Legislator Case Law & Legislation
703/2007 AI generated

Greece Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify procedural errors in the appeal petition.

Case Number 703/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding electricity connection. The appellant argued the lower court erred in law by accepting the claim for connection without rejecting it as indefinite, but failed to detail specific procedural violations in the appeal petition. The court ruled that without explicitly identifying the exact legal errors and the required additional reasoning in the appeal document, the request was procedurally inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal for review is inadmissible if the appellant fails to specify the particular procedural errors committed by the lower court or to explain the insufficiency and contradictions of the reasoning in the appeal petition.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal for review procedural inadmissibility specific procedural errors reasoning contradictions Greek Supreme Court civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 8 of the Code of Civil Procedure
Article 520(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece 20/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 703 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 703/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πάζιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 14 και 8 Κ.Πολ.Δ., με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και με τη δεύτερη, ότι λόγος αναίρεσης επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι ο από την πρώτη των διατάξεων αυτός λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

με την οποία ορίζεται ότι το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των στοιχείων που ορίζονται στα άρθρα 118 και 120 ιδίου κώδικα, και τους λόγους έφεσης. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης ο αναιρεσείων, που ζητεί την αναίρεση της απόφασης του εφετείου, αποδίδοντας σ'αυτό την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχτηκε ότι η έφεση του αντιδίκου του ήταν ορισμένη ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτή ως αόριστη (απαράδεκτη), πρέπει να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι προέβαλε νομίμως στο εφετείο το σχετικό ισχυρισμό, παραθέτοντας και το περιεχόμενο αυτού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά και ήταν νόμιμος, αφού η μη λήψη υπόψη μη νόμιμου ισχυρισμού από το δικαστήριο της ουσίας, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, και τους λόγους έφεσης, δηλαδή αιτιάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρονται σε παραδρομές είτε του ιδίου του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Στα τελευταία περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το εφετείο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.) είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι με βάση τα τυχόν αποδιδόμενα ειδικότερα σφάλματα εκτίμησης των αποδείξεων .

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου, αποδίδοντας σ' αυτό την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προέβαλε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με τον οποίο ζήτησε να απορριφθεί η έφεση της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη, διότι, μολονότι η τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με λόγο έφεσης κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν καθόριζε στην έφεση της, ποίων αποδείξεων έγινε εσφαλμένη εκτίμηση, ποία δήθεν αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη το πρωτοβάθμιο και από ποία έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει η βασιμότητα του λόγου έφεσης.

Ο ισχυρισμός αυτός του ήδη αναιρεσείοντος που προβλήθηκε στο εφετείο προς απόκρουση της έφεσης της αντιδίκου του, είναι μη νόμιμος, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, αφού για το ορισμένο του σχετικού λόγου έφεσης δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικότερα τα σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο από αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελή, ήτοι θεμελιωτικό αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος προβλήθηκε παραδεκτώς και ήταν νόμιμος ασκούσε δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα με την παραπάνω έννοια, όχι δε και όταν έλαβε αυτά υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό για οποιοδήποτε λόγο.

Δεν αποτελούν δε πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής και επομένως δεν ιδρύεται ο από αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων Για το παραδεκτό του από τη διάταξη αυτή λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που κατά νόμο στοιχειοθετούν αυτόν, ο τρόπος που προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι ουσιαστικές παραδοχές αυτού υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αποδίδοντας σ' αυτό, κατ' εκτίμηση, τις εξής αιτιάσεις: α) ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι το έργο της κατασκευής των γεωτρήσεων ήταν δημόσιο έργο και για την ολοκλήρωση της κατασκευής του η εναγομένη ΔΕΗ είχε υποχρέωση να προβεί στις ηλεκτροδότηση των γεωτρήσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που εξυπηρετούσε την ιχθυοτροφική μονάδα του ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς τη σύμπραξη του ενάγοντος (2ος λόγος κατά το οικείο μέρος), β) ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον επίσης αγωγικό ισχυρισμό του, ότι η ηλεκτροδότηση της γεώτρησης του ενάγοντος από τη ΔΕΗ έπρεπε να γίνει κατά προτεραιότητα, εν όψει του κινδύνου μεγάλης βροχόπτωσης και εντεύθεν πλημμύρας στην κοίτη του ποταμού ...

και προκλήσεως ζημιών στην ιχθυοτροφική μονάδα του ενάγοντος (3ος λόγος κατά το οικείο μέρος). Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς του εναγομένου και τους απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, τα εξής:

Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων διατηρεί επιχείρηση ιχθυοτροφείου πέστροφας στη ..... κατά μήκος του ποταμού ...., όπου από το έτος 1990 άρχισαν να στις ιχθυοκαλλιέργειες της περιοχής σημαντικές ζημίες, εξ αιτίας των έντονων βροχοπτώσεων κατά τους μήνες Αύγουστο-Σεπτέμβριο, συνεπεία των οποίων υπερχείλιζε ο ποταμός ....

και τα ύδατα αυτού επέφεραν τον θάνατο των ιχθύων των ιχθυοτροφείων, μεταξύ των οποίων και εκείνο του ενάγοντος. Ότι για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, κατ' εφαρμογή της υπ' αριθμ. Ε (93) 3704/16.12.93 και Ε (93) 3703/16.12.93 αποφάσεων της ΕΟΚ εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 290/5.11.97 απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, με την οποία εγκρίθηκε η ανόρυξη γεωτρήσεων στα ιχθυοτροφεία που βρίσκονταν κατά μήκος του ποταμού ..., όπως και εκείνο του ενάγοντος και την τοποθέτηση εξοπλισμού άντλησης ύδατος, ώστε να τροφοδοτούνται τα ιχθυοτροφεία με καθαρό νερό, σε περίπτωση υπερχείλισης του ποταμού και να αποφεύγεται έτσι ο κίνδυνος θανάτωσης των καλλιεργούμενων στις μονάδες αυτές ιχθύων.

Ότι υπεύθυνος υλοποίησης του έργου αυτού, ορίστηκε με την άνω υπουργική απόφαση η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, η οποία ανάθεσε την κατασκευή του σε ανάδοχο εργολάβο, ο οποίος περάτωσε το έργο την 16.06.1998. Ότι η ηλεκτροδότηση των γεωτρήσεων από την ΔΕΗ δεν αποτελούσε τμήμα του έργου αυτού και υποχρέωση του αναδόχου, αλλά θα γίνονταν με τη συμμετοχή των ιχθυοκαλλιεργητών ιδιοκτητών των εξυπηρετουμένων με τις γεωτρήσεις μονάδων, με την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας ηλεκτροδότησης.

Περαιτέρω το εφετείο δέχτηκε, ότι μολονότι η εκτέλεση του έργου είχε αποπερατωθεί την 16.7.1998, ο ενάγων υπέβαλε στη εναγόμενη ΔΕΗ αίτηση για, με την οποία ζήτησε την ηλεκτροδότηση της εξυπηρετούσας την μονάδα του γεώτρησης με παροχή τριφασική Νο 2 αντί της μέχρι τότε και από το έτος 1982 εξυπηρετούσας τη γεώτρηση του τριφασικής Νο 1 παροχής.

Ότι η εναγομένη ΔΕΗ την ιδία ημέρα υποβολής της αίτησης από τον ενάγοντα διαβίβασε αυτή στην αρμοδία υπηρεσία της για την σύνταξη μελέτης μετατροπής της παλαιάς παροχής, η οποία μελέτη ολοκληρώθηκε την 27.7.1998 και την ιδία αυτή ημέρα κλήθηκε ο ενάγων να προσκομίσει την απαραίτητη δήλωση του ηλεκτρολόγου του και το σχέδιο της νέας εγκατάστασης να καταβάλλει δε την απαιτούμενη δαπάνη για την πραγματοποίηση της μετατροπής της ηλεκτρικής παροχής.

Ότι ο ενάγων προσκόμισε τα παραπάνω στοιχεία και κατέβαλε την απαιτούμενη δαπάνη, μετά παρέλευση επταημέρου και ειδικότερα την 3.8.1998, η δε σύνδεση της γεώτρησης με την αυξημένης ισχύος νέα ηλεκτρική παροχή πραγματοποιήθηκε από την εναγομένη ΔΕΗ μετά εξαήμερο, χρονικό διάστημα που κρίθηκε ως εύλογο, για την πραγματοποίηση της ηλεκτροδότησης, εν όψει και των λοιπών υποχρεώσεων των συνεργείων της εναγομένης για συνδέσεις νέων παροχών και του γεγονότος ότι ουδεμία πρόβλεψη υπήρχε για επικείμενη μεγάλη βροχόπτωση και εντεύθεν δημιουργίας κινδύνων για τα εκτρεφόμενα στη μονάδα του ενάγοντος ψάρια.

Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ, 12 και 20 Κ.Πολ.Δ. με τις οποίες ορίζεται αντίστοιχα, ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 270 παρ.2 335, 338, 340, 524 Κ.Πολ.Δ και 7 παρ.3 ν. 2915/01, προκύπτουν τα εξής:

Α) Το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος συνεκτιμά όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους ζητήματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ΄ Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης Δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το μη ληφθέν υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη μη λυσιτελούς ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που δεν επιδρά στην έκβαση της δίκης Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως, και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με το αποδεικτικό μέσο, καθώς επίσης και οι λόγοι για τους οποίους ο αποδεικτέος ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Β) Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εκτιμώντας ελεύθερα, σύμφωνα με το νόμο, τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερα αποδεικτική δύναμη σε ορισμένα από αυτά.

Έτσι και τα δικαστικά τεκμήρια συνεκτιμώνται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δηλαδή αυτά έχουν ίση αποδεικτική δύναμη με τα λοιπά που αναφέρονται στο άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ και επομένως λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερα αποδεικτική δύναμη στα δικαστικά τεκμήρια είναι μη νόμιμος .

Για το ορισμένο και παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο 1) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ασκούντος επίδραση στην έκβαση της δίκης, προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης 2)ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ'αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και 3) το σφάλμα της προσβαλλόμενης, Γ) Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που αυτό πραγματικά έχει, και ακολούθως στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται δε λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο 1)το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, 2)το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό του αληθινού 3)το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την απόδειξη κρισίμων για την έκβαση της δίκης πραγματικών γεγονότων και 4)ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης αυτής εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή προσώπων με ειδικές γνώσεις, τα πρακτικά και οι εισηγητικές εκθέσεις καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου, επικαλούμενος κατ' εκτίμηση παραβιάσεις από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11, 12 και 20 ΚΠολΔ, αποδίδοντας σ' αυτό τις εξής αιτιάσεις: 1)ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη α)το υπ' αριθμ. 1793/29.12.1997 έγγραφο της αναιρεσίβλητης ΔΕΗ με το οποίο αυτή γνωστοποιούσε στην Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων (επιβλέπουσας την εκτέλεση του έργου Υπηρεσίας) ότι η συμμετοχή της υπηρεσίας αυτής στη δαπάνη για την ηλεκτροδότηση του έργου ανέρχονταν στο ποσό των 4.000.000 δρχ.πλέον ΦΠΑ, β) την υπ' αριθμ.ΤΥ 9768/27.6.97 απόφαση της παραπάνω υπηρεσίας με την οποία εγκρίθηκε η μελέτη και δημοπράτηση του έργου, γ) την υπ'αριθμ.

ΤΥ 18939/12.12.1997 απόφαση της ιδίας υπηρεσίας με την οποία κατακυρώθηκε στον εργολήπτη η εκτέλεση, μετά δημοπρασία, του εν λόγου έργου, δ)την από 24.12.1997 υπογραφείσα μεταξύ του αναδόχου και της αναθέτουσας το έργο υπηρεσίας, ε)το από 16.6.1998 1° πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, στ) την από 3.8.1998 υπεύθυνη δήλωση του ηλεκτρολόγου εγκαταστάτη ...., ζ) το υπ' αριθμ.9670/1.7.1998 έγγραφο της επιβλέπουσας την εκτέλεση του έργου Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων με το οποίο αυτή ζητούσε από την αρμοδία πολεοδομία βεβαίωση ότι δεν απαιτείτο οικοδομική άδεια για την κατασκευή των οικίσκων στους οποίους θα ετοποθετούντο οι ηλεκτρικοί πίνακες των γεωτρήσεων, προκειμένου η βεβαίωση αυτή να προσκομισθεί στη ΔΕΗ για την παροχή ηλεκτροδότησης, η) τα υπ' αριθμ.66/2003 πρακτικά εξέτασης μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (2ος λόγος δεύτερο σκέλος και τρίτος λόγος), 2) ότι με το να δεχθεί το εφετείο ότι για την ηλεκτροδότηση των εγκαταστάσεων (γεωτρήσεων) από τη αναιρεσίβλητη ΔΕΗ απαιτείτο και η σύμπραξη του αναιρεσείοντος, ενώ από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η ηλεκτροδότηση του έργου περιλαμβάνονταν στις συμβατικές υποχρεώσεις του αναδόχου αφενός μεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, (2ος λόγος τρίτο σκέλος) αφ' ετέρου δε παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων (2ος λόγος τέταρτο σκέλος, τρίτος λόγος δεύτερο σκέλος, τέταρτος λόγος δεύτερο σκέλος).

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει α)ποία επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός του ότι το έργο ήταν δημόσιο και ότι στην εκτέλεση αυτού συμπεριλαμβάνονταν και η ηλεκτροδότηση του στην εκτέλεση της οποίας υποχρεούτο ο ανάδοχος, δεδομένου ότι, όπως από την επισκόπηση της αγωγής του προκύπτει, αυτός για τη θεμελίωση της ασκούμενης εις βάρος της αναιρεσίβλητης αγωγικής του προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας αξίωσης, επικαλέστηκε πταίσμα των προστηθέντων από την εναγομένη ΔΕΗ υπαλλήλων της, συνιστάμενο στην μη έγκαιρη ηλεκτροδότηση της γεωτρήσεώς του, μετά την εκτέλεση του έργου από τον ανάδοχο και την υποβολή της από 20.7.1998 σχετικής προς τούτο αίτησης από τον ίδιο και την καταβολή επίσης από τον ίδιο του απαιτουμένου για την ηλεκτροδότηση ποσού στην αναιρεσίβλητη ΔΕΗ, β) διότι επίσης δεν εκθέτει στην αίτηση αναίρεσης ποία επίδραση θα είχαν στην έκβαση της δίκης που ανοίχτηκε με την αγωγή του εις βάρος της ΔΕΗ τα παραπάνω έγγραφα τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη, δεδομένου μάλιστα του ότι, όπως από την επισκόπηση της αγωγής του προκύπτει, την εκτέλεση του έργου είχε αναλάβει ανάδοχος εργολάβος που κατασκεύασε και παρέδωσε αυτό, γ) διότι δεν εκθέτει με ποίο τρόπο το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων και ειδικότερο ποίο περιεχόμενο προσέδωσε σ' αυτά το εφετείο υποπίπτοντας σε λανθασμένη ανάγνωση του περιεχομένου αυτών Κατά τα λοιπά οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση παραβιάσεων από τις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα υπ'αριθμ. 66/2003 πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιείχαν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε επίσης έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 562/2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων και ότι παραμόρφωσε αυτά, είναι απορριπτέες, η πρώτη μεν ως αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη το εφετείο έλαβε υπόψη τόσο τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα παραπάνω πρακτικά όσο και την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, η δεύτερη δε ως απαράδεκτη, διότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.ΑΠ 7/2005) Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού νόμου, που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ιδίου κώδικα προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις και στις δύο δε περιπτώσεις πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο τρόπος που ο ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να κριθεί το παραδεκτό αυτού, και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδοντας στο εφετείο τις εξής αιτιάσεις:1)ότι το εφετείο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τις διατάξεις του ν. 1418/84, του Π.Δ. 609/85, των άρθρων 914, 926, 200, 281, 297, 298, 334, 71, 922 ΑΚ και του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος (2ος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του και 4ος λόγος κατά το πρώτο και τελευταίο σκέλος του) και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ και 2) ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε το εφετείο α) ότι για την ηλεκτροδότηση της γεωτρήσεως αυτού απαιτείτο η σύμπραξη του ιδίου με την υποβολή σχετικής αίτησης στη ΔΕΗ και καταβολή του απαιτουμένου ποσού β)ότι ο ίδιος καθυστέρησε να υποβάλλει τη σχετική αίτηση ηλεκτροδότησης και τα αναγκαία δικαιολογητικά γ) ότι το εξαήμερο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την υποβολή της σχετικής αίτησης αυτού με τα αναγκαία δικαιολογητικά και την πληρωμή του απαιτουμένου από τη ΔΕΗ ποσού μέχρι την σύνδεση της παροχής ηλεκτροδότησης, ήταν εύλογο εν όψει και των λοιπών υποχρεώσεων της ΔΕΗ έναντι και άλλων καταναλωτών.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ο μεν από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στην αίτηση αναίρεσης σε ποίες ειδικότερα πλημμέλειες υπέπεσε το εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ο δε από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ κατά το πρώτο μέρος του διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει ποίες επιπλέον αιτιολογίες απαιτούντο και ως προς ποία ζητήματα και πού εντοπίζονται οι αντιφατικές αιτιολογίες, κατά δε τα λοιπά μέρη του, διότι ανάγεται σε επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων και διότι υπό την επίφαση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 109/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ