Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, ruling no substantive law violation occurred regarding contract interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court failed to apply civil code interpretation rules, but the court found no ambiguity in the parties' intent since no contractual bond existed. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, Art. 173, Art. 200 of the Civil Code; An appeal is inadmissible if the court of first instance does not find a gap or ambiguity in the contract's intent, thereby rendering the application of interpretation rules unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1262 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1262/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Χ., κατοίκου …., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΛΟΙ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ", που εδρεύει στο Δήμο Γρεβενών και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο ποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/12/2012 και 14/2/2014 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18-10-2018 και με αριθ.καταθ.22/7-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 επ. ΚΠολΔ) 50/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 5-10-2015 και με αριθ.καταθ.32/2015 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 5-10-2015 και με αριθ.καταθ.33/2015 αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης, και, αφού εξαφανίσθηκε η 23/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών κατά το μέρος που έκρινε επί της από 28-12-2012 και με αριθ.κατάθ.90/2012 αγωγής, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ.552, 553, 555, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μοναδική προϋπόθεση λήψης υπόψη ένορκών βεβαιώσεων, οι οποίες αποτελούν στην εργατική διαδικασία ίδιο αποδεικτικό μέσο, είναι η λήψη τους μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του, από τον επιμεληθέντα για την εξέταση των μαρτύρων του πριν από είκοσι τέσσερις ώρες. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη αλλά ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 186/2005). Αν ο αντίδικος του εξετάζοντος που κλητεύθηκε δεν παραστεί και στην έκθεση του ειρηνοδίκη ή στην πράξη του συμβολαιογράφου βεβαιώνεται, ότι ο διάδικος αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως η ένορκη βεβαίωση είναι παραδεκτή έστω και αν στην πράξη του συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη δεν αναφέρεται η ώρα κατά την οποία δόθηκε (ΑΠ 1408/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ.663 επ. ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη του τις … και …/…-3-2015 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Κ. και Δ. Γ., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, τις οποίες επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη, στις οποίες δεν αναφέρεται η ώρα λήψης αυτών. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις προκύπτει ότι σ' αυτές γίνεται μνεία ότι ο αναιρεσείων, που δεν παρέστη κατά τη λήψη τους, κλητεύθηκε προφορικά κατά τη δικάσιμο της 19-3-2015, που ορίσθηκε για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για τις 23-3-2015 και ώρα 19.00, ενώ, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, στο οποίο προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη, ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε την εμπρόθεσμη κλήτευσή του πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Επομένως, οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις είναι παραδεκτές, έστω και αν στις σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις δεν αναφέρεται η ώρα, κατά την οποία δόθηκαν και, συνεπώς, το Εφετείο που τις έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ.2 της ίδιας διάταξης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, στην εργατική διαδικασία ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και νέα αποδεικτικά μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομοτύπως, ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 280/2000), κατά μείζονα δε λόγο αν αυτές λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προς προσθήκη και αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετά τη συζήτηση και πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης, έστω και αν ήταν απαράδεκτη η λήψη αυτών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή δόθηκαν μετά το πέρας της επ' ακροατηρίου συζήτησης και δεν αφορούσαν αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς το πρώτον κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 1114/2011, ΑΠ 1553/2008).
Εξάλλου το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία του λόγου για τον οποίο δέχεται αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση του πρώτου στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 1700/1999), η δε από αυτό λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων εμπεριέχει σιωπηρά την παραδοχή ότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δεν συνέτρεχε περίπτωση στρεψοδικίας ή βαρείας αμέλειας του προσκομίσαντος αυτά διαδίκου (ΑΠ 927/2017).
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να λάβει υπόψη του τις ως άνω, μετ' επικλήσεως, προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη, ….. και …/…-3-2015 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες όπως προαναφέρθηκε, δόθηκαν και προσκομίσθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εντός της τριήμερης προθεσμίας προσθήκης - αντίκρουσης, ύστερα από προηγούμενη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης περί του τόπου και του χρόνου λήψης αυτών, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με αριθμό 23/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει. Είναι δε αδιάφορο εάν οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, ως εκ του περιεχομένου τους, μπορούσαν παραδεκτώς να ληφθούν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να αιτιολογήσει τους λόγους για τους οποίους δέχθηκε αυτές, παρόλο που αυτές δεν αφορούσαν αντίκρουση ισχυρισμών της αντιδίκου του, που προτάθηκαν παραδεκτώς κατά τη συζήτηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθ. 578 ΚΠολΔ). Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου. Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 892/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση που συνίσταται σε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες επί του κριθέντος ζητήματος περί της ανυπαρξίας σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ουσιαστικών δικαίου διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν.1756/1943, πλην της παράθεσης σ'αυτό περιορισμένων και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την παραδεκτή προβολή ενός λόγου αναίρεσης είναι η συνδρομή, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, έννομου συμφέροντος, το οποίο υπάρχει όταν ο προτεινόμενος λόγος μπορεί να επιφέρει τη σκοπούμενη έννομη συνέπεια, να οδηγήσει δηλαδή στην εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α)πλουτισμός του υπόχρεου, β)η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας, και δ)η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθ.1, 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την κύρια εκ της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας βάση της από 28-12-2012 αγωγής, δεν ασχολήθηκε με την επικουρική σε σχέση με την κύρια βάση της αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό με την αιτιολογία ότι "ενόψει της κρίσης του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου περί ανυπαρξίας παροχής εξαρτημένης εργασίας από τον ενάγοντα, δεν τίθεται θέμα έρευνας ούτε της επικουρικής βάσης της ίδιας ως άνω αγωγής του, αφού και αυτή στηριζόταν σε απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος για έλλειψη έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτός ουδέποτε παρείχε την εργασία του στην αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, στοιχείο αναγκαίο κατά τα άνω, για την επιδίκαση των αιτούμενων ποσών και με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη. (ΑΠ 1432/2018, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 1622/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για την μη ύπαρξη συμβατικού δεσμού μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης - εναγομένης και δη ότι ουδεμία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, έλαβε υπόψη, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα παρακάτω αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, παραδεκτά, με τις προτάσεις του τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα:
α)τα τρία πρόχειρα χειρόγραφα σημειώματα του Δ. Γ., νόμιμου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (σχετ.49γ', 49δ'και 49στ'), β)τα ημερολόγια παραγωγής των ετών 2009-2010-2011 (σχετ.9α', 9β', 9γ'), γ)το πρόχειρο βιβλίο ποιοτικών αναλύσεων του χημείου (σχετ.32ζ') δ)το από 4-2-2009 πρωτόκολλο παράδοσης του μύλου στην αναιρεσίβλητη από την εταιρεία Buhler (σχετ.11), ε)το ΦΕΚ ίδρυσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΕΥΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΡΕΒΕΝΩΝ Γ.
ΕΠΕ" με αριθμό 3860/5-7-1994, και στ)την 97/2015 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, μολονότι δεν έκανε ειδική μνεία περί αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος παραπάνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς την αιτίαση της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο της καθοριζόμενης εξώδικης ομολογίας, που συνάγεται κατά τον αναιρεσείοντα, από τα ως άνω τρία πρόχειρα χειρόγραφα σημειώματα του Δ.
Γ., αφού, κατά τα προεκτεθέντα, και τα εν λόγω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και κατέληξε από την αξιολόγηση και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την άνω διάταξη λόγω αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή τα διαδικαστικά, μεταξύ των οποίων, τα πρακτικά του δικαστηρίου κατά το μέρος τους που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο για την ένδικη διαφορά (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 655/2019, ΑΠ 1278/2008, ΑΠ 300/2006), ούτε τα έγγραφα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα βεβαιούμενα με όρκο από το μάρτυρα (ΑΠ 655/2019, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 545/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατ' επίκληση της από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, ότι δεχόμενη "Ακόμη και το γεγονός που κατατίθεται από το μάρτυρα απόδειξης Ι. Γ., έτερο αδελφό του ενάγοντα και του Δ. Γ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επιβεβαιώνεται και από τους λοιπούς μάρτυρες στις ένορκες βεβαιώσεις ότι ο ενάγων "εργαζόταν" κυριολεκτικά από το πρωϊ έως το βράδυ στην εναγομένη εταιρία, ενώ κάποια στιγμή πήγαινε για φαγητό και να ξεκουραστεί λίγο και επέστρεφε στην εταιρία, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι αφενός δεν είχε ωράριο το οποίο χαρακτηρίζει κάθε εργαζόμενο με εξαρτημένη εργασία, αφετέρου δε ότι δεν υπήρχε δέσμευση και εξάρτηση αυτού...." παρερμήνευσε και παραμόρφωσε παρά το νόμο το περιεχόμενο της υφιστάμενης κατάθεσης στα 23/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω πρακτικά του περιέχουν τις καταθέσεις μαρτύρων της συγκεκριμένης δίκης δεν είναι αποδεικτικά, αλλά είναι διαδικαστικά έγγραφα και δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση κατά την προαναφερθείσα έννοια.
Κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.
Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία του διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικού κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει.
Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 192/2020, ΑΠ 10/2015, ΑΠ 772/2014).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε την ανάγκη ερμηνείας της δήλωσης βουλήσεώς του, δεν εφάρμοσε τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Ωστόσο το Εφετείο, βάσει των παραδοχών της απόφασής του, που δεν ελέγχονται αναιρετικά σχετικά με το τι αποδείχθηκε και τι δεν αποδείχθηκε, δεχόμενο την μη ύπαρξη συμβατικού δεσμού μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης (ανύπαρκτη κατά τις αποδείξεις συμφωνία) δεν απαιτήθηκε να προσφύγει στους κανόνες των ΑΚ 173 και 200, διότι δεν διαπίστωσε ότι υπήρχε κενό ή ασάφεια στη βούληση των δύο πλευρών, ώστε να χρειαστεί συμπλήρωσης ή ερμηνείας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ύστερα από όλα αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (άρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2018 και με αριθμό καταθέσεως 22/7-11-2018 αίτηση για αναίρεση της 50/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ