Legislator Case Law & Legislation
1259/2007 AI generated

1259/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1259/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2129/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2394/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουνίου 2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1259/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την από τον αριθμό 8 περ.

Keywords

AI generated
misappropriation of salary deductions thirteenth-month salary unemployment benefits overpayment monthly pay european order for payment procedure subcontractor payment
AI generated
2157/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/1999 μη οριστικήκαι 111/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.
921/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
808/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
892/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/3/2009 αίτησή του.
759/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1259 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1259/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μεταξά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΡ ΗELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βασιλάτου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2129/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2394/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουνίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 21 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης της απόφασης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής.

Όταν, όμως, το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά υπάγει απλά στον αρμόζοντα κανόνα, δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα πραγματικά περιστατικά.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και έκτο λόγους αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 8 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη ως μη νόμιμης της αγωγής της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη μισθώτρια να της καταβάλει για οφειλόμενα μισθώματα του εξ ενός τετάρτου (1/4) εξ αδιαιρέτου μεριδίου της επί του μισθίου της περιόδου από 1.1.1998 έως 31.10.2003, κυρίως μεν και υπό την εκδοχή ότι το καταβληθέν στους μη όντες διαδίκους τρεις συγκύριους συνεκμισθωτές του μισθίου μίσθωμα, είναι το μίσθωμα μόνο των εκ τριών τετάρτων (3/4) συνολικού μεριδίου τους στο μίσθιο ακίνητο, 37.410,31 ευρώ και επικουρικώς δε και εφόσον το καταβληθέν μίσθωμα αφορά όλα τα μερίδια του μισθίου κοινού ακινήτου (ήτοι τα 4/4 αυτού και συνακολούθως και το μερίδιο της ενάγουσας κοινωνού) 26212,63 ευρώ, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα "α) υπό την εκδοχή ότι μη όντες διάδικοι συγκύριοι εν όλω κατά τα τρία τέταρτα (3/4) εξ αδιαιρέτου και συνεκμισθωτές του μισθίου ακινήτου συνεκμίσθωσαν στην εναγόμενη εταιρεία εν μέρει αλλότριο ακίνητο (ήτοι και το μη ανήκον σε αυτούς ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου), η ενάγουσα συγκυρία αυτού κατά το ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου, μη έχοντας συμβληθεί στην κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης και μη όντας εκ τούτου συνεκμισθώτρια του μισθίου ακινήτου, δεν νομιμοποιούταν ενεργητικώς να στραφεί κατά της εναγόμενης μισθώτριας και να ασκήσει κατ' αυτής αγωγή καταβολής του αιτούμενου, είτε με την κύρια είτε με την επικουρική αίτηση της αγωγής, μέρους του μισθώματος του μισθίου, δυνάμενη να ασκήσει κατ' αυτής μόνο αγωγές από το δικαίωμα κυριότητας ή νομής αυτής επί του μισθίου.

Αυτά δε παρά την από την ενάγουσα επίκληση ότι η εναγόμενη εταιρία κατέβαλε από 1.1.1998 σε αυτή ποσό από 36.005 δραχμές ως μίσθωμα για το από ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου μερίδιό της στο μίσθιο, αφού η καταβολή αυτή δεν είχε σχέση με την επίμαχη σύμβαση μίσθωσης και δεν γινόταν, με βάση το ιστορούμενο στην αγωγή περιεχόμενό της, σε εκπλήρωση υποχρέωσης απορρέουσας από αυτή, αλλά προφανώς από άλλη αιτία - συμβατική σχέση συνδέουσα τους διαδίκους της παρούσας δίκης και β) υπό την εκδοχή ότι μη όντες διάδικοι συγκύριοι κατά τα τρία τέταρτα (3/4) εξ αδιαιρέτου και συνεκμισθωτές του μισθίου αποτελώντας την πλειοψηφία των κοινωνών τούτου, κατά τη σύναψη της μισθώσεως 1) συμβλήθηκαν αποκλειστικά στο όνομά τους, συνεκμίσθωσαν αυτοί και μόνο στην εναγομένη το μίσθιο κοινό ακίνητο, η ενάγουσα συγκυρία και κοινωνός αυτού κατά το ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου, μη έχοντας εκπροσωπηθεί από τους λοιπούς κοινωνούς στην κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως και μη όντας συνεκμισθώτρια του μισθίου ακινήτου, δεν νομιμοποιούταν ενεργητικώς να απευθυνθεί κατά της εναγόμενης μισθώτριας και να ασκήσει κατ' αυτής αγωγή καταβολής του αιτούμενου μέρους του μισθώματος του μισθίου και 2) άλλως συμβλήθηκαν και στο όνομα και της ενάγουσας συγκυρίας, με συνέπεια να είναι και αυτή συνεκμισθώτρια του μισθίου ακινήτου κατά το ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου, η ενάγουσα συνεκμισθώτρια, ένεκα του ότι α) η παροχή της χρήσεως του μισθίου πράγματος ήταν αδιαίρετη με συνέπεια και το συμφωνούμενο μίσθωμα, πολιτικός καρπός του μισθίου κοινού ακινήτου, αφορούσε το σύνολο των μεριδίων όλων των κοινωνών και όχι μόνο των συμβαλλομένων, και β) το μίσθωμα ήταν καταβλητέο άπαξ από την εναγομένη μισθώτρια και οι συμβληθέντες κοινωνοί ήταν δεκτικοί καταβολής από αυτή του συμφωνημένου για όλο το μίσθιο ακίνητο μισθώματος, δεν δικαιούταν να εναγάγει την εναγομένη και να αξιώσει από αυτή να της καταβάλει ως μίσθωμα του μεριδίου της 1) ποσό ίσο με το ένα τρίτο (1/3) του συμφωνημένου και καταβαλλόμενου κάθε φορά στους συγκυρίους συνεκμισθωτές μισθώματος, αφού, με βάση όσα προειπώθηκαν, το μίσθωμα αυτό αφορούσε το σύνολο των μεριδίων όλων των κοινωνών στο μίσθιο, και όχι μόνο τα τρία από τα τέσσερα (3/4) μερίδια των συμβληθέντων συνεκμισθωτών του μισθίου ακινήτου, και 2) το ένα τέταρτο (1/4) του συμφωνημένου και καταβαλλόμενου κάθε φορά στους συγκύριους κατά τα τρία τέταρτα (3/4) εξ αδιαιρέτου και συνεκμισθωτές του μισθίου ακινήτου μισθώματος, αφού με την ιστορούμενη στην αγωγή καταβολή τούτου στους συνεκμισθωτές αποσβέστηκε η υποχρέωση της εναγομένης μισθώτριας για πληρωμή του και η ενάγουσα, παρά το διαιρετό της σχετικής παροχής, δεν μπορούσε να ζητήσει από εκείνη τη για δεύτερη φορά καταβολή του αναλογούντος σε αυτό μεριδίου της, έχοντας μόνο τη δυνατότητα να στραφεί κατά των λοιπών κοινωνών συνεκμισθωτών και να αξιώσει από τούτους την απόδοση στην ίδια του ενός τετάρτου (1/4) των εισπραχθέντων από αυτούς καθόλη την επίδικη περίοδο και για όλο το μίσθιο ακίνητο μισθωμάτων - πολιτικών καρπών." Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προαναφερόμενα, δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή όταν το δικαστήριο, όπως εδώ, εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και προέβη στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, έστω και αν κατέληξε σε διαφορετικό από την αναιρεσείουσα νομικό συμπέρασμα.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων και υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την από τον αριθμό 8 περ.

β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό της αγωγής της ισχυρισμό περί κατάρτισης μισθωτικής σύμβασης με την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Αυτά δε παρά την από την ενάγουσα επίκληση ότι η εναγόμενη εταιρεία κατέβαλε από 1.1.1998 σε αυτή ποσό από 36.005 δραχμές ως μίσθωμα για το από ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου μερίδιό της στο μίσθιο, αφού η καταβολή αυτή δεν είχε σχέση με την επίμαχη σύμβαση μισθώσεως και δεν γινόταν, με βάση το ιστορούμενο στην αγωγή περιεχόμενό της, σε εκπλήρωση υποχρεώσεως απορρέουσας από αυτή, αλλά προφανώς από άλλη αιτία - συμβατική σχέση συνδέουσα τους διαδίκους της, παρούσας δίκης" έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό και τον απέρριψε.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης περί μη κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης μίσθωσης και εντεύθεν απόρριψης ως μη νόμιμης της αγωγής της, δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα στο Εφετείο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα α) τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης μισθώτριας και β) αντίγραφο κατάθεσης, στις 4.8.1998, στον υπ' αριθ. 011 100 47116537 λογαριασμό της που διατηρεί στην Εθνική Τράπεζα, ποσού 36005 δραχμών από την αναιρεσίβλητη, με την αιτιολογία "ενοίκιο 8/1998". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο που δίκασε, δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αφού απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, οπότε, βεβαίως, και δεν ερεύνησε τα αποδεικτικά μέσα.

IV. Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι κατά το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του περί απόρριψης της αγωγής της ως μη νόμιμης με τις εντός εισαγωγικών " " αιτιολογίες που αναφέρονται στην ως άνω έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αν και διαπίστωσε κενό και ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων στην κατάρτιση της από 26.2.1996 σύμβασης εμπορικής μίσθωσης, παρέλειψε να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η απόρριψη του αιτήματος με επάλληλες αιτιολογίες, δεν συνεπάγεται διαπίστωση κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση μισθώσεως πράγματος ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, σαφώς προκύπτει ότι η εκμίσθωση ολικά ή κατά ένα μέρος αλλότριου πράγματος είναι καθόλα έγκυρη, διότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της συμβάσεως αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι κινητό ή ακίνητο.

Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσεως έχει ως αποτέλεσμα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή να ανήκουν μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και το μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται, αντιστοίχως, ενεργητικώς ή παθητικώς, στις σχετικές μισθωτικές δίκες. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι ο εκμισθωτής, και όταν ακόμη δεν είναι πλήρης και απόλυτος κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα μόνο αυτός να ασκήσει τις προσήκουσες σε αυτόν από τη σύμβαση μισθώσεως αγωγές, όπως την αγωγή αποδόσεως του μισθίου ή την αγωγή καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος, και ότι ο εν όλω ή εν μέρει (πλήρης ή ψιλός) κύριος, αν δεν είναι και εκμισθωτής, δεν δικαιούται να στραφεί κατά του μισθωτή και να ασκήσει οποιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση, όπως αγωγή αποδόσεως του μισθίου ή αγωγή καταβολής μισθωμάτων, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή τη νομή.

Τα πιο πάνω, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π. Δ/τος 34/1995, ισχύουν και στις επαγγελματικές μισθώσεις, με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του άνω π. δ/τος παρεκκλίσεις, κατά τις οποίες επί εκμισθώσεως αλλότριου ακινήτου η μίσθωση δεσμεύει τον κύριο ή νομέα του μισθίου, εφόσον ο μεν μισθωτής είναι καλής πίστεως, ο δε κύριος δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στον μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση της εκμισθώσεως.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η κατά τη διάταξη αυτή "δέσμευση" του κυρίου δεν σημαίνει υπεισέλευσή του στη μίσθωση, αλλά ότι αυτός δεν μπορεί κατά τη διάρκεια της μισθώσεως να λάβει μέτρα που εμποδίζουν τη χρήση του μισθίου από το μισθωτή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρ. 785 εδαφ. α, 786, 787, 788 παρ. 1 εδαφ. α, 789 εδαφ.

α και 574 ΑΚ ορίζεται, από την πρώτη ότι "αν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσά τους κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη", από τη δεύτερη ότι "κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου", από την τρίτη ότι "κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών", από την τέταρτη ότι "η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς", από την πέμπτη ότι με "απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθοριστεί ο τρόπος της τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης που αρμόζει στο κοινό αντικείμενο", και με την έκτη ότι "με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει α) ότι η φροντίδα της παραγωγής και της συλλογής των καρπών του κοινού πράγματος, στους οποίους, κατά το άρθρο 961 παρ. 3 ΑΚ, περιλαμβάνονται και οι πολιτικοί καρποί, δηλαδή οι πρόσοδοι που παρέχει το πράγμα με βάση κάποια έννομη σχέση και επί των οποίων έχει ανάλογη μερίδα κάθε κοινωνός, αποτελεί περιεχόμενο της τακτικής εκμεταλλεύσεως αυτού, β) ότι με τέτοιο περιεχόμενο η παραγωγή και η κτήση των πολιτικών καρπών του κοινού, στους οποίους ανήκουν και τα μισθώματα από την εκμίσθωσή του σε τρίτο, αποτελεί δικαίωμα και καθήκον όλων μαζί των κοινωνών, γ) ότι το προηγούμενο δικαίωμα, εφόσον δεν υπάρχει συμφωνία όλων των κοινωνών, ασκείται για λογαριασμό όλων μαζί των κοινωνών με απόφαση της πλειοψηφίας αυτών, που είναι υποχρεωτική και για τους μειοψηφίσαντες ή τους αρνούμενους την επιχείρηση της πράξεως διοικήσεως κοινωνούς, οι οποίοι δεσμεύονται έναντι των τρίτων από αυτή, δ) ότι, αν με απόφαση της πλειοψηφίας εκμισθωθεί το κοινό πράγμα σε τρίτο, "εκμισθωτής" είναι, αναλόγως με τον τρόπο συντάξεως του μισθωτηρίου, η πλειοψηφία των κοινωνών ή όλοι μαζί οι κοινωνοί και όχι καθένας χωριστά για την ιδανική μερίδα του στο κοινό, αφού η κατοχή του πράγματος, που οφείλεται από τη σύμβαση στο μισθωτή, αποτελεί αδιαίρετη παροχή, ο δε μισθωτής εκπληρώνει την υποχρέωσή του για καταβολή του μισθώματος καταβάλλοντας ολόκληρο τούτο στην επιχειρήσασα την εκμίσθωση πλειοψηφία, η οποία είναι δεκτική καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρ. 416 και 789 του ΑΚ στην πρώτη περίπτωση και 574 του ΑΚ στη δεύτερη περίπτωση, αφού, κατά τα προαναφερθέντα η είσπραξη των μισθωμάτων του κοινού μισθίου αποτελεί πράξη τακτικής διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως αυτού.

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ ορίζει ότι "Αν περισσότεροι, οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος". Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εντός εισαγωγικών " " διαλαμβανόμενα και στον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης μισθώτριας εταιρείας εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που αποφάνθηκε αντιθέτως και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574 και 480 του ΑΚ και συνεπώς οι τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 574 και 480 ΑΚ αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.6.2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της 2394/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ