Legislator Case Law & Legislation
808/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease dispute, rejecting arguments regarding contract termination and rent offset.

Case Number 808/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the First Instance Court's final judgment regarding a commercial lease dispute. The appellant argued that the lower court failed to recognize a subsequent agreement for early termination and incorrectly rejected claims for offsetting security deposits against unpaid rent. The court held that the First Instance Court properly evaluated these factual assertions and rejected them based on lack of documentary evidence and insufficient justification for the offset claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has correctly assessed the facts and rejected the appellant's arguments without procedural error.

Keywords

AI generated
commercial lease dispute early termination agreement security deposit offset appeal admissibility evidence burden court costs allocation procedural review

Cited Legislation

AI generated
Article 577, paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8, item a of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, item B of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 808 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 808/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Ε. Α., Ανώνυμος Εμπορική και Βιοτεχνική Εταιρεία, Είδη Αθλητισμού, Επίπλων και Αντιπροσωπειών", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κεφαλίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FOT Ανώνυμος Εταιρεία Υποστήριξης - Εκμετάλλευσης Ακινήτων και Εμπορίας Οικοδομών" και δ.τ. "FOT ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Φίλιππο Φυλακτόγλου και Φώτιο - Δημήτριο Κρεμμύδα με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του Ευσταθίου Θ. Αθανασόπουλου, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 8-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4953/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 5-4-2018 (αρ.κατ. 343/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ.4953/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, λόγω της πολυπλοκότητας αυτής, προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία (ΑΕΒΕ) και ο Ε. Α. ,που σήμερα δεν είναι διάδικος, άσκησαν κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης την από 15-9-2013 (αρ.κατ. 2860/2013) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν, ότι με το από 29-3-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ της 1ης ενάγουσας ΑΕΒΕ, ήδη αναιρεσείουσας, ως μισθώτριας και του τότε ιδιοκτήτη του μισθίου καταστήματος, Η.

Γ., ως εκμισθωτή, η ως άνω ΑΕΒΕ-αναιρεσείουσα μίσθωσε το με στοιχείο 13 κατάστημα του ισογείου ορόφου της πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ..., στην …, για χρονικό διάστημα εννέα ετών (1-5-2000 έως 30-4-2009), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως έκθεση και πώληση ηλεκτρικών συσκευών της εταιρείας, που εδρεύει στη Δανία, με την επωνυμία BANG AND OLUFSEN, την οποία αντιπροσώπευε στην Ελλάδα η μισθώτρια, ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 4695,52 ευρώ αναπροσαρμοζόμενο κατά τα συμφωνημένα, ότι την προσήκουσα καταβολή του μισθώματος εγγυήθηκε ο τότε 2ος ενάγων, ότι η μίσθωση αυτή, με συμφωνία του εκμισθωτή και της μισθώτριας, συμφωνήθηκε να παραταθεί έως 30-4-2012, ότι στις 19-12-2011 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη υπεισήλθε ως εκμισθώτρια στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σύμβασης μίσθωσης λόγω της απόκτησης της κυριότητας του μισθίου καταστήματος και εκχώρησης σ' αυτήν των δικαιωμάτων από τη μίσθωση, ότι με συμφωνία, που είχε καταρτιστεί κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011, συμφωνήθηκε μεταξύ της μισθώτριας - αναιρεσείουσας και της εκμισθώτριας- αναιρεσίβλητης η πρόωρη λύση της σύμβασης μίσθωσης και η απόδοση του μισθίου έως τις 25-2-2012, με τον όρο η εκμισθώτρια να καταβάλει ως αποζημίωση στην μισθώτρια το ποσό των 50000 ευρώ, ότι επίσης, συμφωνήθηκε ο συμψηφισμός των δύο τελευταίων μισθωμάτων του μηνός Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012, με το ποσό της εγγυοδοσίας, που είχε καταβάλει η μισθώτρια, ισόποση με δύο μισθώματα, ποσό που κατείχε η εκμισθώτρια, ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας η ήδη αναιρεσείουσα - μισθώτρια αποξήλωσε τις εγκαταστάσεις της στο μίσθιο κατάστημα και κάλεσε την εκμισθώτρια να παραλάβει το μίσθιο και να της καταβάλει το συμφωνημένο κατά τα ανωτέρω ποσό των 50000 ευρώ, πλην όμως ότι η εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη αρνήθηκε τούτο κατά παράβαση των συμφωνημένων και ότι στη συνέχεια, η εκμισθώτρια πέτυχε να εκδοθεί σε βάρος της μισθώτριας η υπ' αρ. 245/2013 διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου καταστήματος λόγω δυστροπίας, στην οποία (διαταγή απόδοσης) η μισθώτρια συμμορφώθηκε και απέδωσε τελικά τη χρήση του μισθίου στις 5-3-2013.

Εκτός από τα παραπάνω, η τότε ενάγουσα μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, ότι από 20-2-2012 έως και 5-3-2013 δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μίσθιο λόγω της πλήρους αποξήλωσης των εγκαταστάσεων και υποδομών αυτού, που είχε γίνει σε εκτέλεση της συμφωνίας τους για την πρόωρη λύση της σύμβασης μίσθωσης, ότι από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας - αναιρεσίβλητης είχε αποστερηθεί τη χρήση του μισθίου καταστήματος για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και ότι συνεπώς δεν ήταν δύστροπη.

Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μισθώτρια ζήτησε 1) να αναγνωριστεί ότι δεν οφείλει τα μισθώματα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (20-2-2012 έως και 5-3-2013), συνολικού ποσού 1.15831,25 ευρώ και 2) τα μισθώματα του μηνός Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012, συνολικού ποσού 18533 λόγω του συμψηφισμού αυτών με την εγγυοδοσία, που είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια.

Εκτός των ανωτέρω αιτημάτων, αξίωνε επιπρόσθετα, ως αποζημίωση από τις διαπραγματεύσεις, καταψηφιστικά, να υποχρεωθεί η εκμισθώτρια να της καταβάλει 1) το ποσό των 65299,79 ευρώ, που επιτάχθηκε να καταβάλει με την υπ' αρ. 245/2013 διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου. 2) το ποσό των 180000 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη από τη μη λειτουργία της επιχείρησής της από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας και 3) το ποσό των 20000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από της αδικοπραξία, που υπέστη από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας.

Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την αναιρετική δίκη και αναφέρεται για το ιστορικό της υπόθεσης. Επικουρικά, επίσης, η ήδη αναιρεσείουσα μισθώτρια- τότε ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει ως αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 ΠΔ 34/1995 , το ποσό των 222396 ευρώ ,που αντιστοιχούσε σε είκοσι τέσσερα (24) μηνιαία μισθώματα και όλως επικουρικά, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ' αρ. 904 επ.

ΑΚ.

Εξάλλου, η εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 8-1-2014 (αρ. κατ. 91/2014) αντίθετη αγωγή ,στην οποία συνομολογούσε την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης , το μηνιαίο μίσθωμα και την παράταση αυτής έως τις 30-4-2012, πλην όμως υποστήριζε ότι η παράταση αυτή έγινε με μονομερή δήλωση της μισθώτριας προς τον τότε εκμισθωτή και όχι δηλαδή με συμφωνία αυτών.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι από δυστροπία η μισθώτρια δεν κατέβαλε τα δεδουλευμένα μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2011 έως τον Απρίλιο 2012 , συνολικού ποσού 39486 ευρώ, καθώς επίσης ότι η μισθώτρια παρακράτησε παράνομα τη χρήση του μισθίου καταστήματος τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του έτους 2012,δηλαδή μετά την ανωτέρω μονομερή εκ μέρους της παράταση της μίσθωσης και ότι τελικά η μισθώτρια απέδωσε τη χρήση του μισθίου καταστήματος στις 5-3-2013, συμμορφούμενη προς την υπ' αρ. 245/2013 ως άνω διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία πέτυχε η ενάγουσα εκμισθώτρια να εκδώσει, μετά την κοινοποίηση προς τη μισθώτρια - τότε εναγομένη της από 13-6-2012 εξώδικης δήλωσης, με την οποία η εκμισθώτρια - τότε ενάγουσα την καλούσε να καταβάλει τα δεδουλευμένα μισθώματα, συνολικού ποσού 39486 ευρώ, τα οποία η μισθώτρια από δυστροπία δεν πλήρωνε και επί πλέον την αποζημίωση χρήσης για τα μισθώματα Μαΐου και Ιουνίου 2012, λόγω της παράνομης παρακράτησης του μισθίου καταστήματος και συνολικά το ποσό των 59346,40 ευρώ (39486+59346,40).

Με το παραπάνω ιστορικό η τότε ενάγουσα εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε να υποχρεωθεί η τότε εναγομένη μισθώτρια να της καταβάλει 1) 5335 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης για την παράνομη παρακράτηση του μισθίου από 1-5-2012 έως 5-3-2013. 2) 11.9000 ευρώ ως αποζημίωση για απωλεσθέντα μισθώματα, που θα αποκόμιζε από την κατάρτιση νέας μίσθωσης, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στην αγωγή και 3) 20000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Συνολικά με την αγωγή της η εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε το ποσό των 194335 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.

Οι δύο αντίθετες αγωγές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αρ. 228/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 15-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως προς τον 2ο ενάγοντα - εγγυητή, ως απαράδεκτη και ως προς την κύρια βάση της αγωγής αυτής απέρριψε ως μη νόμιμες τις καταψηφιστικές αξιώσεις αποζημίωσης από τις διαπραγματεύσεις κρίνοντας, ότι πρόκειται για αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων.

Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, ως αόριστο το υπό στοιχείο 2ο αίτημα περί συμψηφισμού των μισθωμάτων Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012 με την εγγυοδοσία, που όπως υποστήριζε η τότε ενάγουσα μισθώτρια-αναιρεσείουσα είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια, κρίνοντας ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή η αιτία για την οποία συμφωνήθηκε η ανωτέρω εγγύηση, εάν δηλαδή πρόκειται για συμβατική εγγυοδοσία, που επιτρέπτει τον συμψηφισμό ή για ποινική ρήτρα .

Επίσης, απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το υπό στοιχείο 1 αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής της μισθώτριας (περί μη οφειλής μισθωμάτων από 20-2-2012 έως και 5-3-2013) . Κατόπιν τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας, που αφορούσε την καταψήφιση αποζημίωσης για την άϋλη εμπορική αξία κατ' αρ. 60 και 61 ΠΔ 34/1995, κρίνοντας ότι η εκμισθώτρια με την από 13-6-2012 εξώδικη δήλωση επιδίωξε την απόδοση του μισθίου καταστήματος εντός εννέα μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας (στις 30-4-2012), ότι συνεπώς η εκμισθώτρια όφειλε από την αιτία αυτή να καταβάλει στη μισθώτρια το ποσό των 222396 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 24 μηνιαία μισθώματα και ότι επειδή αρνήθηκε τούτο , η μισθώτρια άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης του μισθίου μέχρι την είσπραξη του ανωτέρω ποσού και συνακόλουθα, η παρακράτηση του μισθίου εκ μέρους της μισθώτριας δεν ήταν παράνομη.

Αναφορικά με την αγωγή της εκμισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή αυτή ως προς το υπό στοιχείο 1 αίτημα αυτής (αποζημίωση χρήσης κατ' αρ. 601 ΑΚ) και ως μη νόμιμη ως προς τα υπό στοιχείο 2 και 3 αιτήματα αυτής, κρίνοντας ότι δεν πρόκειται για αδικοπραξία ,αλλά για αντισυμβατική συμπεριφορά και μετά από τις προαναφερόμενες παραδοχές της απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο και το υπό στοιχείο 1 αίτημα της αγωγής της εκμισθώτριας περί αποζημίωσης χρήσης ποσού 5335 ευρώ και επομένως απέρριψε την αγωγή της εκμισθώτριας στο σύνολο της.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις. Ειδικότερα, η μεν εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 17-2-2015 (αρ. κατ. 1299/2015) έφεση και τους από 29-9-2016 (αρ.κατ. 354/2016) πρόσθετους λόγους αυτής, επαναφέροντας τους ισχυρισμούς της, ότι η μισθώτρια παρακράτησε παράνομα το μίσθιο από 1-5-2012 (επομένη ημέρα της λήξης της μίσθωσης) έως 5-3-2013, οπότε απέδωσε τη χρήση του με την απειλή εκτέλεσης σε βάρος της υπ' αρ. 245/2013 διαταγής απόδοσης χρήσης του μισθίου λόγω δυστροπίας.

Επίσης, η μισθώτρια - αναιρεσείουσα άσκησε την από 17-3- 2015 (αρ.κατ. 1848/2015) έφεση, με την οποία υποστήριζε, ότι από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας αποστερήθηκε τη χρήση του μισθίου από 20-2-2012 έως 5-3-2013, λόγω της αποξήλωσης των υποδομών του, μετά την συμφωνία τους, ότι δεν παρακράτησε παράνομα το μίσθιο, αλλά νόμιμα ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης λόγω μη πληρωμής εκ μέρους της εκμισθώτριας σ' αυτήν του ποσού των 50000 ευρώ, κατά τα συμφωνημένα και ότι συνεπώς δεν οφείλει μισθώματα, καθώς επίσης ότι είχε συμφωνηθεί ο συμψηφισμός των δύο μισθωμάτων (Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2012) με την καταβληθείσα εκ μέρους της εγγύηση.

Οι εφέσεις και οι πρόσθετοι ως άνω λόγοι συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, δέχθηκε ότι η αξίωση της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας για τον συμψηφισμό των δύο ως άνω μηνιαίων μισθωμάτων (Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2012) με την καταβληθείσα εκ μέρους της εγγύηση πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη ,όπως είχε δεχθεί δηλαδή και το πρωτόδικο Δικαστήριο.

Επίσης, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή της εκμισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς τα υπό στοιχείο 2 και 3 κονδύλια αυτής, δηλαδή την αποζημίωση για απολεσθέντα μισθώματα ποσού 119000 ευρώ και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ,ποσού 20000 ευρώ.

Επί της ουσίας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι η σύμβαση μίσθωσης είχε διάρκεια εννέα ετών, δηλαδή από 1-5-2000 έως 30-4-2009, ότι παρατάθηκε επί τριετία, κατά τα συμφωνημένα και έληγε στις 30-4-2012, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της μισθώτριας περί συμφωνίας για την πρόωρη λύση της σύμβασης μίσθωσης στις 25-2-2012, υπό τον όρο δήθεν καταβολής σ'αυτήν από την εκμισθώτρια 50000 ευρώ ως αποζημίωση και ότι σε εκτέλεση δήθεν της συμφωνίας αυτής η μισθώτρια αποξήλωσε τις εγκαταστάσεις στο μίσθιο, του οποίου η χρήση κατέστη αδύνατη από 20-2-2012.

Την κρίση αυτή το Εφετείο αιτιολόγησε με την παραδοχή , ότι για μια τέτοια συμφωνία θα έπρεπε να τηρηθεί έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 ΠΔ 34/1995, καθώς επίσης, διότι ο χρόνος που απέμενε μέχρι τη λήξη της μίσθωσης (στις 30-4-2012) ήταν πολύ μικρός και δεν δικαιολογούσε μια τέτοια συμφωνία για την πρόωρη λύση της μίσθωσης ,όπως δηλαδή ισχυριζόταν η μισθώτρια και ότι, επειδή η αναιρεσείουσα μισθώτρια παρακράτησε παράνομα το μίσθιο έως 5-3-2013 και απέδωσε τη χρήση του στην εκμισθώτρια υπό την απειλή εκτέλεσης της 245/2013 διαταγής απόδοσης χρήσης, την οποία πέτυχε να εκδώσει η εκμισθώτρια λόγω μη καταβολής μισθωμάτων από δυστροπία, η μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα εξακολουθεί να οφείλει τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 20-2-2012 έως 30-4-2012 και έκτοτε, έως 5-3-2013, ως αποζημίωση χρήσης .Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι ορθά η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής της μισθώτριας -αναιρεσείουσας ως προς τα προαναφερόμενα αναγνωριστικά αιτήματα αυτής.

Κατόπιν τούτου απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας μισθώτριας.

Εξάλλου, αναφορικά με την έφεση της εκμισθώτριας, που ζητούσε την απόρριψη του επικουρικού αιτήματος της αγωγής της μισθώτριας περί καταβολής σ' αυτήν από την εκμισθώτρια αποζημίωσης για την άυλη εμπορική αξία, κατ' αρ. 60 ΠΔ 34/1995, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι η εκμισθώτρια δεν άσκησε την αγωγή απόδοσης του μισθίου εξαιτίας της λήξης της μίσθωσης μετά την συμπλήρωση 12ετίας και μάλιστα πριν από την πάροδο εννέα μηνών από τη λήξη της μίσθωσης ,όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 61 σε συνδ. 60 του ΠΔ 34/1995, ώστε να έχει υποχρέωση να καταβάλει στην μισθώτρια αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία, ποσού 222396 ευρώ, ίση δηλαδή με 24 μηνιαία μισθώματα και αφού δέχθηκε τον σχετικό λόγο της τότε εκκαλούσας εκμισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως για το ζήτημα αυτό και αφού ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής της μισθώτριας - αναιρεσείουσας απέρριψε την αγωγή αυτή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο περί επιδίκασης στην μισθώτρια αποζημίωσης άϋλης εμπορικής αξίας της επιχείρησης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του πδ/τος 34/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 14 και 15 του ν. 2741/1999, προκύπτει: α) ότι σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στον μισθωτή ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξεως μίσθωμα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, και β) ότι η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, πλην άλλων περιπτώσεων, όταν ο μισθωτής αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο, καθώς και όταν μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλθει χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών, χωρίς να ασκηθεί η περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών.

Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεάμηνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μια τετραετία, μετά τη λήξη, της οποίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου, χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άϋλη εμπορική αξία. Έτσι, αν ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί χρόνο μείζονα των δέκα έξι ετών (12+4) δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση για άϋλη εμπορική αξία.

Νομοθετικός σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων του μισθωτή και του εκμισθωτή, αφού, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν. 2741/1999 "σε αυτή την περίπτωση με την επιπλέον παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο θεωρείται ότι καρπώθηκε (ο μισθωτής) την άϋλη αυτή εμπορική αξία". Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 61 περ.

δ' του ιδίου π.δ/τος 34/1995 προκύπτει ότι η οριστική λήξη της μίσθωσης λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, εξαρτάται από μελλοντική συμπεριφορά του δικαιούχου της αξίωσης και συγκεκριμένα, αν αυτός θα ασκήσει ή όχι εμπροθέσμως την κατ' άρθρο 599 παρ. 1 και 608 παρ. 1 ΑΚ αξίωση προς απόδοση του μισθίου, με την άσκηση της οποίας η λήξη καθίσταται οριστική.

Η εννεάμηνη προθεσμία δεν συνιστά παραγραφή, αλλά αποσβεστική προθεσμία, αφού με την τήρηση ή τη μη τήρησή της συνάπτονται διαπλαστικά αποτελέσματα, η οριστική λήξη ή η παράταση της μίσθωσης (ΑΠ 288/2010). Από την ίδια διάταξη επίσης του άρθρου 61 περ. δ' του ίδιου π.δ/τος προκύπτει, ότι η σχετική αξίωση του εκμισθωτή πρέπει να ασκηθεί μόνο μετά τη λήξη-συμπλήρωση της δωδεκαετίας από την έναρξη της μίσθωσης και μάλιστα σε αποκλειστικό χρονικό διάστημα 9 μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας, δεν είναι δε νοητή η άσκηση της ίδιας αξίωσης, ούτε πριν τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, αφού τότε δεν έχει επέλθει η λήξη της μίσθωσης, ούτε μετά τη συμπλήρωση της εννεάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, που αποσβένεται οριστικά η αντίστοιχη αξίωση του εκμισθωτή για την απόδοση του μισθίου και ο χρόνος της μίσθωσης, αναγκαστικά παρατείνεται για μια ακόμα τετραετία από τη λήξη της δωδεκαετίας.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις (άσκηση της αξίωσης του εκμισθωτή πριν τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, ή μετά τη συμπλήρωση του εννεάμηνου από τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας), δεν έχει λήξει οριστικά η διάρκεια της μίσθωσης, ο δε μισθωτής που ενδίδει οικειοθελώς πλέον στην παρατύπως ασκηθείσα αξίωση του εκμισθωτή, δεν δικαιούται στην προβλεπόμενη αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας.

Τέλος, από τις ίδιες διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ίδιου π.δ/τος, που προβλέπουν την άσκηση αγωγής εκ μέρους του εκμισθωτή για την άσκηση της αξίωσής του για απόδοση του μισθίου λόγω λήξης της δωδεκαετίας δεν αποκλείεται η άσκηση της ίδιας αξίωσης και με εξώδικη δήλωση, όταν με αυτήν εκφράζεται σαφώς η βούληση του εκμισθωτή για τη μη συνέχιση της μίσθωσης πέραν της δωδεκαετίας, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι η εξώδικη αυτή δήλωση θα επιδοθεί στο μισθωτή στην εννεάμηνη, όπως και η αγωγή, προθεσμία από τη λήξη της μίσθωσης (ΑΠ 1542/2012, ΑΠ 39/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου.

Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση, υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ. 335) και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης (ΑΚ 343 επ. 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.

Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ, αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο, που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη (κανονική) πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως "αποζημίωση χρήσης", μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο.

Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι καθιερώνεται με αυτή υποχρέωση σε βάρος του μισθωτή για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης (ΑΚ 599 παρ. 1). Κατά συνέπεια η στηριζόμενη στο άρθρο 601 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, που γεννιέται από την επόμενη ημέρα λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα αποδόσεως της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης (ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1815/2007, ΑΠ 1470/2009, 1842/2008).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 5 παρ.1 του ΠΔ 34/1995, με εκείνης του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση, όπως και κάθε άλλη σύμβαση, μπορεί να λυθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, είτε την άμεση λύση της μίσθωσης, είτε τη λύση της σε χρόνο συντομότερο από εκείνον που ισχύει σύμφωνα με το νόμο. Η μεταγενέστερη αυτή της συνάψεως της συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως συμφωνία, για να είναι έγκυρη, πρέπει να καταρτίζεται ανάμεσα στον εκμισθωτή και το μισθωτή και να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, να συμφωνείται δε η άμεση λύση της μίσθωσης ή η λύση της σε ρητά καθοριζόμενο χρονικό σημείο. Στην περίπτωση αυτή η λύση της μίσθωσης επέρχεται ευθύς ως συμπληρωθεί ο συμφωνηθείς εγγύτερος χρόνος, (άρθρο 599 αριθ. 1 ΑΚ). Η νεότερη αυτή συμφωνία ενέχει παραίτηση του μισθωτή από δικαιώματα που του παρέχει ο ν. 813/1978 ή άλλος τροποποιητικός αυτού μεταγενέστερος νόμος (ΑΠ 973/2010, πρβλ. επίσης, ΑΠ 526/2017, ΑΠ 996/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1678/2017).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μισθώτρια αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την καταβολή από την εκμισθώτρια - αναιρεσίβλητη του ποσού των 222396 ευρώ, ως αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία, ίση με 24 μηνιαία μισθώματα, διότι δήθεν η εκμισθώτρια- αναιρεσίβλητη δεν άσκησε εντός εννέα μηνών μετά τη λήξη της μίσθωσης, λόγω συμπλήρωσης 12ετίας στις 30-4-2012, την αγωγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου και ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια απέδωσε το μίσθιο στις 5-3-2013 σε συμμόρφωση δήθεν της υπ' αρ. 245/2013 διαταγής απόδοσης χρήσης του μισθίου, που εκδόθηκε λόγω μη καταβολής δήθεν από την αναιρεσείουσα μισθώτρια του ποσού των 39486 ευρώ, που αντιστοιχούσε δήθεν σε μη καταβληθέντα από αυτήν μισθώματα από δυστροπία, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 60 και 61 περ.

δ του ΠΔ 34/1995, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφή και ελλιπή αιτιολογία, διότι κατά την άποψη της αναιρεσείουσας αποδείχθηκε, ότι η από 13-6-2012 εξώδικη δήλωση της εκμισθώτριας - αναιρεσίβλητης ισοδυναμεί με αγωγή απόδοσης του μισθίου, η οποία ασκήθηκε πριν από την πάροδο εννέα μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας και έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε .αναφορικά με τα ερευνώμενα στον αναιρετικό ως άνω λόγο ζητήματα, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 29.3.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, η ενάγουσα εταιρεία "Θ.

Ε. Α. ΑΒΕΕ, ΕΙΔΗ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ, ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ", μίσθωσε από τον τότε ιδιοκτήτη Η. Γ., το υπό στοιχεία 1-3 κατάστημα του ισογείου οικοδομής, επί της οδού ..., αποτελούμενο από ισόγειο, επιφανείας 73 τ.μ., υπόγειο, επιφανείας 47,50 τ.μ., στο οποίο υπάρχει και τουαλέτα και ημιώροφο, επιφανείας 26 τ.μ. περίπου.

Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εννεαετής, από 01.5.2000 έως 30.4.2009 και το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο για την έκθεση και πώληση ηλεκτρικών συσκευών της εταιρείας BANG and OLUFSEN Δανίας, την οποία αντιπροσώπευε στην Ελλάδα η μισθώτρια. Το μηνιαίο μίσθωμα είχε ορισθεί για το πρώτο μισθωτικό έτος στο ποσό του 1.600.000 δραχμών (4.695,52 ευρώ) και για τα υπόλοιπα μισθωτικά έτη, συμφωνήθηκε το μηνιαίο μίσθωμα να αναπροσαρμόζεται ετησίως, προσαυξημένο κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου, υπολογιζομένου μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Ιανουαρίου του προηγουμένου μισθωτικού έτους, σύμφωνα με τον επίσημο δείκτη τιμών καταναλωτή της ΕΣΥΕ, επαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες, σε καμία δε περίπτωση, η αναπροσαρμογή δεν θα ήταν μικρότερη του 5% ετησίως.

Εξαιρετικά συμφωνήθηκε ότι για το τέταρτο και το όγδοο έτος της μίσθωσης, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 1.5.2003 έως 30.4.2004 και από 1.5.2007 έως 30.4.2008, το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμοσθεί για το κάθε έτος, προσαυξημένο κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου υπολογιζομένου μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Ιανουαρίου του προηγουμένου μισθωτικού έτους, σύμφωνα με τον επίσημο δείκτη τιμών καταναλωτή της ΕΣΥΕ, επαυξημένου κατά έξι ποσοστιαίες μονάδες, σε καμία δε περίπτωση, η αναπροσαρμογή δεν θα ήταν μικρότερη του 10% ετησίως.

Τέλος, συμφωνήθηκε ότι αν η μισθώτρια παραμείνει στο μίσθιο, για οποιονδήποτε λόγο, πέραν της δωδεκαετίας, τότε για το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 και για όσο χρόνο ήθελε διαρκέσει η μίσθωση, το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται ετησίως, προσαυξημένο κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου, υπολογιζομένου μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Ιανουαρίου του προηγούμενου μισθωτικού έτους, σύμφωνα με τον επίσημο δείκτη τιμών καταναλωτή της ΕΣΥΕ, επαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες, και σε καμία περίπτωση η αναπροσαρμογή δεν θα είναι μικρότερη του 8% ετησίως.

Στις 8.4.2009, η μισθώτρια κοινοποίησε στον Η. Γ. την από 17 3.2009 μονομερή δήλωση της, με την οποία δήλωνε ρητώς ότι παρατείνει την ένδικη μίσθωση για το χρονικό διάστημα από 1.5.2009 έως 30.4.2012. Στις 29.5.2009 υπεγράφη μεταξύ των ανωτέρω, ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της μίσθωσης που κύρωσε την μονομερή δήλωση παράτασης της μισθώτριας και τροποποίησε μόνον τον όρο για το ύψος της αναπροσαρμογής, συμφωνήθηκε δε.

ότι για το διάστημα από 1.6.2009 έως 30.4.2010, δεν θα πραγματοποιηθεί η αναπροσαρμογή που είχε συμφωνηθεί και θα παραμείνει για το διάστημα αυτό στο ποσό των 8.297 ευρώ, ενώ από 1.5.2010, το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται ετησίως, κατά τα οριζόμενα, στο αρχικό συμφωνητικό. Στις 15.12.2011, με το υπ' αριθμόν …/….12.201 1 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Μαρκογιαννάκη, η εταιρία με την επωνυμία "FOT Ανώνυμος Εταιρία Υποστήριξης - Εκμετάλλευσης Ακινήτων και Εμπορίας Οικοδομών" αγόρασε από τον Η.

Γ., το ένδικο μίσθιο, αντί τιμήματος 1.048.178,30 ευρώ.

Παράλληλα, ο πωλητής εκχώρησε στην αγοράστρια, κατ' άρθρο 455 Α.Κ., όλα τα δικαιώματα που απέρρεαν από τη μίσθωση, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στη μισθώτρια, με την από 18.12.2011 εξώδικη δήλωση της. Στις 30.4.2012, η μισθώτρια όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στην εκμισθώτρια. Ο ισχυρισμός της μισθώτριας ότι συμφωνήθηκε με την εκμισθώτρια η πρόωρη λύση της μίσθωσης στις 25.2.2012, υπό τον όρο καταβολής ποσού 50.000 ευρώ, προς τούτο δε, ξεκίνησε στις 20.2.2012 την αποξήλωση των εγκαταστάσεων από το μίσθιο, δεν αποδείχθηκε, καθ' όσον δεν συνετάγη σχετικά έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ενώ σε κάθε περίπτωση το χρονικό διάστημα που υπελείπετο για τη λήξη της μίσθωσης (30.4.2012) ήταν πολύ μικρό.

Συνεπώς, η μισθώτρια οφείλει μισθώματα από 20.2.2012 έως και 30.4.2012, "εν συνεχεία δε, αποζημίωση χρήσεως μέχρι 5.3.2013, οπότε και απέδωσε το μίσθιο, σε συμμόρφωση προς την υπ' αριθμόν 245/2013 διαταγή απόδοσης χρήσης του μισθίου του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την έκδοση της οποίας είχε ζητήσει η εκμισθώτρια. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή της μισθώτριας, κατά την κύρια βάση της, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ορθώς εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η ίδια με τον σχετικό λόγο της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα και μετά ταύτα και η από 17.3.2015 έφεση στο σύνολο της, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα. Πρέπει, επίσης, η εκκαλούσα να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος της (άρθρα 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ως προς την από 17.2.2015 έφεση της εκκαλούσας εταιρίας "FOT Ανώνυμος Εταιρία Υποστήριξης - Εκμετάλλευσης Ακινήτων και Εμπορία Οικοδομών", από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε εν σχέσει, με την υποχρέωσή της, για αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας της μισθώτριας της, ότι η τελευταία δεν δικαιούτο να λάβει την προβλεπομένη, από τη διάταξη του άρθρου 60 του Π.Δ. 34/1995, αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο, κατά το χρόνο λήξεως, μίσθωμα είκοσι τεσσάρων μηνών, καθ' όσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του Π Δ. 34/1995 προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση λήξης της μίσθωσης, λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή, για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο, κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης, είκοσι τεσσάρων μηνών. Το ποσό, όμως, αυτό, δεν οφείλεται αν ο μισθωτής αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο ή στην περίπτωση που η αγωγή απόδοσης του μισθίου για λήξη της μίσθωσης που έχει επέλθει, λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ασκηθεί, μετά παρέλευση εννέα μηνών από αυτή τη λήξη της μίσθωσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει ασκηθεί από την εκμισθώτρια αγωγή απόδοσης του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης που έχει επέλθει, λόγο: συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ενώ η μισθώτρια απέδωσε το μίσθιο στις,5.3.2013. σε συμμόρφωση της με την υπ' αριθμόν 245/2013 διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου, η οποία εκδόθηκε λόγω μη καταβολής μισθωμάτων, από δυστροπία, εκ μέρους της μισθώτριας, ύψους 39.486 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που μι την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 60 Π.Δ. 34/1995 και επεδίκασε στη μισθώτρια το ποσό των 222.396 ευρώ, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης της εκκαλούσας εκμισθώτριας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι έχει επιδικασθεί στην εκμισθώτρια αποζημίωση χρήσεως, για το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 5.3.2013, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 601 Α.Κ., χωρίς όμως να αποδειχθεί ότι η τελευταία, κατά το χρονικό αυτό διάστημα υπέστη και περαιτέρω, ζημία, ώστε να δικαιούται ανάλογη αποζημίωση και ο σχετικός λόγος της έφεσης της εκμισθώτριας - εκκαλούσας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η από 17.2.2015 έφεση με τους πρόσθετους λόγους της εκκαλούσας "FOT Ανώνυμος Εταιρία Υποστήριξης. - Εκμετάλλευσης Ακινήτων και Εμπορία Οικοδομών", να εξαφανισθεί εν μέρει, η εκκαλουμένη, μόνον ως προς τη διάταξη αυτής, με την οποία επιδικάσθηκε στην ενάγουσα μισθώτρια της από 15.9.2013 αγωγής, το ποσό των 222.396 ευρώ και τη συμπαρασυρομένη διάταξη περί δικαστικών εξόδων και αφού διακρατηθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό και δικασθεί η από 15.9.2013 αγωγή, κατά το αγωγικό αυτό κεφάλαιο, να απορριφθεί η αγωγή, ως προς αυτό".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε σαφή και επαρκή αιτιολογία που δικαιολογεί το διατακτικό της απόφασής του ,που έχει νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε, ότι με τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης στις 30-4-2012, που συνέπιπτε με την συμπλήρωση δωδεκαετίας, η αναιρεσείουσα μισθώτρια όφειλε να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στην αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια και ότι η εκμισθώτρια δεν άσκησε σε βάρος της μισθώτριας την αγωγή απόδοσης του μισθίου και μάλιστα εντός εννέα μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας, ώστε να γεννηθεί σε βάρος της εκμισθώτριας η υποχρέωση καταβολής προς την μισθώτρια -αναιρεσείουσα αξίωση αποζημίωσης για την άϋλη εμπορική αξία, ίση με 24 μηνιαία μισθώματα , όπως δηλαδή υποστήριζε η αναιρεσείουσα μισθώτρια.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι δεν αποδείχθηκε ό ισχυρισμός της μισθώτριας -αναιρεσείουσας περί κατάρτισης συμφωνίας με την αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (για να υπεισέλθει η αναιρεσείουσα στη μίσθωση) , περί το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011,σύμφωνα με την οποία θα έληγε προώρως η μίσθωση, στις 25-2-2012,υπό τον όρο η εκμισθώτρια να καταβάλει στη μισθώτρια το ποσό των 50000 ευρώ ως αποζημίωση και ότι, σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας, η αναιρεσείουσα μισθώτρια άρχισε τις εργασίες αποξήλωσης των εγκαταστάσεων στο μίσθιο με συνέπεια έκτοτε, να μην είναι δυνατή η χρήση του από αυτήν.

Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια υπαναχώρησε από την συμφωνία αυτήν από δική της υπαιτιότητα, όπως δηλαδή υποστήριζε η μισθώτρια αναιρεσείουσα και για να ενισχύσει την ανωτέρω κρίση του δέχθηκε ορθά, ότι μια τέτοια συμφωνία, για να είναι έγκυρη, θα έπρεπε να αποδεικνύεται με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 ΠΔ 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων.

Εξάλλου, με επάλληλη αιτιολογία, προς ενίσχυση της ανωτέρω κρίσης του, δέχθηκε ότι το χρονικό διάστημα, που μεσολαβούσε μεταξύ της (κατά την ανωτέρω άποψη της αναιρεσείουσας) συμφωνίας για πρόωρη λύση της μίσθωσης στις 20-2-2012 και της λήξης της σύμβασης μίσθωσης λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας στις 30-4-2012, ήταν πολύ μικρό, ώστε να δικαιολογεί μια τέτοια συμφωνία για πρόωρη λύση.

Εκτός των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια απέδωσε τελικά τη χρήση του μισθίου στις 5-3-2013, σε συμμόρφωση της υπ' αρ. 245/2013 διαταγής απόδοσης της χρήσης, η οποία εκδόθηκε λόγω της μη καταβολής εκ μέρους της μισθώτριας δεδουλευμένων μισθωμάτων από δυστροπία, ύψους 39486 ευρώ και ότι συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 61 περ.

δ του ΠΔ 34/1995 για την δημιουργία αντίστοιχης υποχρέωσης της εκμισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης για να καταβάλει αποζημίωση άϋλης εμπορικής αξίας ποσού 222396 ευρώ, ίσης με 24 μηνιαία μισθώματα. Τέλος, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν συνέτρεξε περίπτωση άσκησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας-μισθώτριας νόμιμου δικαιώματος επίσχεσης για την απόδοση του μισθίου, όπως αυτή υποστήριζε, εφόσον συγχρόνως δεν αποδείχθηκε, ότι συνέτρεχε υποχρέωση της εκμισθώτριας για την καταβολή αποζημίωσης άϋλης εμπορικής αξίας.

Εξάλλου, αναφορικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η από 13-6-2012 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας προς αυτήν ισοδυναμεί με την άσκηση αγωγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου η οποία ασκήθηκε εντός εννέα μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας (30-4-2012) και ότι συνεπώς η εκμισθώτρια αναιρεσίβλητη οφείλει να καταβάλει σ' αυτήν την αποζημίωση άϋλης εμπορικής αξίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού πέραν του ότι το Εφετείο ανελέγκτως δέχτηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ασκηθεί από την εκμισθώτρια αγωγή απόδοσης του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης που έχει επέλθει λόγω συμπλήρωσης 12ετίας, από την επισκόπηση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης, που επιτρέπεται κατ' άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον πρόκειται για αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 61 του ΠΔ 34/1995, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια αξίωσε με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση να εισπράξει καθυστερούμενα μισθώματα από τον Δεκέμβριο 2011 έως και τον Απρίλιο 2012 .συνολικού ποσού 39486 ευρώ, τα οποία από δυστροπία η αναιρεσείουσα δεν είχε εξοφλήσει και επί πλέον το ποσό των 19860,40 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης (αρ. 601 ΑΚ) ,διότι όπως ανέφερε, αν και η δωδεκαετία είχε λήξει στις 30-4-2012, η αναιρεσείουσα μισθώτρια εξακολούθησε να παραμένει στο μίσθιο τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του έτους 2012.

Συνολικά, δηλαδή με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση, η εκμισθώτρια αξίωνε το ποσό των 59346,40 ευρώ (39486+19860,40) και δήλωνε προς τη μισθώτρια, εκφράζοντας σαφώς τη βούλησή της, ότι, εάν δεν συμμορφωθεί θα αναγκαστεί να καταφύγει στη δικαστική είσπραξη του ανωτέρω ποσού, καθώς και στην έξωσή της από το μίσθιο λόγω της δυστροπίας.

Εξάλλου, η υπ' αρ. 245/2013 διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου (που επίσης επισκοπείται επιτρεπτά κατά τα ανωτέρω σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ) εκδόθηκε για το ανωτέρω ποσό και ρητά αναφέρει την ανωτέρω εξώδικη δήλωση (13-6- 2012), ενώ η αναιρεσείουσα μισθώτρια απέδωσε τελικά τη χρήση του μισθίου, σε συμμόρφωση της ως άνω διαταγής απόδοσης χρήσης από δυστροπία στις 5-3-2013 .

Συνακόλουθα, ορθά κατά τις παραδοχές η από 13-6-2012 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας δεν εξομοιώνεται με αγωγή απόδοσης χρήσης του μισθίου λόγω λήξης της δωδεκαετίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 61 σε συνδ. 60 του ΠΔ 34/1995, τις οποίες το Εφετείο επομένως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα γενόμενα δεκτά απ' αυτό ως αποδειχθέντα, κατά τα ανωτέρας ανελέγκτως αναιρετικά, περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ συγχρόνως από τις ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου .

Επομένως, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης για την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος κατ' αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ, διότι ,υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 407 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγύησης, για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να συμφωνηθεί για κάθε περίπτωση παράβασης των όρων της μισθωτικής σύμβασης, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή έναντι της οποίας δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό το χρηματικό ποσό, στο οποίο ανάγεται η ποινική ρήτρα (ΑΠ 585/1997). Λόγω αυτής της φύσεως και λειτουργίας της εγγυοδοσίας ο αξιών την επιστροφή της με αγωγή, ανταγωγή ή προβάλλοντας ένσταση συμψηφισμού πρέπει να εκθέτει το λόγο και το σκοπό για τον οποίο αυτή δόθηκε, καθώς και την αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της, άλλως το σχετικό αίτημα είναι αόριστο (ΑΠ 236/2010, ΑΠ 1848/2007, ΑΠ 585/1997).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007) και η ανταγωγή, είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.

Α.Π. 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 1486/2014).

Με τον 2ο αναιρετικό λόγο, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η αναιρεσείουσα απέδωσε τη χρήση του μισθίου στις 5-3-2013 σε συμμόρφωση της υπ' αρ. 245/2013 διαταγής απόδοσης χρήσης, που εκδόθηκε δήθεν λόγω μη καταβολής από αυτήν μισθωμάτων από δυστροπία, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό -πράγμα ,που συνιστούσε την ιστορική βάση της αγωγής της, σύμφωνα με τον οποίο η μη καταβολή από αυτήν των μισθωμάτων από Φεβρουάριο 2012 έως 5-3-2013 δεν οφειλόταν σε δυστροπία, αλλά στην αποστέρηση από αυτήν της δυνατότητας χρήσης του μισθίου από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας - αναιρεσίβλητης, η οποία παρότρυνε την αναιρεσείουσα - μισθώτρια να αποξηλώσει τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις του μισθίου σε εκτέλεση της από Οκτωβρίου 2011 συμφωνίας τους περί σύντμησης του νόμιμου και συμβατικού χρόνου της μίσθωσης και περί πρόωρης λύσης της μίσθωσης και παράδοσης του μισθίου έως τις 25-2- 2012, υπό τον όρο καταβολής εκ μέρους της εκμισθώτριας του ποσού των 50000 ευρώ, συμφωνία, που η αναιρεσίβλητη- εκμισθώτρια δεν τήρησε και έχει ως συνέπεια την απαλλαγή της μισθώτριας - αναιρεσείουσας από την υποχρέωση για την καταβολή μισθωμάτων.

Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλλόμενη απόφαση για την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ. α ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να μη δεχθεί, όσα εκτίθενται στο Α' σκέλος περί της μεταγενέστερης συμφωνίας των διαδίκων περί πρόωρης λύσης της μίσθωσης στις 25-2-2012, με την επί πλέον συμφωνία ότι τα μισθώματα Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012 θα συμψηφιστούν με την ισόποση εγγύηση δύο μισθωμάτων, που είχε καταβάλει η αναιρεσείουσα και βρισκόταν στα χέρια της εκμισθώτριας, δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ,που συνιστούσε την ιστορική βάση της αγωγής της και ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα δεν είναι δύστροπη, διότι δεν οφείλει τα ανωτέρω μισθώματα με βάση την προαναφερόμενη συμφωνία.

Στην προκειμένη περίπτωση και επί πλέον των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης που έχουν εκτεθεί προηγουμένως, κατά την έρευνα του 1ου αναιρετικού λόγου, το Εφετείο δέχτηκε επιπρόσθετα και τα ακόλουθα:.... "Κατά τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης, διαμορφωθεί η συναλλακτική πρακτική να κατατίθεται στα χέρια του εκμισθωτή από τον μισθωτή, συνήθως το ισόποσο ενός ή δύο μισθωμάτων ως "εγγύηση", που πρέπει να επιστραφεί, κατά την λήξη της μίσθωσης, στον καταβαλόντα, εφ' όσον η όλη συναλλαγή θα έχει εξελιχθεί ομαλώς και κατά τα συμφωνηθέντα.

Το ποσό αυτό αδοκίμως αποκαλείται "εγγύηση" αντί του ορθού "εγγυοδοσία". Η τύχη του ποσού της εγγυοδοσίας διέπεται από τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών, λαμβανομένων υπ' όψιν της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, μπορεί δε να έχει δοθεί, κατά περίπτωση, ως συμβατική εγγυοδοσία, ως ποινική ρήτρα για την κάλυψη τυχόν ζημιών του εκμισθωτή από την πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτή, αλλά και ως προκαταβολή μισθωμάτων ή ως αρραβώνας.

Το ποσό της καταβληθείσας εγγυοδοσίας για την καλή εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης αποτελεί ποινική ρήτρα και δεν μπορεί να προταθεί από τον μισθωτή, κατά τη διάρκεια της μισθωτικής σύμβασης, σε συμψηφισμό, με αποζημίωση που οφείλει στον εκμισθωτή για ζημιά που του έχει προκαλέσει υπαιτίως, αλλά μόνον μετά τη λήξη της μίσθωσης....

Σε κάθε περίπτωση, στην αγωγή ή ανταγωγή, με την οποία ζητείται η επιστροφή του ποσού της εγγυοδοσίας ή στην ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να εκτίθεται ο λόγος, για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε αυτή, καθώς και η αιτία, για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της, διαφορετικά το σχετικό αίτημα είναι αόριστο....

Στην προκειμένη περίπτωση, η μισθώτρια προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012, ύψους 18.533 ευρώ, δεν οφείλονται στην εκμισθώτρια, καθ' όσον είχε συμφωνηθεί ο συμψηφισμός τους με την καταβληθείσα από αυτήν εγγύηση. Σύμφωνα, όμως με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει αόριστος και απορριπτέος, καθ' όσον δεν εκτίθενται στην αγωγή η αιτία για την οποία είχε καταβληθεί η εγγύηση (συμβατική εγγυοδοσία, ποινική ρήτρα κ.λ.π...), ούτε τα επί μέρους στοιχεία της συμφωνίας με την εκμισθώτρια περί συμψηφισμού της με τα μισθώματα Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012......" Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές ο 2ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του, διότι, όσον αφορά το Α' σκέλος αυτού, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της μεταγενέστερης συμφωνίας του Οκτωβρίου 2011 για την πρόωρη λύση της μίσθωσης έως τις 25-2-2012, υπό τον όρο καταβολής στην μισθώτρια 50000 ευρώ από την εκμισθώτρια, τον οποίο απέρριψε με ρητή αιτιολογία (βλ.

σελ. 8α και β της προσβαλλόμενης απόφασης) και ειδικότερα, διότι κατά τις παραδοχές η συμφωνία αυτή δεν αποδείχθηκε με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του ΠΔ 34/1995, ενώ επίσης με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του το Εφετείο δέχθηκε ότι το διάστημα μεταξύ της 25-2-2012 και 30-4-2012, που έληγε η σύμβαση μίσθωσης ήταν μικρό και δεν δικαιολογούσε την κατάρτιση συμφωνίας περί πρόωρης λύσης της μίσθωσης.

Εξάλλου, απορριπτέο είναι και το Β σκέλος του 2ου λόγου αναίρεσης, διότι το Εφετείο, μετά από νομική ανάπτυξη απέρριψε με ρητή επίσης αιτιολογία (βλ. σελ. 5β έως 6α της απόφασής του) τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας μισθώτριας περί συμφωνίας συμψηφισμού των μισθωμάτων Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012, ύψους 18533 ευρώ, με την καταβληθείσα από την αναιρεσείουσα μισθώτρια εγγυοδοσία ως αόριστο ,διότι η τελευταία δεν διευκρίνιζε στην αγωγή της την αιτία καταβολής της εγγυοδοσίας ως έχουσα χαρακτήρα συμβατικής εγγυοδοσίας, που επιτρέπει τον συμψηφισμό, είτε ως ποινής - (ποινικής ρήτρας) ανεξαρτήτως ζημίας. Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α ΚΠολΔ, εφόσον το Εφετείο ερεύνησε και αξιολόγησε τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς, που συνιστούν <πράγμα>, τους οποίους απέρριψε με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες.

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Βδ' ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-4-2018 (αρ. κατ. 343/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 4953/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών).?

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΙ

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ