Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθρο 272 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως να παραστεί κατ’ αυτήν. Η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.

Α.Π.16/1990).

Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της 6840/2013 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος λόγω ερημοδικίας του) είναι κατά τα προεκτεθέντα παραδεκτή.

Με την ενσωματωθείσα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσης σε βάρος του διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 19.000 ευρώ νομιμοτόκως, βάσει μιας μεταχρονολογημένης επιταγής που εξέδωσε ο ίδιος (αναιρεσείων), σε διαταγή της εταιρείας "Κ. Α. Α.Ε", την οποία η λήπτρια μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην αναιρεσίβλητη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.20/2005, 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο α) εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο με το να μη λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του "ότι εστάλη στην αναιρεσίβλητη η από 30-9-2009 εξώδικη επιστολή που ζητούσε να του χορηγηθεί αντίγραφο του παραστατικού βάσει το οποίου κατατέθηκε η επίδικη επιταγή ως ενέχυρο στην αναιρεσίβλητη, αλλά ουδέποτε η τελευταία το απέστειλε και δεν μπορούσε να το αποστείλει, αφού η κατάθεση της επιταγής ως ενέχυρο έγινε την 13-1-2008 δηλαδή ένα μήνα πριν τη συμφωνία του αναιρεσείοντος με την λήπτρια της επιταγής εταιρεία" και β) αναφέρει παντελώς αόριστα "ότι δήθεν δεν επικαλείται στο δικόγραφο της ανακοπής του ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ότι η συμφωνία αγοραπωλησίας μεταξύ της (λήπτριας) εταιρείας και της αναιρεσίβλητης δεν υλοποιήθηκε, γεγονός που δεν υφίσταται και πλήρως αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρά του και από τις διαστάσεις που είχε λάβει η υπόθεση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης".

Αμφότεροι οι λόγοι είναι απαράδεκτοι, προεχόντως λόγω της αοριστίας τους και ειδικότερα ο μεν υπό στοιχείο α διότι δεν προσδιορίζονται ούτε οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάσθηκαν ούτε σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ο δε υπό στοιχείο β διότι και εν προκειμένω δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσεως, αν δηλαδή πρόκειται για έλλειψη ή ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογιών και στην τελευταία περίπτωση σε τι συνίσταται η ασάφεια ή η αντίφαση, σε κάθε περίπτωση δε είναι απαράδεκτοι, διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμελειών από την προαναφερθείσα διάταξη, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π.25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτά προβληθέντα ισχυρισμό του ότι η αναιρεσίβλητη κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής ενήργησε κακόπιστα και σε συμπαιγνία με την πωλήτρια εταιρεία.

Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο επιχειρήθηκε από τον αναιρεσείοντα η θεμελίωση της επί των άρθρων 17 και 22 του ν.5960/1933 ερειδομένης ενστάσεως, δεν ήταν νόμιμος εφόσον η επιλήψιμη γνώση του τρίτου κομιστή πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσεως του τίτλου, εν προκειμένω της επιταγής και όχι κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων και συνεπώς δεν ήταν ουσιώδης ώστε να στοιχειοθετείται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως.

Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως αβάσιμο, με την παραδοχή ότι "από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε γνώση της αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο απόκτησης της επιταγής αφενός των συναλλαγών και συμφωνιών μεταξύ του ανακόπτοντος και της λήπτριας των επιταγών, αφετέρου δε της ανυπαρξίας αιτίας αναλήψεως της από την ένδικη επιταγή υποχρεώσεως του ανακόπτοντος λόγω ματαίωσης της συμβάσεως αγοραπωλησίας".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο, όπως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς επίσης και οι λόγοι για τους οποίους ο αποδεικτέος ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π.703/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη: α) το σχετικό που αναφέρεται στις προτάσεις του με το στοιχείο 5 (εξώδικη επιστολή για χορήγηση αντιγράφου του παραστατικού καταθέσεως ως ενεχύρου της επίδικης επιταγής, που εκ του νόμου η αναιρεσίβλητη έχει υποχρέωση να κατέχει), β) το σχετικό που αναφέρεται στις πρωτόδικες προτάσεις του με το στοιχείο 6 (μήνυσή του για ψευδή καταμήνυση και εξαπάτηση δικαστηρίου) και γ) το σχετικό που αναφέρεται στις πρωτόδικες προτάσεις του με το στοιχείο 7 (έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς την πληρώτρια Τράπεζα με την επωνυμία "EFG Eurobank Ergasias", από το οποίο αποδεικνύεται πλήρως η κακοπιστία, συμπαιγνία και το ψεύδος της αναιρεσίβλητης).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει επαρκώς τα έγγραφα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του δεν ελήφθησαν υπόψη, σε κάθε δε περίπτωση διότι οι ισχυρισμοί για την απόδειξη των οποίων τα επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ήταν μη νόμιμοι κατά τα προεκτεθέντα.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Απριλίου 2014 αίτηση του Μ. Κ. για αναίρεση της 6840/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 3 Νοεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ