Legislator Case Law & Legislation
762/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal on interest claim, overturning single-member court's dismissal of statutory interest from seizure.

Case Number 762/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the claim for statutory interest on a seized debt, overturning the single-member court's dismissal. The lower court had rejected the interest claim based on procedural grounds, while the appellant argued violations of the Code of Civil Procedure. The Court ruled that the interest claim was admissible and substantive, ordering the defendant to pay the accrued amount plus legal interest from the seizure date.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 560, paragraph 1; Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may allow an appeal on a specific head of claim even if the lower court dismissed it, provided the appellate court finds the claim admissible and substantively meritorious, thereby ordering the payment of the disputed amount and costs.

Keywords

AI generated
statutory interest claim seizure of property appeal admissibility single-member court Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Law 4690/2020, Article 74, paragraph 2

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 762 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 762/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Διοικητή της που εδρεύει στην Αθήνα και ειδικότερα εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Στ' Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2012 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κασσάνδρας Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ Α'104) "σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο διάδικος, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. Ε' 5067/19-4-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Λ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, παριστάμενη αυτοτελώς, εκπροσωπούμενη δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της (άρθρα 36 παρ. 1 και 41 παρ. 4 ν. 4389/2016) προκύπτει ότι με επιμέλειά του, επιδόθηκε προς την αναιρεσίβλητη, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικάσιμο της 25-5-2020, κατά την οποία η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων δυνάμει της υπ' αριθ.

Δ1α/Γ.Π.οικ.18176 ΚΥΑ Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΦΕΚ 864 Β'/15-3-2020), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του" (ΦΕΚ Α' 55).

Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 (Α' 104), εκδόθηκε η από 2-9-2020 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και ορίστηκε οίκοθεν, ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (14-12-2020 και ώρα 09.30), ενώ παράλληλα με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό 47, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Επομένως, εφόσον η απολιπόμενη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020), πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει χωρίς την παρουσία της, αφού δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτής, κατά τη σημερινή δικάσιμο (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ10/2011, ΟλΑΠ 2/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974) προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του κατά του οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια τρίτου των ευρισκομένων στα χέρια αυτού χρημάτων και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτη του Δημοσίου, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο δεν κοινοποιείται στον οφειλέτη.

Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης (άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ). Ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα (άρθρο 32 παρ. 1 ΚΕΔΕ).

Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ (άρθρο 34 ΚΕΔΕ).

Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 256/2011).

Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου.

Δηλαδή, το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαίτησης που κατασχέθηκε και ο τρίτος λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή επί αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προαναφερομένη ανακοπή του οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωσή του.

Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια ότι ο τρίτος οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά από τότε που ο τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο, σε κάθε περίπτωση δε από την επίδοση της ανακοπής (άρθρα 346 ΑΚ, 221 παρ. 1 περ.γ' ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την ένδικη προς το Ειρηνοδικείο Κασσάνδρας Χαλκιδικής ανακοπή του ισχυρίστηκε τα εξής: α) ότι κατά της Ι. Β. του Α. έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση συνολικού ποσού 8.388,75 ευρώ, που προέρχεται από φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, εισφορές και τέλη, όπως αυτά αναφέρονται στον ενσωματωμένο στο δικόγραφο από 14-6-2012 πίνακα χρεών, β) ότι με το υπ' αριθ.

…/….-6-2012 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της ΣΤ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στην ήδη αναιρεσίβλητη, στις 17-7-2012, κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της ως τρίτης, βάσει του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε, όσα η τελευταία οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά, γ) ότι η ήδη αναιρεσίβλητη προέβη στην ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής από 24-7-2012 δήλωση ενώπιον του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Πολυγύρου, αναφέροντας, όπως ακριβώς αναγράφεται στην εν λόγω δήλωση, ότι "αρνούμαι διότι δεν καταβάλω το ενοίκιο σωστά" και δ) ότι η πιο πάνω δήλωση είναι αόριστη και ανακριβής. Ζήτησε δε, με βάση το ιστορικό αυτό, να ακυρωθεί η παραπάνω δήλωση της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, να αναγνωριστεί η ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησής του έναντι της (μη διαδίκου) καθ' ης η εκτέλεση και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό 8.388,75 ευρώ, το οποίο οφείλει σ' αυτόν η τελευταία, ως αποζημίωση, επειδή το απώλεσε, εξαιτίας της παράνομης άρνησης της αναιρεσίβλητης να προβεί σε απόδοσή του εμπροθέσμως, με το νόμιμο τόκο από την επιβολή της κατάσχεσης (17-7-2012), άλλως από την επίδοση της ανακοπής.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 149/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, με την οποία, η ανακοπή απερρίφθη ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκε από το αναιρεσείον η από 25-11-2015 έφεση, που έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη η υπ' αριθ. 124/2018 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας κατ'ουσίαν την ανακοπή ερήμην της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε εν μέρει αυτήν και α) αναγνώρισε ότι η από 24-7-2012 δήλωση της αναιρεσίβλητης είναι ανακριβής και β) υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των 8.388,75 ευρώ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα για καταβολή τόκων, με την αιτιολογία ότι με την ανακοπή δεν μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, είτε από την επιβολή της κατάσχεσης, είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, διότι ο καθ' ου η ανακοπή τρίτος από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου ως την έκδοση της απόφασης, που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα, είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος.

Την ως άνω απόφαση μέμφεται ήδη το ηττηθέν αναιρεσείον, με την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), σημειουμένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση, ως εκδοθείσα σε δίκη επί ανακοπής κατά της δήλωσης τρίτου (άρθρο 986 ΚΠολΔ), δηλαδή σε δίκη σχετικά με την εκτέλεση, κατά τα προπαρατεθέντα, είναι τελεσίδικη από της εκδόσεώς της, ως μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 21/2020).

Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής τόκων, με την προεκτεθείσα αιτιολογία. Με την κρίση του αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος ποσού και δεν οφείλει τόκους, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να δεχθεί ως νόμιμο το κύριο αίτημα καταβολής τόκων, όχι από την κατάσχεση, που έλαβε χώρα, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή στις 17-7-2012, αλλά με την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 του ΚΠολΔ, από τότε δηλαδή που η τρίτη ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει στο ανακόπτον, και ακολούθως να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των 8.388,75 ευρώ που επιδίκασε με το νόμιμο τόκο από 26.7.2012, δηλαδή από την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 ΚΠολΔ από την κοινοποίηση της κατασχέσεως στην καθ'ης η εκτέλεση (που κατά τις παραδοχές της απόφασης έλαβε χώρα την 17.7.2102) μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ 356/1974), 188 παρ.1 ΚΠολΔ και 345 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημά του για καταδίκη της αναιρεσίβλητης σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, από την κατάσχεση, άλλως από την άσκηση της ανακοπής.

Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση κατά το κεφάλαιο που απέρριψε το παρεπόμενο αίτημα των τόκων. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), αφού κατά τα προαναφερόμενα έπρεπε να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη η έφεση του αναιρεσείοντος και ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο και ακολούθως να υποχρεωθεί η καθ'ης η ανακοπή να καταβάλει στο αναιρεσείον το ήδη επιδικασθέν ποσό των 8.388,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 26.7.2012 μέχρι την πλήρη εξόφληση Η αναιρεσίβλητη τέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ.

θ` ν. 4387/2016 (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 αρ. 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρ. 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/ 8.12.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικ/νης, όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 124/2018 απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ως προς κεφάλαιο των τόκων.-

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.

Δέχεται την από 8-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης 50/9-10-2012) ανακοπή.

Υποχρεώνει την καθ'ης η ανακοπή (εφεσίβλητη και αναιρεσίβλητη) να καταβάλει στο ανακόπτον (εκκαλούν και αναιρεσείον) το, ήδη επιδικασθέν με την υπ' αριθ. 124/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (8.388,75), με το νόμιμο τόκο από 26.7.2012 μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη (καθ' ης η ανακοπή και εφεσίβλητη) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ανακόπτοντος και εκκαλούντος), τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2021.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ