Legislator Case Law & Legislation
1261/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding document interpretation not subject to review.

Case Number 1261/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision, finding the appeal grounds legally inadmissible. The appellant argued the lower court misinterpreted handwritten notes by failing to include them as independent evidence of confession, claiming this distorted the facts. The court rejected this because the appeal lacked specific details on the documents' content and because evidence evaluation is not reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

ΚΠολΔ 246, 573 § 1; ΚΠολΔ 216 παρ. 1, 559 αριθμ. 1, 561 § 1: Appeals and additional grounds must be joined to expedite proceedings; appeal grounds must be specific regarding the exact content of documents alleged to be distorted, as evidence evaluation lies outside appellate review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague appeal grounds evidence evaluation document interpretation appellate review limits

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 246
ΚΠολΔ 573 § 1
ΚΠολΔ 216 παρ. 1
ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1
ΚΠολΔ 561 § 1
ΚΠολΔ 495 § 4
ΚΠολΔ 176
ΚΠολΔ 183

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1261 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1261/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Ηλιόκαυτου ο οποίος διόρισε και την παρούσα δικηγόρο Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Ματάκια και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8497/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4744/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/11/2013 αίτησή του και τους από 24/11/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 22/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 18-11-2013 αίτηση αναίρεσης και από 24-11-2014 πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 4744/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί των από 8-7-2009 και 23-7-2009 εφέσεων του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος αντίστοιχα κατά της υπ’ αριθμ. 8497/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 3-12-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά μέσω του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αξίωσε για το ορισμένο της αγωγής στοιχεία περισσότερα από τα κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν γίνεται απλή επίκληση των στοιχείων του νόμου (ποιοτική) και δεν εξειδικεύονται με πληρότητα τα στοιχεία που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου (ποσοτική), ελέγχεται αναιρετικά μέσω των αριθ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου.

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 806 ΑΚ, για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων. Τα στοιχεία αυτά και μόνο είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου (ΑΠ 992/2010). Στην προκειμένη περίπτωση στην από 25-2-1992 αγωγή της αναιρεσείουσας, αντίγραφο της οποίας, ας σημειωθεί, δεν προσκομίζεται, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 3-12-2005 αγωγή του ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του αποδώσει το ποσό των 895.084,37 ευρώ, το οποίο του είχε καταβάλει τμηματικά ως δάνειο αποδοτέο μέχρι τις 31-12-2000, νομιμοτόκως από 1-8-2001 για το ποσό των 396.184,89 ευρώ και από 31-1-2002 για το ποσό των 498.899,48 ευρώ".

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού αναφέρονται σ’ αυτή όλα τα αναγκαία για τη γέννηση του δικαιώματος απόδοσης δανείου στοιχεία. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος πρόσθετος από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/2009). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 89/2013).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι γνωρίστηκαν κατά το έτος 1999. Ο εναγόμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Ν.Δ. Μ. Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική Βιομηχανική και Τουριστική Εταιρεία", η οποία κατασκεύαζε πολυτελείς οικοδομές σε διάφορες περιοχές του Νομού Αττικής ο δε ενάγων είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, όπως προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά αποκτήσεως τίτλων επ’ ονόματι του της ALPHA Τράπεζας, ύψους 280.000.000 δρχ.

Κατά τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2000 ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα με τις υπό ανέγερση οικοδομές και ζήτησε από τον ενάγοντα να τον βοηθήσει οικονομικά υπό τη μορφή δανείου, το οποίο θα το απέδιδε ατόκως μέχρι τις 31-12-2000. Για τα χρήματα που θα ελάμβανε, θα παρέδιδε στον ενάγοντα επιταγές και συναλλαγματικές, δηλώνοντας στον τελευταίο ότι για όσα χρήματα δεν μπορούσε να αποδώσει θα μεταβίβαζε σ αυτόν (ενάγοντα) κάποιο από τα ακίνητά του και θα ανήγειρε με δικές του δαπάνες οικοδομή στο οικόπεδο της συζύγου του ενάγοντος στην περιοχή ....

Κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2000, με διαδοχικές συμβάσεις δανείου, ο ενάγων δάνεισε στον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 305.000.000 δραχμών και ειδικότερα με την πρώτη δανειακή σύμβαση τον δάνεισε 50.000.000 δρχ., με την δεύτερη 50.000.000 δρχ., με την τρίτη 8.000.000 δρχ., με την τέταρτη 5.000.000δρχ., με την πέμπτη 6.000.000 δρχ., με την έκτη 7.250.000 δρχ., με την έβδομη 23.400.000 δρχ., με την όγδοη 40.000.000 δρχ., με την ένατη 50.000.000 δρχ., με την δέκατη 6.000.000 δρχ., με την ενδέκατη 27.150.000 δρχ.

και με την δωδέκατη 32.200.000 δρχ. Τα εν λόγω ποσά συμφωνήθηκε να αποδοθούν τμηματικά από τις 15-8-2000 μέχρι τις 31-12-2000. Για την εξασφάλιση των δανειακών συμβάσεων ο εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα επιταγές και συναλλαγματικές λήξεως μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 2000. Επειδή ο εναγόμενος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τις πληρώσει, αντικατέστησε τις επιταγές και μια από τις δοθείσες συναλλαγματικές ποσού 32.200.000 δρχ.

με μια νέα συναλλαγματική αποδοχής του, ποσού 115.000.000 δρχ. και λήξεως 31-3-2001. Στο από 13-3-2001 ιδιόγραφο σημείωμα του εναγομένου που φέρει και την υπογραφή του, αναφέρει ότι παρέλαβε από τον ενάγοντα 7 επιταγές ποσού 82.800.000 δρχ. και μια συναλλαγματική ποσού 32.200.000 δρχ. λήξεως 31-12-2000, ότι αποδέχθηκε μια συναλλαγματική ποσού 115.000.000 δρχ., λήξεως 31-3-2001, οπότε θα γίνει και η τελική εκκαθάριση και ότι το συνολικό ποσό προέρχεται από δανεισμό χρημάτων προς αυτόν άτοκο και που αυτό του υπόσχεται ότι θα επιστρέψει με τη λήξη της συναλλαγματικής στις 31-3-2001.

Σημειωτέον ότι το έγγραφο αυτό δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Στα χέρια του ενάγοντος απέμειναν από τις άνω δοθείσες άλλες 4 συναλλαγματικές συνολικού ποσού 190.000.000 δρχ., η πρώτη ποσού 50.000.000 δρχ. και λήξεως 15-8-2000, η δεύτερη ποσού 50.000.000 δρχ. και λήξεως 30-8-2000, η τρίτη ποσού 40.000.000 δρχ. και λήξεως 15-11-2000 και η τέταρτη ποσού 50.000.000 δρχ.

και λήξεως 30-11-2000 που αφορούσαν στην πρώτη, δεύτερη, όγδοη και ένατη δανειακή σύμβαση. Όμως μέχρι τις 31-3-2001 ο εναγόμενος, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία, δεν κατέβαλε κανένα ποσό στον ενάγοντα τόσο από τη συναλλαγματική των 115.000.000 δρχ., όσο και από τις υπόλοιπες συναλλαγματικές των 190.000.000 δρχ. Κατόπιν αυτού, τον μήνα Ιούλιο του 2001 οι διάδικοι συμφώνησαν να αντικατασταθούν οι ως άνω 5 συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 305.000.000 δρχ., με δύο νέες ίσου ποσού.

Έτσι στις 15-7-2001 ο εναγόμενος αποδέχθηκε και παρέδωσε στον ενάγοντα μια συναλλαγματική ποσού 135.000.000 δρχ., λήξεως 31-7-2001 και επίσης του παρέδωσε άλλη μια συναλλαγματική αποδοχής του στις 20-12-2001, ποσού 170.000.000 δρχ. και λήξεως 30-1-2002. Στο από 16-10-2001 ιδιόγραφο σημείωμα του εναγομένου που φέρει την υπογραφή του αναγράφεται ότι μέχρι 30-10-2001 θα καταβάλει 20.000.000 δρχ., μέχρι 31-12-2001 θα καταβάλει 20.000.000 δρχ.

και τα υπόλοιπα θα δοθούν σε ευρώ σε 3 δόσεις μέχρι τον Μάρτιο του 2002 με τη σημείωση ότι θα υπάρχει κατανόηση από τον ενάγοντα για τυχόν μικρή αναβολή πληρωμής. Όμως ο εναγόμενος δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και δεν απέδωσε στον ενάγοντα τα ως άνω ποσά του δανείου. Η μεταξύ των διαδίκων σύναψη συμβάσεως δανείου και όχι συμβάσεως έργου για την ανέγερση οικοδομής επί του οικοπέδου της συζύγου του ενάγοντος αποδεικνύεται και από την μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως ένορκη κατάθεση της μάρτυρος - συζύγου του εναγομένου, η οποία κατέθεσε χαρακτηριστικά: "ήταν δανεισμός καθαρά, καμία σχέση με οικοδομή".

Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει τον ενάγοντα και προσκομίζει τα παρακάτω στοιχεία: α) Μια επιταγή της ΕΤΕ, εκδόσεώς του, σε διαταγή Α. Χ., ποσού 5.300.000.δρχ., με ημερομηνία 30-6-1999 και οπισθογράφηση του ενάγοντος, η οποία όμως δεν αφορά την επίδικη σύμβαση δανείου, καθόσον η ημερομηνία της είναι προγενέστερη του χρόνου συνάψεως του δανείου, καθώς και των συμφωνημένων ημερομηνιών αποδόσεως αυτού, β) Αποδείξεις εισπράξεως της Εθνικής Τραπέζης και δελτία καταθέσεως της Γενικής Τραπέζης του έτους 1999, σύμφωνα με τα οποία ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Α.

Χ. έχει καταθέσει διάφορα ποσά στον λογαριασμό του εναγομένου. Απ’ αυτά όμως τα παραστατικά δεν αποδεικνύονται καταβολές του εναγομένου στον λογαριασμό του ενάγοντος, γ) Αντίγραφα βιβλιαρίων λογαριασμών ταμιευτηρίου του εναγομένου στις Τράπεζες Εθνική, Γενική και ALPHA, με αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών, από τα οποία όμως δεν αποδεικνύεται ότι τα αναληφθέντα ποσά καταβλήθηκαν στον ενάγοντα, δ) Αποδείξεις εισπράξεως της Εθνικής Τραπέζης και αποδεικτικά καταθέσεως της ALPHA BANK από το έτος 2000" μέχρι τις 2-7-2004, από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέθεσε στους λογαριασμούς του ενάγοντος τα ποσά των 1.500.000, 1.000.000, 500.000,1.000.000, 200.000,1.000.000, 300.000, 700.000 και 1.000.000 δρχ.

αντίστοιχα και συνολικά 7.200.000 δρχ. (=21.130 ευρώ), καθώς και τα ποσά των 2.000,1.500, 3.000, 500,1.000,1.000 και 1.000 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 10.000 ευρώ. Επίσης ο ενάγων εισέπραξε στις 17-4-2002 το ποσό των 6.457 ευρώ της ... επιταγής της Ε.Τ.Ε., εκδόσεως του εναγομένου στις 11-4-2002. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος έχει αποδώσει στον ενάγοντα έναντι της οφειλής του των 305.000.000 δρχ.

ή των 895.084,37 ευρώ το ποσό των 37.587 ευρώ (21.130 + 10.000 + 6.457). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση εξοφλήσεως και εν μέρει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν ο σχετικός λόγος της εφέσεως του. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι τα ποσά των 135.000.000 και 170.000.000 δρχ.

αντίστοιχα των επίδικων συναλλαγματικών ενσωματώνουν αποκλειστικά τοκογλυφικούς τόκους είναι παντελώς αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν προσδιορίζει ο εναγόμενος ποιο είναι το συνολικό ποσό του δανείου που έλαβε από τον ενάγοντα, ποιο το συμφωνηθέν επιτόκιο, ποιος ο χρόνος αποδόσεως του δανείου, ποιες οι κεφαλαιοποιήσεις των τόκων.

Επομένως, ορθά η εκκαλουμένη απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αόριστο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής για το λόγο ότι επί 3 έτη ο ενάγων τον διαβεβαίωνε ότι δεν θα προέβαινε στην είσπραξη των συναλλαγματικών για τις οποίες δεν εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα να πεισθεί από τις διαβεβαιώσεις του και να μην κρατήσει τις αποδείξεις των καταβολών του προς τον ενάγοντα, και αληθής υποτιθέμενος, δεν συνιστά την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, καθόσον ο εναγόμενος δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά συμπεριφοράς του ενάγοντος που δημιούργησαν σ’ αυτόν την εύλογη πεποίθηση πως δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του.

Επομένως, ορθά απορρίφθηκε ο ισχυρισμός αυτός με την εκκαλούμενη απόφαση". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 857.497,37 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Την κρίση του δε αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι 1) ο αναιρεσίβλητος είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, όπως προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά αποκτήσεως τίτλων επ’ ονόματι του της ALPHA Τράπεζας, ύψους 280.000.000 δραχμών, 2) κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2000, με διαδοχικές συμβάσεις δανείου, ο αναιρεσίβλητος δάνεισε στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 305.000.000 δραχμών, 3) για την εξασφάλιση των δανειακών συμβάσεων ο τελευταίος παρέδωσε στον πρώτο επιταγές και συναλλαγματικές λήξεως μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 2000, 4) μέχρι τις 31-3-2001 ο αναιρεσείων, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία, δεν κατέβαλε κανένα ποσό στον αναιρεσίβλητο τόσο από τη συναλλαγματική των 115.000.000 δρχ., όσο και από τις υπόλοιπες συναλλαγματικές των 190.000.000 δρχ, 5) τον μήνα Ιούλιο του 2001 οι διάδικοι συμφώνησαν να αντικατασταθούν οι ως άνω 5 συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 305.000.000 δρχ., με δύο νέες ίσου ποσού και έτσι στις 15-7- 2001 ο αναιρεσείων αποδέχθηκε και παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο μια συναλλαγματική ποσού 135.000.000 δρχ., λήξεως 31-7-2001 και μια συναλλαγματική αποδοχής του στις 20-12-2001, ποσού 170.000.000 δρχ.

και λήξεως 30-1-2002 και 6) ο αναιρεσείων δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και δεν απέδωσε στον .αναιρεσίβλητο τα ως άνω ποσά του δανείου, εκτός από το ποσό των 37.587 ευρώ που του κατέβαλε έναντι της οφειλής του. Κατόπιν τούτων οι περί του αντιθέτου δεύτερος και έβδομος των προσθέτων λόγων από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου και το δεύτερο σκέλος του πρώτου των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι ουδέποτε καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου σύμβαση δανείου και ότι εκείνος που του δάνειζε χρήματα δεν ήταν ο τελευταίος αλλά τρίτο πρόσωπο. Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν "πράγματα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς. Σε κάθε όμως περίπτωση και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ’ ουσίαν τους ως άνω προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τους συγκροτούν.

Επειδή από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη δεν νοείται οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους προς το δικαστήριο κατά τη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, αλλά μόνο εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή η αίτηση για παροχή έννομης προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά ή πραγματικά ζητήματα ή για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 28/2005). Επομένως ο τρίτος πρόσθετος λόγος από την ανωτέρω διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το οποίο ζήτησε από τον αναιρεσίβλητο να του επιστρέψει τις επιταγές που του είχε παραδώσει και να γίνει εκκαθάριση του λογαριασμού και δεν έλαβε υπόψη το σχετικό αίτημά του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αποτελεί αίτηση με την προαναφερομένη έννοιά της, αλλά ισχυρισμό αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όχι όμως και όταν τούτο με εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφασή του αποδεικτικών μέσων καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ’ άρθρο 562 § 1 του ιδίου Κώδικα (ΑΠ 356/2002).

Συνεπώς ο τέταρτος των προσθέτων λόγων, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι κατέβαλε λόγω δανείου στον αναιρεσείοντα το ποσό των 305.000.000 δραχμών, χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα της προσβαλλόμενης απόφασης .

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007). Με τον τέταρτο των προσθέτων λόγων και κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με τις συγκεκριμένες παραδοχές του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι ανεξάρτητα από την ανυπαρξία αποδείξεων το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε τη δυνατότητα και του κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 305.000.000 δραχμών, μολονότι ο ίδιος στην από 10-1-2008 μήνυση, που υπέβαλε εναντίον του για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρα, ανέφερε ότι άρχισε να του καταβάλει τμηματικά διάφορα χρηματικά ποσά από τις 15-8-2000 και μετά και όχι κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011). Στην υπόψη περίπτωση με τον πέμπτο πρόσθετο από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 11 β’ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε στον αναιρεσείοντα λόγω δανείου το συνολικό ποσό των 305.000.000 δραχμών. Επομένως εφόσον δεν προσδιορίζεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων ποιες ήταν οι αποδείξεις, τις οποίες το Δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 11 β του ΚΠολΔ λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2011). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων κρισίμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 739/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο πρόσθετο από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο αυτό πλημμέλεια ότι, όσον αφορά τα από 13-3-2001 και 16-10-2001 ιδιόχειρα σημειώματα του αναιρεσείοντος, "το δικάσαν Εφετείο παρερμήνευσε κυριολεκτικά τα συγκεκριμένα δύο (2) έγγραφα στα οποία αναφέρεται και τα οποία ανήγαγε εμμέσως στο αυτοτελές αποδεικτικό μέσο ομολογίας μου, δήθεν, χωρίς όμως να τα αναφέρει στα ληφθέντα υπ’ όψιν του αποδεικτικά στοιχεία, διαφορετικά παραμόρφωσε το περιεχόμενο των κρίσιμων αυτών κατά την κρίση του δύο (2) εγγράφων για τα οποία έκανα εκτενή αναφορά σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, υποστηρίζοντας ότι, επρόκειτο περί εγγράφων από την ορθή ανάγνωση και ερμηνεία των οποίων προέκυπτε ανάγλυφα η σε βάρος μου διαπραχθείσα αδικοπραξία με τον υπολογισμό παράνομων τόκων.

Τούτο δε διότι, στο μεν πρώτο από αυτά είναι ρητά αποτυπωμένη η αίρεση της τελικής εκκαθάρισης, γεγονός το οποίο ουδέποτε έλαβε χώρα για το αμφισβητούμενο και σε τελική εκκαθάριση υποκείμενο ποσό για το οποίο παραδόθηκε προς εξασφάλιση και μόνο του αναιρεσιβλήτου η συναλλαγματική ποσού 115.000.000 δραχμών (υποκείμενη και αυτή σε εκκαθάριση), στο δε δεύτερο, ουδεμία γίνεται αναφορά για το θρυλούμενο συνολικό ύψος απαιτήσεων του αντιδίκου, ει μη μόνο για μερική καταβολή εντός των πλαισίων του υπό αμφισβήτηση αδιευκρίνιστου και υπό εκκαθάριση τελούντος τελικού ποσού της αθέμιτης οφειλής...".

Ο προαναφερόμενος λόγος, ελλείψει αναφοράς του ακριβούς περιεχομένου των συγκεκριμένων εγγράφων, είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Πέραν τούτου, υπό την επίκληση της παραβιάσεως αυτής, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 §1).

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους από 24-11-2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ