Legislator Case Law & Legislation
1263/2020 AI generated

1263/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1263/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1263/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.

Keywords

AI generated
costs of late payment unpaid licensing royalties deferral of payment missing case documents inadequate constitutional complaint untimely tax return
AI generated
685/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
51/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3171/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6890/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Νοεμβρίου 2003 αίτησή τους.
892/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/3/2009 αίτησή του.
1085/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
808/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1263 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1263/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ... Π... του Α..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην πόλη της ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 523/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-5-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί εξοφλήσεως των επίδικων μισθωμάτων, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του επικυρωμένα αντίγραφα από τα παραστατικά των τραπεζών Πειραιώς και Εθνικής, από τα οποία αποδεικνύεται η καταβολή των μισθωμάτων τα οποία την καλούσε να καταβάλει η εκμισθώτρια για να μην προχωρήσει στην έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εξοφλήσεως των επίδικων μισθωμάτων, προς απόδειξη του οποίου αυτός επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, για τα οποία προβαίνει μάλιστα σε ειδική μνεία, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί εξοφλήσεως των οφειλομένων μισθωμάτων, κατά το σκέλος που αφορούσε την αιτούμενη ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής απόδοσης μισθίου, δεχόμενο ότι ο ανακόπτων που έφερε το βάρος αποδείξεως δεν απέδειξε τον ισχυρισμό αυτό, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία ότι δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση από τα προσκομιζόμενα από τον ανακόπτοντα γραμμάτια είσπραξης, αφού δεν αναγράφεται στο καθένα από αυτά η αιτία καταβολής, η δε από 20.11.2011 απόδειξη αφορά καταβολή για οφειλόμενη από αυτόν δαπάνη καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος και όχι για μισθώματα.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο λόγος αυτός της ανακοπής...Πρέπει, όμως, κατά το σκέλος του που αφορά την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής απόδοσης του μισθίου να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι ο ανακόπτων-μισθωτής, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης του ως άνω ισχυρισμού του, ενόψει της αρνήσεως της καθ' ης η ανακοπή-εκμισθώτριας ουδόλως απέδειξε τον τελευταίο.

Αντίθετα, ενόψει των προαναφερομένων, ως αποδείχθηκε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ο ανακόπτων, αφ' ενός μεν καθυστέρησε από δυστροπία τα μισθώματα των μηνών Μαΐου 2014, Ιουνίου 2014 και Ιουλίου 2014 καθώς και το χαρτόσημο για το χρονικό διάστημα από 1.9.2012 έως 30.4.2014, συνολικού ποσού 10.527 ευρώ για τα οποία και οχλήθηκε με την από 16.7.2014 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία-πρόσκληση της εκκαλούσας-εκμισθώτριας που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 18.7.2014 αφ' ετέρου δεν κατέβαλε αυτά εντός 15 ημερών από την επίδοση σ' αυτόν της ως άνω εξώδικης όχλησης (ήτοι έως τις 2.8.2014), ως είχε δικαίωμα εκ του νόμου και δη από τη διάταξη του άρθρου 662Α ΚΠολΔ, οι δε καταβολές που έγιναν από αυτόν, κατά τα ανωτέρω στις 22.8.2014 και 4.9.2014, συνολικού ποσού 6.250 ευρώ, ουδεμία έννομη συνέπεια είχαν ως προς το νόμιμο και έγκυρο της προσβαλλόμενης διαταγής, κατά το σκέλος της που αφορά την απόδοση του ενδίκου μισθίου, αφ'ενός μεν διότι έλαβαν χώρα μετά τη λήξη της 15νθήμερης προθεσμίας αφ' ετέρου δε διότι δεν εξοφλήθηκε δι' αυτών το σύνολο των ως άνω οφειλομένων μισθωμάτων.

Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από τα προσκομιζόμενα από τον ανακόπτοντα γραμμάτια είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας και απόδειξη, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύεται η εξόφληση όλων των οφειλόμενων μισθωμάτων από την έναρξη της μισθώσεως έως και το Σεπτέμβριο του 2014, αφού δεν αναγράφεται σε έκαστο εξ αυτών η αιτία της καταβολής, η από 20.11.2011 απόδειξη, την οποία συνεκτιμά προς απόδειξη του ισχυρισμού του για εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων αφορά καταβολή για οφειλόμενη από αυτόν δαπάνη καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος και όχι για μισθώματα, ενώ, ως προκύπτει από αυτά η τελευταία προς την καθ' ης η ανακοπή κατάθεση για μισθώματα, ποσού 1.500 ευρώ, πριν την επίδοση της από 16.7.2014 έγγραφης όχλησής της, έλαβε χώρα στις 15.5.2014.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι οι επόμενες και τελευταίες καταβολές του προς την καθ' ης η ανακοπή για μισθώματα έλαβαν χώρα στις 22.8.2014 και 4.9.2014, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο ανακόπτων, τόσο κατά τον χρόνο που επιδόθηκε απ αυτόν η ως άνω 16.7.2014 εξώδικη δήλωση της καθ' ης η ανακοπή όσο και κατά χρόνο της παρέλευσης της 15νθήμερης προθεσμίας της από την επίδοσή της σ' αυτόν, δεν είχε καταβάλει τουλάχιστον τα μισθώματα των μηνών Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2014, για τα οποία, μεταξύ άλλων, οχλήθηκε, αφού αντίκειται στην κοινή λογική, ο ως άνω οφειλέτης, ο οποίος από τον Αύγουστο του 2012 και έκτοτε υπήρξε υπερήμερος ως προς την καταβολή των μισθωμάτων, να έχει προπληρώσει αυτά......

Το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ένστασης του άρθρου 416 ΑΚ, περί εξοφλήσεως των επίδικων μισθωμάτων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, καθόσον μάλιστα ρητά διαλαμβάνει και εξηγεί για ποιο λόγο δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση περί εξοφλήσεως των μισθωμάτων από τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα παραστατικά.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση ανεπαρκών αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠοΛΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου Νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.0 διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, 'Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια), λαμβάνουν υπ" όψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτές έχουν γίνει ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, τουλάχιστον δύο εργάσιμες μέρες πριν από τη βεβαίωση.

Ο διάδικος που επιθυμεί τη χρησιμοποίηση της ένορκης βεβαίωσης, έχει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της κλητεύσεως του αντιδίκου, εκτός αν αυτός παραστάθηκε κατά τη διενέργεια της βεβαίωσης. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλητεύσεως του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση θεωρείται ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο.

Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει κλητευθεί νομίμως ο αντίδικος, ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά τη διενέργειά της, λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1034/2019, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1450/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, με την οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης και μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η ένδικη ανακοπή του αναιρεσείοντος έγινε εν μέρει δεκτή, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε όσον αφορά την αλήθεια ή αναλήθεια, κατά περίπτωση, των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να καταλήξει στην άνω κρίση του, και την υπ' αριθ. 32667/11-10-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ζωής Βισβάρδη, που είχε δοθεί με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης (καθ' ης η ανακοπή - εκκαλούσας), ενόψει της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του την 12-10-2017, την οποία δεν απέκρουσε κατ' άρθρο 529 ΚΠοΛΔ, αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι παραδεκτά προσκομίσθηκε το πρώτον ενώπιον του.

Κατά την έρευνα δε του παραδεκτού της άνω ένορκης βεβαίωσης σχετικά με την κλήτευση του αναιρεσείοντος, διέλαβε ότι αυτή, λήφθηκε υπόψη διότι έγινε "... νομότυπα, μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εφεσιβλήτου να παραστεί σ' αυτή (βλ. την με αριθ. 1134Δ/5.10.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου Δ...

Ν... και παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αυτό, καθώς ως προκύπτει από την επισκόπηση της από 5.10.2017 κλητεύσεως του εφεσίβλητου να παραστεί σ' αυτή αναφέρονται όλα τα αναφερόμενα στον υπό στοιχ.

ΙΙΙ νομικής σκέψης της παρούσας απαραίτητα στοιχεία για το παραδεκτό και υποστατό αυτής, χωρίς η από παραδρομή λανθασμένη σ' αυτή αναφορά της δικασίμου εκδίκασης της προκείμενης έφεσης (12.1.2018 αντί 12.1.2017) να ασκεί οιαδήποτε έννομη συνέπεια για την εγκυρότητα αυτής, ως αβασίμως επικαλείται ο εφεσίβλητος...... Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά έλαβε υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, και την άνω ένορκη βεβαίωση, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης πρέπει να αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, όχι δε και την ημερομηνία εκδίκασης της αγωγής ή του ένδικου μέσου.

Συνεπώς και η τυχόν, παρά ταύτα, εσφαλμένη αναγραφή της δικασίμου του ενδίκου μέσου (12.1.2018 αντί 12.10.2017) δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της σχετικής κλήτευσης. Ως εκ τούτου ο τρίτος και τελευταίος λόγος από το άρθρο 559 αρ.11α' ΚΠολΔ (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση και όχι από τον αριθ.14), με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι απαραδέκτως το Εφετείο την έλαβε υπόψη, κρίνοντας ότι το στοιχείο της ημερομηνίας εκδίκασης του ένδικου μέσου δεν είναι από εκείνα, η έλλειψη των οποίων επιφέρει το ανυπόστατο του αποδεικτικού αυτού μέσου, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Μαΐου 2018 αίτηση του Δ... Π... για αναίρεση της υπ' αριθ. 523/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 09 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ