Legislator Case Law & Legislation
1265/2022 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal, correcting interest start date from contract to service delivery for public entity debt.

Case Number 1265/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, ruling that the lower court erred in calculating interest. The appellant argued for a specific interest start date, while the respondent contended for a date tied to contract performance. The court held that the interest must be calculated from the day after the claim was filed, not from the contract's service delivery date, as the contract was invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 579, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must correct a lower court's error in determining the starting point for legal interest when the contract is invalid, establishing that interest runs from the day after the claim is filed.

Keywords

AI generated
public entity debt legal interest calculation invalid contract appeal procedure service delivery date claim filing date costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 577, 579, 580 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 21 of the Code of Public Laws of 1944
Article 7 of the Decree 496/1974
Article 94 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1265 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1265/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.) - ΤΟΜΕΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ (Τ.Σ.Α.Υ.)" (καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Σιγάλα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Νευροψυχιατρικής Κλινικής με την επωνυμία "... Ε.Ε." και ήδη "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστιανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8059/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2088/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/8/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 25-8-2020 (6064/728/27-8-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 2088/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Το αναιρεσείον, εξάλλου, με τις έγγραφες προτάσεις του, υποβάλλει, παραδεκτά, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με την οποία ζητεί την επιστροφή του ποσού των 150.885,74 ευρώ, που κατέβαλε, συμμορφούμενο εκουσίως με την ως άνω τελεσίδικη (αναιρεσιβαλλόμενη) απόφαση.

Κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διαφορών, που ανακύπτουν από σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αν η σύμβαση είναι διοικητική, άλλως, αν πρόκειται περί συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου, δικαιοδοσίας για την επίλυση της διαφοράς έχουν τα πολιτικά δικαστήρια.

Θεωρείται δε η σύμβαση διοικητική, εάν πληρούνται, σωρευτικώς, οι εξής προϋποθέσεις: α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, β) με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και γ) το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του, με την άσκηση εξουσίας μονομερούς επέμβασης στο συμβατικό δεσμό και επιβολής κυρώσεων (ΑΕΔ 11/2013, ΑΕΔ 3/2012, Α.Ε.Δ. 21/1997, Α.Π. 842/2015, ΣτΕ 1989/2014).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011, συστάθηκε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, νέος φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ο οποίος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν, ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.

Περαιτέρω, στο άρθρο 30 παρ. 1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας εγκρίνεται ο Ενιαίος Κανονισμός Παροχών Υγείας, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τον οποίο καθορίζεται το είδος, η έκταση, το ύψος των παροχών υγείας, ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".

Έτσι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διέπεται από Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας [ΚΥΑ.Φ.90380/25916/3294 (ΦΕΚ B`2456/03/l 1/2011)], όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την ΥΑ Φ.90380/5383/738/10.4.2012 (ΦΕΚ Β`1233/11.4.2012) και ΥΑ ΕΜΠ5/2012 (ΦΕΚ Β 3054 18.11.2012) και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, στο άρθρο 18 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Για την αγορά υπηρεσιών νοσοκομειακής, ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και λοιπών ειδών και μέσων περίθαλψης, ο Οργανισμός συνάπτει συμβάσεις με τους παρόχους υγείας, με τις οποίες προσδιορίζονται οι όροι που διέπουν τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, μέσα στο πλαίσιο των κειμένων κάθε φορά διατάξεων για τα προβλεπόμενα όρια αμοιβών, ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Υ.Σ.Π.Υ.

κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32 § 2 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει". Ακολούθως, στο άρθρο 10 του κανονισμού για την νοσοκομειακή περίθαλψη, ορίζεται: "Α. Η νοσοκομειακή περίθαλψη περιλαμβάνει τη νοσηλεία του πάσχοντα, την ενδιαίτησή του, την οποιασδήποτε φύσεως ιατρική, νοσηλευτική και φαρμακευτική προς αυτόν συνδρομή και ειδικότερα τη δέουσα αγωγή και θεραπεία για αποκατάσταση σωματικών και ψυχικών αναπηριών ή νοσηρών εν γένει καταστάσεων, καθώς και τις αναγκαίες θεραπείες, παρακλινικές εξετάσεις, κάθε αναγκαία φαρμακευτική αγωγή, ειδικά θεραπευτικά μέσα και προθέσεις.

Β. Η νοσοκομειακή περίθαλψη παρέχεται στα: α) νοσηλευτικά ιδρύματα των σχηματισμών του Ε.Σ.Υ., β) πανεπιστημιακά νοσοκομεία, γ) νοσηλευτικά ιδρύματα Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δ) συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές, ε) στρατιωτικά νοσοκομεία, στ) κέντρα αποκατάστασης -αποθεραπείας κλειστής νοσηλείας, ζ) κλινικές και ιδρύματα χρόνιων παθήσεων, η) Μονάδες Χρόνιας Αιμοκάθαρσης και θ) Μονάδες Ψυχικής Υγείας.

Η νοσηλεία σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις παρέχεται στη βάση σχετικών συμβάσεων και ειδικότερα στις περιπτώσεις γ' και δ', στη βάση συμβάσεων κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 2071/1992, όπως ισχύει και ύστερα από έγκριση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. ...Για νοσηλεία σε συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές αποδίδεται το ειδικό (κλειστό) ενοποιημένο νοσήλιο που προβλέπεται από τις αριθ.

Υ4ε/130675/2008 (Β` 2115) και Υ4ε/οικ. 12971/2007 (Β` 143), κοινές υπουργικές αποφάσεις καθώς και τα εξαιρούμενα ως κατωτέρω. [Τα τέσσερα πρώτα εδάφια αντικαταστάθηκαν ως άνω με την παρ.2 της ΥΑ Φ.903 80/1027/208/2012 (ΦΕΚ Β 34 19.1.2012), όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο μόνον της ΥΑ Φ.90380/οικ.2150/329/2012 (ΦΕΚ Β`56/25/01/2012).... Περαιτέρω, στο άρθρο 20 (Έλεγχος), ορίζεται: "Η άσκηση του Υγειονομικού και Φαρμακευτικού ελέγχου γίνεται από τους ιατρούς, οδοντιάτρους και φαρμακοποιούς και βοηθούς φαρμακοποιούς του Ταμείου, μόνιμους και με σύμβαση καθώς και τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΥΠΕΔΥΦΚΑ.

Το Δ.Σ. του Ταμείου μπορεί με απόφαση του να αναθέτει τον υγειονομικό, φαρμακευτικό καθώς και τον οδοντιατρικό έλεγχο σε ιατρό, φαρμακοποιό και οδοντίατρο με σύμβαση έργου, τηρουμένων των κειμένων διατάξεων". Στο άρθρο 21 (Αναγνώριση δαπανών), ορίζεται: "1. Η αναγνώριση των παροχών γίνεται από τα αρμόδια όργανα του Ταμείου με την υποβολή των προβλεπόμενων παραστατικών - δικαιολογητικών από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και από τις σχετικές διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά περί υγειονομικής περίθαλψης, 2.

Το ύψος των δικαιούμενων παροχών καθορίζεται με βάση το ισχύον κάθε φορά κρατικό τιμολόγιο και το ποσοστό έκπτωσης που προβλέπουν οι εκάστοτε συνομολογούμενες κατά το άρθρο 18 του παρόντος συμβάσεις. 3. Δαπάνες ιατρικών πράξεων, παρακλινικών εξετάσεων και θεραπειών που δεν περιλαμβάνονται στο κρατικό τιμολόγιο δεν αναγνωρίζονται από το Ταμείο. 4.

Είδος παροχών που δεν αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό δεν αναγνωρίζεται από το Ταμείο". Με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016 ορίζεται ότι "Μετά τις 30.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α..

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α.". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενο στο εξής "Ε.Φ.Κ.Α.", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα, ενώ, από 1.1.2017, άρχισε η λειτουργία του ως φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο εντάχθηκαν αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τα άρθρα 53 επ.

του ίδιου νόμου και ο Ε.Φ.Κ.Α. κατέστη οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών. Ειδικά, καθόσον αφορά στο Ν.Α.Τ. και τον Ο.Γ.Α., εξακολουθούν, και μετά την κατά τα ως άνω ένταξή τους, να διατηρούν αυτοτελή νομική προσωπικότητα για την άσκηση των μη ασφαλιστικών τους αρμοδιοτήτων. Ειδικά ως προς το Δημόσιο, περιέρχονται στον Ε.Φ.Κ.Α.

οι εν γένει αρμοδιότητες που αφορούν στις συντάξεις του Δημοσίου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 53, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του παρόντος.

Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 του Κ.Πολ.Δ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2018), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.Α.Π. 5/1995, Α.Π. 4/2018, Α.Π. 59/2017).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ., καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά στη δημόσια τάξη (Ολ.Α.Π. 20/08, Α.Π.1002/2020, Α.Π. 319/2018, Α.Π. 397/2018). Όταν όμως το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (Ολ.Α.Π. 2/1999, Ολ.Α.Π. 4/1992, Α.Π. 652/2018, Α.Π. 741/2017, Α.Π. 576/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου προσάπτει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο επιλήφθηκε της επίδικης διαφοράς, αφού δέχθηκε, υπερβαίνοντας την δικαιοδοσία του, ότι αυτή απορρέει από σύμβαση ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου και συνεπώς ανήκει στη δικαιοδοσία του και όχι στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά στον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή σαφώς συνάγεται ότι μεταξύ του ασφαλιστικού ταμείου ΕΤΑΑ και της ενάγουσας ιδιωτικής κλινικής δεν καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση παροχής υπηρεσιών νοσηλείας, ιατρικής και υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων στο ως άνω ταμείο, υπογεγραμμένη από τους αρμόδιους υπουργούς, καθόσον δεν γίνεται επίκληση τέτοιας σύμβασης, ούτε οποιασδήποτε άλλης έγγραφης σύμβασης, αλλά η ενάγουσα επικαλείται ότι παρείχε τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του εναγομένου Ταμείου, βάσει έγγραφων εισιτηρίων νοσηλείας ασφαλισμένων από τα αρμόδια όργανα του εν λόγω Ταμείου. Η ως άνω όμως διαδικασία των έγγραφων εγκρίσεων νοσηλείας δεν υποκαθιστά την έγγραφη σύμβαση.

Συνεπώς, εφόσον δεν υφίσταται ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος που είναι συστατικός...., η εκτέλεση από την ενάγουσα παροχής νοσηλείας στους αναφερόμενους αναλυτικά ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ δεν αρκεί για την κάλυψη της έλλειψης αυτής και, συνεπώς, η μεταξύ τους προφορική σύμβαση λογίζεται... ως μη γενομένη και συνεπώς είναι άκυρη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, παρόλο που δέχτηκε ότι δεν έχει καταρτιστεί έγκυρη σύμβαση νοσοκομειακής περίθαλψης μεταξύ των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας, με την αιτιολογία ότι η διαφορά που απορρέει από τη συμφωνία των διαδίκων είναι διοικητική διαφορά αφού αν υφίστατο έγγραφο τύπος η προκειμένη διαφορά θα κρινόταν διοικητική και θα υπαγόταν ως τέτοια στην αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων...

Ωστόσο, λόγω της ανυπαρξίας συμβατικών όρων από τους οποίους να προκύπτει η ύπαρξη ρητών που παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο υπέρ του αρχικά συμβαλλομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία ΕΤΑΑ που δημιουργούν υπέρ αυτού τη δυνατότητα να παρεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση, έτσι ώστε να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση απέναντι στην αντισυμβαλλομένη του εταιρία, δηλαδή, δε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, προϋπόθεση από την οποία...

εξαρτάται κυρίως ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως διοικητικής, για την οποία δεν υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι η επίδικη διαφορά είναι ιδιωτική και, εντεύθεν, δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και στη, συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 24 του Συντάγματος, 1 και 9 του ν. 1406/1983 και αυτές που αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι το ζήτημα που τίθεται, εν προκειμένω, αφορά στο χαρακτήρα της επίμαχης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, η οποία καταρτίστηκε προφορικά, χωρίς την τήρηση οιασδήποτε διοικητικής διαδικασίας και με το δεδομένο αυτό, δεν μπορεί να αναζητηθούν σ' αυτήν ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο ούτε είναι δυνατό να διαγνωστεί το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει, ώστε να διερευνηθεί αν η ένδικη σύμβαση διέπεται από το εξαιρετικό υπέρ του αναιρεσείοντος νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς και, εντεύθεν, η διαφορά που απορρέει από την επίμαχη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν η συμφωνία αυτή φέρεται να αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού.

Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 περί λογιστικού των ΝΠΔΔ, με περιεχόμενο ανάλογο του άρθρο 21 του β.δ. της 26-6/ 10-7-1944 (Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου), ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας εις βάρος των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση ή σε ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.

Από αυτή τη διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής N.Π.Δ.Δ., μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής, ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής, της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό (ΑΕΔ 7/2011).

Μόνον η επίδοση τέτοιων αγωγών επιφέρει έναρξη τοκοφορίας, χωρίς προς τούτο να αρκεί η καθ` οιονδήποτε άλλο τρόπο όχληση ή η παρέλευση δήλης ημέρας, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά ή προκύπτει από ειδικό νόμο (Ολ. Α.Π. 10/2008, Ολ. Α.Π. 7/2000). Ειδικό νόμο σε σχέση με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, που αποκλείει την εφαρμογή του, αποτελεί το π.δ. 166/2003, που άρχισε να ισχύει από 05-06-2003 και ίσχυε, κατά τον κρίσιμο, στην προκειμένη περίπτωση, χρόνο δημιουργίας των επίδικων απαιτήσεων, με το οποίο έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές και οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται στις πληρωμές, που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή (άρθ. 2).

Ως "εμπορική συναλλαγή", κατά την έννοια του ανωτέρω διατάγματος, νοείται κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων, αλλά και κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής. "Δημόσια αρχή" είναι δε κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, ενώ ως "επιχείρηση" νοείται κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο (άρθ. 3 παρ. 1 β`).

Στο άρθρο 4 του ως άνω προεδρικού διατάγματος ορίζεται ότι: "1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους:

α) Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, β) Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, γ) Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου, δ) Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παρ. 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3.

Ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον: α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς") προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση.

Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες...". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ. 1 αυτού και εκτείνεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιας αρχής και ως μόνες προϋποθέσεις τίθενται α) η εγκυρότητα της σύμβασης, β) η εκτέλεση αυτής από την επιχείρηση και γ) η υπερημερία του οφειλέτη ως προς την πληρωμή της αμοιβής (βλ.

και Ολ. Α.Π. 10/2013, Α.Π. 1212/2020, Α.Π. 766/2014). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Τέτοιος κανόνας είναι και η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 (Α.Π. 15/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα, καθόρισε ως αφετηρία του επιδικασθέντος τόκου υπερημερίας, ποσοστού 6%, την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την έκδοση καθεμιάς από τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, ενώ, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, η τοκογονία πρέπει να αρχίσει από την επίδοση της αγωγής, αφού η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει την ημερομηνία υποβολής των εν λόγω αποδείξεων.

Με τις αιτιάσεις αυτές, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, αφού δεν γίνεται επίκληση, εναρίθμως συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στην πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ 496/1974 "Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου".

Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δη του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο κεφαλαίου αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε "...

Συνεπώς πρέπει... να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα κλινική το ποσό των 96.524,05 ευρώ νομιμοτόκως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του ΚΔ της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 του Κώδικος περί δικών του δημοσίου σε ποσοστό 6%..., από την επομένη μετά την πάροδο εξήντα ημερών από την έκδοση της καθεμίας από τις ανωτέρω αναφερόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών...". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο, εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, ενώ, όφειλε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 περί λογιστικού των ΝΠΔΔ και να καθορίσει ως αφετηρία υπολογισμού του επιδικασθέντος τόκου (ποσοστού 6%) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 166/2003, λόγω ακυρότητας της επίδικης σύμβασης, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης τυγχάνει βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όμως, ως προς τη διάταξή της περί τόκων και δη ως προς τη αφετηρία υπολογισμού τους. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης (Α.Π. 762/2021, Α.Π. 154/2018, Α.Π. 403/2017, Α.Π. 353/2015, Α.Π. 1162/2013).

Συνεπώς, εφόσον, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μη αναιρεθέν κεφάλαιο αυτής, έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο της οφείλει το ποσό των 95.524,05 ευρώ, πρέπει να οριστεί η αφετηρία του νόμιμου τόκου από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, κατ' άρθρο 178 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγω της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας των διαδίκων, που εφαρμόζεται εν προκειμένω και όχι κατά την αυτού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957, δεδομένου ότι η δικαστική υπεράσπιση του αναιρεσείοντος δεν διεξήχθη δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Α.Π. 144/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει τη 2088/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και δη κατά τη διάταξή της, που αφορά στο περί τόκων της κυρίας απαίτησης κεφάλαιο αυτής.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το αναγνωρισθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσό κεφάλαιο (96.524,05 ευρώ), με το νόμιμο τόκο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ