Supreme Court dismisses appeal on public law debt claim, ruling administrative dispute not civil.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and daughter against a first-instance judgment. The lower court held that the government's claim for pension arrears constituted a public law administrative dispute rather than a civil debt, precluding the issuance of a civil payment order. Consequently, the appellate court found no error in the lower court's application of substantive law regarding the nature of the dispute.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568 para. 4 and 576 para. 1-3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals where the lower court correctly identifies that a claim arising from public law relations, such as pension arrears, does not constitute a civil debt suitable for enforcement via a payment order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1264 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1264/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. χήρας Ι. Κ., 2) Σ. θυγατέρας Ι. Κ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1617/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1273/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20/3/2018 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 43/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1- 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 961/2017, ΑΠ 206/2017, ΑΠ 1914/2016). Στη προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Α.. Ρ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 7.1.2019 και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με επιμέλεια των αναιρεσειουσών που επέσπευσαν τη συζήτηση της υπόθεσης η οποία έγινε απόντος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.
Λόγω αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως υπό του αρχικά ορισθέντος εισηγητή δικαστή, και ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό 43/2022 πράξης του Προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος του παρόντος Δικαστηρίου, η υπόθεση επαναπροσδιορίσθηκε οίκοθεν και ορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (αρθ. 307 ΚΠολΔ), με κλήτευση των διαδίκων για να παραστούν σ'αυτή (σχετ.
προσκ. από 1.3.2022 και 30.5.2022 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή του Αρείου Πάγου Κ. Τ.). Οι αναιρεσείουσες όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλά ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 525 παρ.3 και 4 ΚΠολΔ, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτές παρούσες. Με την κρινόμενη από 20.3.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 1273/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάζοντος ως εφετείου), η οποία δίκασε την από 13.7.2015 έφεση των ήδη αναιρεσειουσών, κατά της με αριθμό 1617/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την οποία απέρριψε κατ'ουσίαν, δεχθείσα ότι το τελευταίο δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου σχετικά με τη διάγνωση της έλλειψης δικαιοδοσίας του εκδόσαντος την ανακοπτομένη με αριθμό 3023/2013 διαταγή πληρωμής, Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή καθόσον ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.
Με το άρθρο 93 του Συντάγματος ορίζεται ότι "1. Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους" ενώ με το άρθρο 94 ότι "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.
Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4.
Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει".
Το Σύνταγμα, με τις προμνησθείσες διατάξεις, οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς τη φύση των αναφυομένων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά δε, αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις. Εξάλλου, ενόψει του προβλεπομένου από το Σύνταγμα οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών, ο έλεγχος των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων ενεργείται υποχρεωτικά από όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο, υπό την επιφύλαξη ότι δεν πρόκειται για πράξεις που συνιστούν άσκηση αρμοδιότητας διοικητικής φύσεως (ΑΕΔ 18/2005).
Περαιτέρω, από το άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο καθορίζει τις διαφορές, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ορίζει, ότι στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και δημοσίου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά και το οποίο, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες του τετάρτου βιβλίου του Κώδικα αυτού, μεταξύ των οποίων και η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής, που εντάσσεται στην άσκηση δικαστικής και όχι διοικητικής αρμοδιότητας, σε συνδυασμό με το άρθρο 623 ιδίου Κώδικα, κατά το οποίο, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής και για χρηματικές απαιτήσεις, που αποδεικνύονται, όπως και το οφειλόμενο ποσό, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, συνάγεται, ότι, μεταξύ των νομίμων προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι να πρόκειται για απαίτηση, η οποία προέρχεται από διαφορά που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως είναι οι απαιτήσεις, οι οποίες προέρχονται από διαφορές ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, λόγω ελλείψεως της ανωτέρω νομίμου προϋποθέσεως, δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής για απαίτηση, η οποία προέρχεται από διαφορά δημοσίου δικαίου, όπως είναι λ.χ.
οι διαφορές από την εξωσυμβατική ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, αφού πρόκειται για απαιτήσεις από διαφορές, οι οποίες δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (άρθρο 1 παρ. 2 εδ. ν' νόμου 1406/1983).
Τα ανωτέρω δεν παραλλάσσουν και με την εκδοχή, ότι στις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες, κατά το άρθρο 94 παρ. 4 εδ. τελευταίο του Συντάγματος, εκτελούνται (πλέον) αναγκαστικά, όπως νόμος ορίζει και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, περιλαμβάνονται (παρά το εδάφιο, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 20 νόμου 3301/2004 στο άρθρο 1 του εκτελεστικού του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 94 του Συντάγματος νόμου 3068/2002) και οι διαταγές πληρωμής.
Τούτο, διότι, η ανωτέρω συνταγματική διάταξη δεν μετέβαλε το νομικό καθεστώς σχετικά με την έκδοση διαταγών πληρωμής, επιτρέποντας γενικά την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου κλπ, αλλά επέτρεψε την αναγκαστική εκτέλεση και κατά του Δημοσίου διαταγών πληρωμής, εφόσον όμως έχουν εκδοθεί εγκύρως βάσει του νομικού καθεστώτος, το οποίο ισχύει σχετικά.
Δηλαδή, με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη δεν μεταβλήθηκε το μέχρι τότε νομοθετικό καθεστώς σχετικά με την έκδοση διαταγής πληρωμής και, συνεπώς, ούτε στα πολιτικά δικαστήρια παρασχέθηκε δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής για απαίτηση, η οποία απορρέει από διαφορά, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, ούτε στα διοικητικά δικαστήρια παρασχέθηκε δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, σε αντίθεση με τον ΚΔιοικΔ (νόμος 2717/1999), ο οποίος δεν γνώριζε το θεσμό αυτό, μέχρι τη δημοσίευση του ν.4329/2015 (2-6-2015), με τον οποίο θεσπίστηκε (για πρώτη φορά) το διαδικαστικό πλαίσιο για την έκδοση διαταγής πληρωμής για απαιτήσεις, οι οποίες απορρέουν από διαφορά που υπάγεται στη διαδικασία των διοικητικών δικαστηρίων.
Με την ως άνω ερμηνεία ο δικαιούχος απαιτήσεως από διαφορά δημοσίου δικαίου δεν στερείται του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη ούτε εκείνου της ιδιοκτησίας, αφού μπορεί να επιδιώξει την πλήρη και αποτελεσματική ικανοποίηση του, δια της προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια με τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα, (και ήδη μετά την ισχύ του ως άνω ν.4329/2015 και με την έκδοση διαταγής πληρωμής), τα οποία και είναι προσαρμοσμένα στις ιδιομορφίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διοικητικών διαφορών, οι οποίες και έχουν θεμελιώδεις διαφορές από εκείνες του ιδιωτικού δικαίου, λόγο ακριβώς για τον οποίο και προβλέπονται και από το ίδιο το σύνταγμα διαφορετικές δικαιοδοσίες για την εκδίκαση τους.
Συνεπώς, με την ερμηνεία αυτή δεν παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1, 93 παρ. 3, 94, 95 παρ. 5 του Συντάγματος (ΑΠ 659/2019, ΑΠ 661/2016, ΑΠ 1264/2011) του άρθρου 1 ν.3068/2002, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και 1 εδ. α' του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 2 παρ. 3, 14 παρ. 1 εδ. α' και β' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά Δικαιώματα (ΑΠ 691/2021, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 1264/2011, ΑΠ 1256/2011).
Τέλος, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, αν εκδοθεί διαταγή πληρωμής παρά την έλλειψη της ανωτέρω νομίμου προϋποθέσεως, ακυρώνεται αυτή μετά από ανακοπή του καθ' ου η εν λόγω διαταγή πληρωμής (ΑΠ 691/2021, ΑΠ 1053/2020, ΑΠ 218/2016). Κατά την διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του , καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 114/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του, ότι δεν συνέτρεχε νόμιμη προϋπόθεση για την έκδοση της με αριθμό 3023/2013 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεώθηκε στην καταβολή του χρηματικού ποσού των 6.900,70 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, το οποίο (χρηματικό ποσό) αφορούσε διαφορά ανάμεσα στο ποσό που ορίστηκε να λαμβάνει ως σύνταξη ο ήδη αποβιώσας συνταξιούχος του Δημοσίου Ι.
Κ., (κληρονόμοι του οποίου ήσαν οι καθών η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσες) και σε αυτό που πράγματι ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 30.6.1998 και κατά της οποίας (διαταγής πληρωμής) άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 8.3.2013 ανακοπή του το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία έγινε δεκτή δυνάμει της με αριθμό 1617/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία ακύρωσε την παραπάνω διαταγή πληρωμής, καθόσον η απαίτηση των καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσειουσών, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε, προήλθε από υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου και συγκεκριμένα απαίτηση από συντάξεις σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή διαφορά που διέπεται από το δημόσιο-διοικητικό δίκαιο και συνιστά διοικητική διαφορά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ( αρθ.20 παρ. 1, 93 παρ. 3, 94,95 παρ. 5 του Συντάγματος, 1 ν. 3068/2002, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και 1 εδ. α' του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 2 παρ. 3, 14 παρ. 1 εδ. α'και β'του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά Δικαιώματα, σε συνδυασμό με εκείνων των άρθρων 623 έως 634 του ΚΠολΔ), καθόσον με βάση αυτά που δέχθηκε δεν συνέτρεχε νόμιμη προϋπόθεση για την έγκυρη έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, η ύπαρξη δηλαδή χρηματικής απαιτήσεως από ιδιωτική διαφορά.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 εδ.Β ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσειουσών, ελλείψει σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.3.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1273/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ