Supreme Court dismisses appeal against tax authority judgment regarding public guarantee bank loan default.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment ordering the state to pay over 3.8 million euros due to a bank loan default. The state argued the appeal was inadmissible because the bank did not admit to procedural defects, but the court found no violation of procedural rules regarding the admissibility of the claim. Consequently, the appeal was rejected, and the state was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 269, 559 no. 14, 577 of the Code of Civil Procedure; The court must examine the admissibility of claims and cannot declare them inadmissible sua sponte without a party's request, and procedural errors must be based on specific statutory violations rather than mere factual assessments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1254 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1254/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθή Φλωροπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1803/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5885/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/1/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 11.1.2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 5885/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της από 13.11.2029 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η παραπάνω έφεση κατά της με αριθμό 1803/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην ενάγουσα τραπεζική εταιρεία, ήδη αναιρεσίβλητη, το χρηματικό ποσό των 3.889.689,77 ευρώ, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης που αυτό (Ελληνικό Δημόσιο), κατ' εφαρμογή των αναφερομένων στην αγωγή ΚΥΑ, παρέσχε σε επιχείρηση με έδρα τον νομό Πέλλας, η οποία είχε συνάψει πιστωτική σύμβαση εξυπηρετούμενη με αλληλόχρεο λογαριασμό με την δικαιοπάροχο της ενάγουσας "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος". Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.
Το άρθρο 1 του ν. 2322/12.07.1995 (Φ.Ε.Κ. Α' 143/12.07.1995) περί "παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλων διατάξεων", ορίζει, κατά τόπους, τα ακόλουθα: "1. Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη, τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:
α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν προς: αα. Ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΝΠΔΔ, Κρατικά ΝΠΙΔ, Δημόσιες Επιχειρήσεις γενικά, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και Ταμεία, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Ανώνυμες Εταιρίες, ββ.
Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων, γγ.
Ιδιώτες, επαγγελματίες, επιχειρήσεις και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές προς αποκατάσταση ` των ζημιών τους και τη συνέχιση της δραστηριότητάς τους...... 2. Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου:
α. Προς ημεδαπές τράπεζες ή αλλοδαπές τραπεζικές εταιρίες, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα για τις πιστώσεις που χορηγούν στα πλαίσια των διευκολύνσεων που παρέχει η Ελλάδα σε άλλες χώρες, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις εξαγωγές ελληνικών προϊόντων ή υπηρεσιών, β. Για κάλυψη ομολογιακών δανείων, που εκδίδονται στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, από ΝΠΔΔ, κρατικά ΝΠΙΔ, Δημόσιες Επιχειρήσεις γενικά, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και Ταμεία και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης....... 6.
Τα δάνεια χορηγούνται στους φορείς των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου από τράπεζες, πιστωτικά ιδρύματα και κοινοπραξία τραπεζών. Η διαδικασία επιλογής δανείστριας τράπεζας ή πιστωτικού ιδρύματος, ο ελάχιστος αριθμός τραπεζών που είναι απαραίτητος για την υποβολή προσφορών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 7.
Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς. Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες. 8.α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου.
Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: i) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ii) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή........
γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου προβλέπονται, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα: "1.
Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.
Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3.
Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4.
Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων - και Αξιών - (Γ.Λ.Κ.-Δ25).
Ειδικώς ως προς την αμέσως ανωτέρω διάταξη, λεκτέον, ότι ομοίου περιεχομένου είναι η διάταξη του άρθρου 126 παρ. 4 του ν. 4270/2014 (Δημόσιο Λογιστικό, ΦΕΚ A` 143/28-6-2014), όπου προβλέπεται ότι, εάν η εγγύηση δεν χορηγήθηκε έγκυρα λόγω πταίσματος του δανειστή ή πιστωτή, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Η προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 126 παρ. 4 του ν. 4270/2014 επαναλαμβάνει τη ρύθμιση του ήδη καταργηθέντος άρθρου 65 παρ. 4 του ν. 2322/1995. Οι προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 είναι α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) αιτιώδης συνάφεια, δηλαδή η εξαρχής μη συνδρομή ή εκ των υστέρων μιας ή περισσότερων των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου να οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας τράπεζας.
Με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995, το Δημόσιο ελευθερώνεται από την εγγύηση. Η ελευθέρωσή του όμως, δεν επέρχεται αυτοδίκαια. Τούτο συνάγεται τόσο από τον Κανονισμό Λειτουργίας του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και από την υπουργική απόφαση που αναφέρεται στη διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής των εγγυημένων από το Δημόσιο οφειλών (ΥΑ 2/478/0025/4.1.2006).
Επομένως, για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 ν. 2322/1995, απαιτείται η Διοίκηση να ανακαλέσει όλες τις σχετικές διοικητικές πράξεις, περιλαμβανομένης κάθε διοικητικής πράξης που είχε τυχόν εκδοθεί για τη παροχή της συγκεκριμένης εγγύησης ( ΓνωμΝΣΚ 342/2013, ΑΠ 757/2003).
Σύμφωνα δε, με τη με αριθμό 372/2013 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ οι ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 εισάγουν περιορισμό στη δυνατότητα του Δημοσίου να ελευθερωθεί από τη χορηγηθείσα εγγύηση. Συνακόλουθα μετά την υπογραφή δανειακής σύμβασης, υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 4 ν. 2322/1995, καθίσταται πιθανή η ελευθέρωση του Δημοσίου αν από υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας εκ των υστέρων, μέχρι την υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησής του.
Αν όμως, προκύπτει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας, που αφορά σε άλλη υπαίτια πράξη ή παράλειψη, η οποία εκδηλώθηκε μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου και πριν από την υποβολή του αιτήματος κατάπτωσης εκ μέρους της δανείστριας τράπεζας, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται από την εγγύηση, καθώς δεν προκύπτει πεδίο εφαρμογής ούτε της διάταξης του άρθρου 862 του ΑΚ (πρβλ.
ΑΠ 1380/2010). Έτι περαιτέρω, επί τη βάσει του ως άνω νομοθετικού πλαισίου και κατόπιν χορήγησης σύμφωνης γνώμης από τη Διυπουργική Επιτροπή στην υπ' αρ. 48/02.11.2006 - συνεδρίασή της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/56179/0025/07.11-2006 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1697/20.11.2006), με την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των μέχρι 30.06.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, οι οποίες προέρχονταν από δάνεια που είχαν χορηγηθεί, για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης, σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, εκμεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που ήταν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν, ανεξάρτητα από την έδρα της κάθε επιχείρησης, στους νομούς Πέλλας - Σερρών.
Η εν λόγω δε υπουργική απόφαση διέλαβε τις ακόλουθες προβλέψεις: α) η ρύθμιση των οφειλών θα γινόταν με την κατάρτιση νέου δανείου, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνονταν και οι τόκοι για το διάστημα από 01.01.2006 έως 30.09.2006 και το οποίο θα εξοφλείτο σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30.06.2008 και τελευταία την 31.12.2016, οι δε τόκοι της περιόδου χάριτος θα κεφαλαιοποιούνταν την 31.12.2007, β) σε κάθε περίπτωση, το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν ηδύνατο να υπερβεί το 80% των υφιστάμενων μέχρι την 30.09.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα, γ) ολόκληρο το ποσό των ρυθμισθεισών οφειλών θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μόνο στην περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλούσαν δύο συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις της ρύθμισης και μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης- ανεξόφλητης δόσης δ) οι τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν οι απαιτήσεις τους από το εγγυηθέν Ελληνικό Δημόσιο, θα έπρεπε να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αρ. 2/478/0025/04.01.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ.
Β' 16/13.01.2006), δ) το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, ανελάμβανε την υποχρέωση εξόφλησης των απαιτήσεων των τραπεζών που είχε εγγυηθεί, κατά το ύψος του ανεξόφλητου, εγγυηθέντος κατά τα ανωτέρω, ποσού κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) μέχρι ενός τρίμηνου και τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας και κλεισίματος λογαριασμού, και ε) οι τράπεζες όφειλαν, στον ανωτέρω χρόνο των τριών μηνών κάλυψης από το Δημόσιο των τόκων υπερημερίας από τη λήξη της δεύτερης ληξιπρόθεσμης δόσης, να επιδιώκουν την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των δόσεων που καλύπτονταν από την εγγύηση με την ίδια επιμέλεια που έδειχναν και για τα δάνεια που δεν καλύπτονταν από κρατική εγγύηση.
Εξάλλου δε, με την προαναφερόμενη με αριθμό 2/478/0025/04.01.2006 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ορίσθηκαν στο Κεφάλαιο Β', τα αναγκαία έγγραφα δικαιολογητικά τα οποία οι τράπεζες όφειλαν να υποβάλουν στο οικείο Υπουργείο για την κατάπτωση υπέρ τους της χορηγηθείσας εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο δε Κεφάλαιο Α' οριοθετήθηκαν τα στάδια της σχετικής διαδικασίας κατά τα ακόλουθα: 1) Ο πλήρης φάκελος με τα δικαιολογητικά αποστέλλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών εις διπλούν. 2) Η συγκεκριμένη Διεύθυνση, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διενεργεί έλεγχο των δικαιολογητικών και αποστέλλει πλήρη φάκελο, με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία.
προβαίνει, εντός προθεσμίας ενός μηνός, στην εν στενή βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του οικείου ποσού της εγγυημένης οφειλής σε βάρος των υπόχρεων φυσικών ή νομικών προσώπων, και αποστέλλει άμεσα στην ίδια Διεύθυνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης. 3) Η 25η Διεύθυνση, ακολούθως, προβαίνει στην πληρωμή της βεβαιωμένης και εγγυημένης οφειλής μέσω του οικείου Ειδικού Λογαριασμού.
Με την τελευταία τροποποιητική ΥΑ ορίστηκαν επί πλέον τα εξής : "Σε περίπτωση που κατά την 31.12.2010, και μέσα στο επόμενο τρίμηνο από τη λήξη της πρώτης επόμενο τρίμηνο από τη λήξη της πρώτης χρεολυτικής, με τους αναλογούντες τόκους, ή τοκοχρεολυτικής δόσης, οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν τη δόση αυτή και κάθε άλλη οφειλή απορρέουσα από τις προηγούμενες εξαμηνιαίες υποχρεώσεις καταβολής της προμήθειας 0,4% και του 20% των τόκων περιόδου, ολόκληρο το ποσό των οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής και κάθε επόμενης χρεολυτικής ή τοκοχρεολυτικής δόσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στη με αριθμό 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ Β' 16/13.1.2006)απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες της ληξιπρόθεσμης εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο δόσης, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.
Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου), και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού.
Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στο πλαίσιο αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.? Δ.25 -Τμήμα Δ').Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σύμφωνα με το ν. 2322/1995 (προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 106 παρ. 1 του ν.4549/2018) το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να παρέχει την εγγύηση του για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν οι τράπεζες προς ιδιωτικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες.
Για την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (άρθρ. 1 του ν. 2322/1995), με την οποία οριοθετούνται συγκεκριμένα οι περιοχές ή οι κλάδοι που ενισχύονται, τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στις ενισχυόμενες επιχειρήσεις και καθορίζονται οι βασικοί όροι που πρέπει να διέπουν τις χρηματοδοτήσεις, για τις οποίες παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου.
Η ως άνω εγγύηση του Δημοσίου διέπεται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού. Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν την εγγύηση (ΑΚ 847επ.) εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 1000/2006).
Ειδικότερα, οι υπουργικές αποφάσεις χορήγησης της εγγύησης του Δημοσίου αποτελούν το αντίστοιχο της δήλωσης παροχής εγγύησης, που θα απαιτείτο στην περίπτωση ιδιώτη εγγυητή, από δε, τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 2322/1995, ήδη παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου προς όλες τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης υπουργικής απόφασης.
Συναφώς δε, προς την δικαστική δίωξη εκ μέρους των τραπεζών κατά του Ελληνικού Δημοσίου οφειλών τρίτων επιχειρήσεων που τούτο είχε εγγυηθεί και άπτονται δανείων που είχαν χορηγηθεί, για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης, σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις των νομών Πέλλας- Σερρών, επί τη βάσει της με αριθμό 2/56179/0025/07.11.2006 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών συνάγονται τα εξής:
Α) το ύψος της εγγύησης καλύπτει μέχρι ποσοστό 80% των ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που υφίσταντο μέχρι την 30.09.2006, Β) απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ως προς το κεφάλαιο και τους τόκους) είναι η καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη δύο τουλάχιστον δόσεων, χωρίς να τίθεται άλλος περιορισμός ως προς τον χρόνο, κατά τον οποίο δικαιούται η δανείστρια τράπεζα να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου και να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του σχετικού ποσού, καθώς και τους οφειλομένους συμβατικούς και υπερημερίας τόκους, που αναλογούν στο ποσό αυτό.
Τέτοια υποχρέωση να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το δάνειο η τράπεζα εντός ορισμένου χρόνου και μάλιστα ευλόγου από την καθυστέρηση καταβολής από τον πιστούχο των δύο πρώτων δόσεων του δανείου, επί ποινή εκπτώσεως από των δικαιωμάτων της, όσον αφορά την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ως προς τους οφειλόμενους τόκους, δεν θεμελιώνεται ούτε στις περί εγγυήσεως διατάξεις του ΑΚ και ειδικότερα σ` εκείνες των άρθρων 866 και 867 αυτού, οι οποίες προβλέπουν την υπό ορισμένες προϋποθέσεις ελευθέρωση του εγγυητή από τη σύμβαση της εγγυήσεως ορισμένου ή αορίστου χρόνου και οι οποίες πάντως, ενόψει της ανωτέρω ειδικής ρυθμίσεως, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου (ΑΠ 1674/2011, ΑΠ 1380/2010, ΑΠ 55/2002, ΑΠ 1435/1998).
Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου εφόσον συντρέχει η καθυστέρηση καταβολής από τον πιστούχο δύο δόσεων του δανείου ανακύπτει με το κλείσιμο και την κήρυξη ληξιπροθέσμου του σχετικού λογαριασμού, που αφορά το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου, οπότε και δικαιούται η τράπεζα να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις προαναφερθείσες δύο τουλάχιστον δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κηρύξεως του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 1674/2011, ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 1564/2005).
Η δε προσφυγή της δανείστριας τράπεζας στην διαγραφόμενη από την πιο πάνω ΥΑ διαδικασία εξοφλήσεως της σχετικής απαίτησής της λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση της τελευταίας, ή αναγκαία προδικασία, της έναντι του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου στρεφόμενης αγωγής της, για την πληρωμή του καλυπτόμενου από την εγγύηση μέρους του χορηγηθέντος στην πιστούχο πρωτοφειλέτρια εταιρεία δανείου, σε εκτέλεση υφισταμένης συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού Γ) το ποσό της εγγύησης περιλαμβάνει, πέραν του ανωτέρω υπό στοιχείο Α ανεξόφλητου κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) μέχρι ενός τρίμηνου από τη λήξη της δεύτερης μη αποδοθείσας δόσης και τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας και κλεισίματος λογαριασμού, Δ) σε κύρια, παράμετρο θεμελίωσης εννόμου συμφέροντος προς έγερση αγωγής ανάγεται η τήρηση εκ μέρους του δικαιούχου πιστωτικού ιδρύματος της διαδικασίας υποβολής δικαιολογητικών εγγράφων στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που περιγράφεται στην με αριθμό 2/478/0025/04.01.2006 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, και η αδικαιολόγητη άρνηση αυτής προς εξόφληση, καθώς μόνο με την τήρηση- της συγκεκριμένης διαδικασίας καθίσταται η σχετική οφειλή ελέγξιμη και εξοφλήσιμη εκ μέρους του Δημοσίου.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής της τράπεζας κατά του Δημοσίου, ως εγγυητή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό, τα προς εξατομίκευση της οφειλής του Δημοσίου αναγκαία στοιχεία και η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων καταβολής της εγγύησης (ΑΠ 1674/2011). Ήτοι, πρέπει να προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο η σύναψη και οι όροι της δανειστικής σύμβασης, το αντικείμενο και η διάρκειά της, οι δόσεις και τα ποσά που τυχόν έχουν εξοφληθεί, το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου και ποίο το εγγυημένο τμήμα αυτού, όπως και η καθυστέρηση πληρωμής δύο τουλάχιστον δόσεων πριν από την προβολή αξίωσης για κατάπτωση της εγγύησης του και γενικά η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται για τη λειτουργία της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου από την οικεία υπουργική απόφαση (ΑΠ 1674/2011).
Εξ άλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος, ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).
Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ'αυτή, ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα αναγκαία προς στήριξη του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στο εναγόμενο να αμυνθεί, τα δε αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι συνάρτηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (ΑΠ 1674/2011).
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, εκτίθεται ότι μεταξύ της ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας (υποκατάστημα Κρύας Βρύσης νομού Πέλλας), καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η ήδη αναιρεσίβλητη "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" διά συγχωνεύσεως με απορρόφηση, και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "..." (μη διαδίκου εν προκειμένω) συνήφθη στην Κρύα Βρύση Πέλλας, στις 18.4.2001, σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, το ύψος της οποίας, κατόπιν διαδοχικών προσθέτων αυξητικών πράξεων, ανήλθε στο ποσό των 7.500.000 ευρώ με εγγυητές τα τρία πρόσωπα που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι από την αρμόδια διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (25η) εγκρίθηκε μετά από αίτηση της πιστούχου εταιρείας η παροχή εγγύησης του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% επί των υφισταμένων στις 30.9.2006 οφειλές της, με βάση τους όρους της με αριθμό 2/56179/0025/7.11.2006 ΚΥΑ, που αφορούσε στη παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις τράπεζες, για τις υφιστάμενες έως τις 30.9.2006, ληξιπρόθεσμες και μη, οφειλές επιχειρήσεων των νομών Πέλλας και Σερρών, από δανειακές συμβάσεις, και όριζε ως ανώτατο όριο παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για κάθε δανειοδοτηθείσα επιχείρηση, το ποσό των 20.000.000 ευρώ για την τελευταία πενταετία.
Ότι προς υλοποίηση της παροχής της εγγύησης υπεγράφη μεταξύ της δανείστριας τράπεζας και της πιστούχου εταιρείας, των προσωπικών εγγυητών της σύμβασης ως εκ τρίτου συμβαλλομένων, το από 19.11.2007 πρόσθετο σύμφωνο, στην αρχική πιστωτική σύμβαση, με το οποίο πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και εγγυητές αναγνώρισαν το υπόλοιπο της οφειλής στις 30.9.2006, στο ποσό των 4.074.529,65 ευρώ και συμφώνησαν την εξόφλησή του σε 18 εξαμηνιαίες δόσεις, της πρώτης αρχομένης 30.6.2008 και της τελευταίας λήγουσας στις 31.12.2016, ενώ με ρητό όρο αυτού (10ο όρο), συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως δύο τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου η τράπεζα θα δικαιούται μέσα σε τρείς μήνες από την λήξη της δεύτερης δόσης να ζητήσει από το Ελληνικό Δημόσιο την εξόφληση των απαιτήσεών της (κατά ανεξόφλητο κεφάλαιο και ανεξόφλητους τόκους, συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ένα τρίμηνο μετά τη λήξη της δεύτερης δόσης).
Ότι ακολούθησε η έκδοση της δεύτερης κατά σειρά, με αριθμό 2/95043/0025/16.1.2009 ΚΥΑ, με την οποία ορίστηκαν τα παραπάνω, πλην, μετατέθηκε χρονικά η πρώτη καταβλητέα δόση του εγγυημένου δανείου για τις 30.6.2009. Ότι σε συμμόρφωση της ανωτέρω ΚΥΑ υπεγράφη στις 23.3.2009 πρόσθετο σύμφωνο μεταξύ των αυτών ως άνω συμβαλλομένων, με το οποίο αναγνωρίστηκε η οφειλή της πιστούχου στο ποσό των 4.211.146,67 ευρώ και μετατέθηκε η ημεροχρονολογία της πρώτης καταβλητέας δόσης του δανείου στις 30.6.2009.
Ότι ακολούθησε η έκδοση της τρίτης κατά σειρά, με αριθμό 2/33723/0025/30.6.2009 ΚΥΑ με το αυτό ως άνω περιεχόμενο που τροποποίησε την ημεροχρονολογία της καταβλητέας πρώτης δόσης του δανείου για τις 31.12.2010, και ότι σε συμμόρφωσή της υπογράφηκε μεταξύ των αυτών ως άνω συμβαλλομένων, στις 19.11.2009 πρόσθετο σύμφωνο και μετατέθηκε η ημεροχρονολογία της πρώτης δόσης του δανείου στις 31.12.2010.
Ότι η πιστούχος εταιρεία δεν κατέβαλε τις πρώτες δύο δόσεις της ρύθμισης, δηλαδή την δόση της 31.12.2010 και αυτή της 30.6.2011 με αποτέλεσμα η πιστοδότρια τράπεζα να κλείσει οριστικά στις 7.9.2012 τον λογαριασμό δανείου, με χρεωστικό υπόλοιπο αυτό των 5.611.871,97 ευρώ, και να καταγγείλει τη σύμβαση, με επίδοση στη πρωτοφειλέτιδα και στους εγγυητές, εξώδικης δήλωσής της, στις 21.9.2012. 'Ότι λίγες μέρες πριν τη δήλη ημέρα καταβολής της πρώτης δόσης της οφειλής της, δηλαδή στις 20.12.2010, η πιστούχος εταιρεία αιτήθηκε την υπαγωγή της, στη διάταξη του άρθρου 99 του ν. 3588/2007, που έγινε δεκτή, με τη με αριθμό 32/8.3.2011 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ενώ με τη με αριθμό 29/2012 απόφαση του αυτού ως άνω δικαστηρίου, κηρύχθηκε το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής λόγω αδυναμίας επίτευξης συμφωνίας της εταιρείας με τους πιστωτές της.
Ότι με τη με αριθμό 923/22.11.2012 επιστολή της προς την 25η Δ/νση του ΓΛΚ η ενάγουσα τράπεζα αιτήθηκε την κατάπτωση της εγγυήσεως εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ύψους 3.889.698,77 ευρώ που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 80% του κατά την 30.9.2012 καταλοίπου, πλην η αίτησή της δεν έτυχε απαντήσεως, ενώ κατ' αποδοχή, της από 12.12.2012 αίτησής της, εκδόθηκε η με αριθμό 270/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία διατάχθηκε η πιστούχος πρωτοφειλέτρια και οι εγγυητές της πίστωσης, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή του ποσού (μεταξύ άλλων) των 3.000.000 ευρώ, ως μέρος των οφειλομένων από την εν λόγω πιστωτική σύμβαση νομιμοτόκως.
Ότι αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της παραπάνω διαταγής πληρωμής επέδωσε στους παραπάνω ενεχομένους, χωρίς ουδείς αυτών να ασκήσει οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα. Ότι επί των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων, βεβαρυμένων με εμπράγματη ασφάλεια, υπέρ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Εμπορικής Τράπεζας, επιβλήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία "Φ.
ΑΕ" αναγκαστική κατάσχεση για απαίτηση ύψους 30.000 ευρώ, κατά τη διάρκεια της οποίας και μέχρι την κατακύρωση των κατασχεθέντων η ενάγουσα άσκησε τα εκ νόμου δικαιώματά της ως αναγγελθείς πιστωτής και ενημέρωνε σχετικώς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ενάγουσα ζήτησε μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός της, με την τροπή του σε εν όλω αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Δημοσίου να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.889.689,77 ευρώ, και δη το ποσό των 3.606.462,52 ευρώ, δηλαδή ποσοστό 80% επί του συνόλου του οφειλομένου κεφαλαίου, το οποίο με την ως άνω καταγγελία κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στο σύνολό του, το ποσό των 205.127,39 ευρώ, δηλαδή ποσοστό 80% επί των ληξιπροθέσμων συμβατικών τόκων για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 30.6.2011 και το ποσό των 78.099,90 ευρώ, για τόκους υπερημερίας νομιμοτόκως από της επομένης της υποβολής του αιτήματος κατάπτωσης της εγγύησης, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής.
Με το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει άπαντα τα απαιτούμενα, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις στοιχεία. Συγκεκριμένα, διαλαμβάνονται σ' αυτή, επακριβώς και λεπτομερώς, η σύναψη και οι όροι της δανειστικής σύμβασης, το τελικό ύψος της χορηγηθείσας πίστωσης, η διαδικασία υπαγωγής της σύμβασης στην εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει συγκεκριμένων, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκδοθέντων υπουργικών αποφάσεων, που αφορούσαν επιχειρήσεις του νομού Πέλλας, το εγγυημένο ανεξόφλητο τμήμα του δανείου, η κίνηση του αλληλοχρέου λογαριασμού που εξυπηρέτησε τη σύμβαση, το κλείσιμο του λογαριασμού και η καταγγελία της σύμβασης, εξ αιτίας καθυστέρησης δύο εξαμηνιαίων δόσεων, οι προσωπικές και εμπράγματες ασφάλειες του δανείου και τέλος, το αίτημα της ενάγουσας να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου σε καταβολή λόγω κατάπτωσης της εγγύησής του, βάσει των οικείων υπουργικών αποφάσεων.
Υποχρέωση της ενάγουσας να ενεργήσει τα, κατά τη συνήθη συναλλακτική της πρακτική, αναγκαία, εντός τριμήνου από τη λήξη της δεύτερης δόσης, προς είσπραξη των οφειλομένων από την πρωτοφειλέτιδα πιστούχο εταιρεία " ... με την ίδια επιμέλεια που δείχνει για τα δάνεια που χορηγεί χωρίς την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.." δεν υφίσταται ως προϋπόθεση για την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, την πλήρωση της οποίας υποχρεούται να αποδεικνύει η πιστοδότρια τράπεζα, και ως εκ τούτου ούτε αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της συναφούς αγωγής και την υπαγωγή των περιστατικών στις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον μοναδική προϋπόθεση για τη κατάπτωση της υπόψη εγγύησης είναι η καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη δύο τουλάχιστον δόσεων, χωρίς να τίθεται άλλος περιορισμός ως προς τον χρόνο, κατά τον οποίο δικαιούται η δανείστρια τράπεζα να προβεί σε ενέργειες για την είσπραξη των οφειλομένων από τον πρωτοφειλέτη, και συγκεκριμένα, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου , πολύ περισσότερο αφού η προσφυγή της ενάγουσας στη διαδικασία που διαγράφεται στις εν λόγω ΥΑ αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωσή της.
Συνεπώς, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων νομική εκτίμηση περί συνδρομής των απαιτουμένων προϋποθέσεων για την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, τα στοιχεία δε, αυτά, επαρκούσαν για τη θεμελίωση αυτής της ευθύνης, ώστε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση των επίδικων αξιώσεων της ενάγουσας, και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος, όπως εξ άλλου αβάσιμος, είναι και ο δεύτερος ταυτοσήμου περιεχομένου λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιώμενο την αυτή ως άνω πλημμέλεια, δηλαδή παραβίαση των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου ισχυρίστηκε ότι το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένως εκτίμησε ως νομικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, ενώ αυτή ήταν απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ141/2021, ΑΠ 259/2019, ΑΠ319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013), ώστε η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ` αυτόν.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 85/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί εννοιολογικώς με ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 287/2019, ΑΠ 502/2018, ΑΠ 724/2016).
Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 68/2021, ΑΠ 302/2020), ενώ εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 141/2023, ΑΠ 78/2020).
Με τον τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο, ότι το εφετείο ως δικαστήριο ουσίας εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995, καθώς και αυτές των προδιαληφθεισών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, και του άρθρου 862 του ΑΚ, άλλως, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ελευθερώσεώς του, που προέβαλε και ως λόγο έφεσης, και δέχθηκε :
α) ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση ελευθερώσεώς του από την παρασχεθείσα εγγύησή του, παρόλο που αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα, ενώ γνώριζε ότι η πιστούχος εταιρεία ήταν εξ αρχής αναξιόχρεη, εν τούτοις υπαιτίως παρέλειψε να ενημερώσει συναφώς την αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου ώστε να μην υπαχθεί αυτή (ανώνυμη εταιρεία) στην εγγυητική ευθύνη του και β) ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη συνεπεία παραλείψεων της αναιρεσίβλητης τράπεζας και σε ύστερο χρόνο, δηλαδή μετά τη κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης, ένεκα των οποίων κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια επιχείρηση, συνισταμένων στην παράλειψη επιμελούς επιδιώξεως της ικανοποίησής της από την πρωτοφειλέτρια επιχείρηση εντός του πρώτου τριμήνου από τη λήξη της δεύτερης καταβλητέας δόσης.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση της προσβαλλομένης, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω, μέρος αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμό 1179/18.4.2001 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τις ...
πράξεις μεταβολής του ποσού της πίστωσης, η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ (υποκατάστημα Κρύας Βρύσης Πέλλας) της οποίας η ενάγουσα-εφεσίβλητη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ κατέστη καθολική διάδοχος διά συγχωνεύσεως με απορρόφηση από τις 1.7.2013, χορήγησε στην εδρεύουσα στην Κρύα Βρύση Πέλλας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... S.A." πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 7.500.000 ευρώ. Προς εξασφάλιση της απαίτησής της από την ως άνω σύμβαση πίστωσης η πρώην Εμπορική Τράπεζα έλαβε τις προσωπικές εγγυήσεις των Κ. Μ. του Γ., Α. Μ. του Κ. και Γ. Μ. του Κ.. Στη συνέχεια σε απάντηση αιτήματος της ...
S.A. το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με το ....έγγραφο της 25ης Δ/νσης του ΓΛΚ προς την ανωτέρω εταιρεία με θέμα " παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου στις οφειλές της επιχείρησης ... S.A προς τις τράπεζες" που κοινοποιήθηκε στην πρώην Εμπορική Τράπεζα ενημέρωσε την ως άνω πιστούχο ότι το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του εκκαλούντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου έδωσε την έγκρισή του, για την παροχή της εγγύησης του εκκαλούντος ...
σε ποσοστό 80% σύμφωνα με τις διατάξεις της με αριθμό 2/56179/0025/7.11.2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών για τις υφιστάμενες από 30.9.2006 οφειλές της ανωτέρω πιστούχου προς την πρώην Εμπορική Τράπεζα, οι οποίες κατά το χρόνο εκείνο ανέρχονταν στο ποσό των 4.074.529,65 ευρώ με τους όρους της διατήρησης των υφισταμένων εξασφαλίσεων και της επιπρόσθετης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ποσού 824.529,65 ευρώ, επί του ακινήτου της πιστούχου.
Περαιτέρω, σε εφαρμογή των ανωτέρω, μεταξύ της πρώην Εμπορικής Τράπεζας, της πιστούχου και των προαναφερομένων εγγυητών φυσικών προσώπων, καταρτίστηκε το από 19.11.2007 πρόσθετο σύμφωνο της εν λόγω πιστωτικής σύμβασης, με το οποίο ρυθμίστηκε η εκ της συμβάσεως αυτής υφισταμένη, στις 30.9.2006 οφειλή της πιστούχου ....
Εν συνεχεία με τη με αριθμό 2/33723/0025/30.6.2009 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών τροποποιήθηκαν οι όροι παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, που προβλέπονταν στην από 7.11.2006 υπουργική απόφαση και κατόπιν αυτής, παρασχέθηκε, δυνάμει του ... εγγράφου της 25ης Δ/νσης του ΓΛΚ η τελική έγκριση για τη ρύθμιση των μέχρι τις 30.9.2006 εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο ληξιπροθέσμων και μη οφειλών της πιστούχου, συμπεριλαμβανομένου και του 80% των οφειλομένων τόκων από την 1.1.2008 έως τις 30.6.2009 ποσού 4.307.203,02 ευρώ, με τους εξής όρους....Προς υλοποίηση των ανωτέρω , μεταξύ της πρώην Εμπορικής Τράπεζας και της άνω πιστούχου και των προαναφερομένων εγγυητών φυσικών προσώπων, καταρτίστηκε η με αριθμό 2 πρόσθετη πράξη στο από 19.11.2007 πρόσθετο σύμφωνο δυνάμει της οποίας ρυθμίστηκε η προρρηθείσα υφιστάμενη στις 30.6.2009 εγγυημένη από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο οφειλή της πιστούχου...
και συγκεκριμένα προβλέφθηκε ότι αυτή θα καταβληθεί σε 17 ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές ή χρεολυτικές δόσεις της πρώτης καταβλητέας στις 31.12.2010 και της τελευταίας στις 31.12.2018, το 80% των τόκων της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιουμένων στις 30.6.2010.... Αποδεικνύεται ότι η πιστούχος εταιρεία κατέστη υπερήμερη στην πληρωμή των τεσσάρων πρώτων ληξιπροθέσμων δόσεων στις 31.12.2010, 30.6.2011, 31.12.2011 και 30.6.2012 αντίστοιχα.
Συνεπεία δε αυτού, δυνάμει της από 7.9.2012 εξώδικης δήλωσης που επιδόθηκε στις 21.9.2012 στην πιστούχο και τους προσωπικούς εγγυητές, η δανείστρια τράπεζα προέβη σε καταγγελία και κλείσιμο των τηρουμένων λογαριασμών της με αριθμό 1179.2001 πίστωσης ... και συγχρόνως καλούσε την πιστούχο και τους εγγυητές της φυσικά πρόσωπα, να καταβάλουν στην ίδια εντός προθεσμίας 10 ημερών μεταξύ άλλων το συνολικό ποσό των 5.189.865,84 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο κατά το χρόνο της καταγγελίας χρεωστικό υπόλοιπο...
Ουδεμία όμως καταβολή έγινε από τους ανωτέρω οφειλέτες για την επίδικη απαίτηση. Ακολούθως, η πιστώτρια ...αιτήθηκε την κατάπτωση της εγγύησης του εκκαλούντος για το 80% του υφισταμένου στις 30.9.2012 σε βάρος των ανωτέρω οφειλετών υπολοίπου, συνολικού ποσού 3.889.689,77 ευρώ, που αποτελείται από :α) το ποσό των 3.606.462,52 ευρώ του 80% οφειλομένου κεφαλαίου β) το ποσό των 205.127,35 ευρώ των ληξιπροθέσμων συμβατικών τόκων του άνω κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από 1.7.2010 έως 30.6.2011 και γ) το ποσό των 78.099,90 ευρώ για οφειλόμενους τόκους υπερημερίας ενός τριμήνου από την καταγγελία και υπέβαλε τα δικαιολογητικά που ορίζονταν στην 2/478/0025/4.1.2006 ΥΑ. ....
Αποδεικνύεται εν συνεχεία ότι δυνάμει της με αριθμό 29/6.3.2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, κηρύχθηκε το πέρας της διαδικασίας συναλλαγής που είχε ανοιχθεί με αίτηση της πρωτοφειλέτριας πιστούχου, ...διότι κατέστη αδύνατη η επίτευξη συμφωνίας με τους δανειστές της. Αποδεικνύεται επίσης, ότι μετά την κήρυξη του πέρατος της διαδικασίας συνδιαλλαγής, και αφού η πιστώτρια πρώην Εμπορική Τράπεζα κατήγγειλε την επίμαχη με αριθμό 1179 σύμβαση πιστώσεως στις 7.9.2012, η πιστώτρια πέτυχε μετά από σχετική αίτησή της την έκδοση της με αριθμό 270/23.12.2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών κατά της πιστούχου και των εγγυητών φυσικών προσώπων αυτής, με την οποία διατάχθηκαν, έκαστος εις ολόκληρον να καταβάλουν στην πιστώτρια τράπεζα το αιτηθέν μέρος της απαίτησής της από την επίδικη σύμβαση πίστωσης, ποσού 3.000.000 ευρώ εντόκως, που επιδόθηκε στις 13.1.2014 με την παρά πόδα αυτής επιταγή προς πληρωμή για δεύτερη φορά στους καθών η διαταγή πληρωμής.
Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι πληρούνται οι όροι κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου όσον αφορά το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή εγγυημένο ποσό. Με τον πέμπτο λόγο της ένδικης έφεσης το εκκαλούν ... ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε την ερειδόμενη στην διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995 ένσταση ελευθερώσεώς του από την παρασχεθείσα εγγύησή του στην εν λόγω πιστωτική σύμβαση.
Ο λόγος αυτός .. κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδεικνύεται υπαίτια καθυστέρηση της ενάγουσας τράπεζας, όσον αφορά στην επιδίωξη της πληρωμής της ένδικης απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και τους υπέρ αυτής τρείς εγγυηέντες, δεδομένου ότι, αφενός, από τις εφαρμοζόμενες για την επίδικη εγγύηση ΥΑ δεν προκύπτει υποχρέωση της πιστώτριας τράπεζας να κηρύξει το επίμαχο δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, λόγω υπερημερίας στη καταβολή συγκεκριμένου αριθμού δόσεων, αφετέρου δε, προέκυψε , όπως προαναφέρεται, ότι από το 2011 μέχρι και τη δημοσίευση της οριστικής με αριθμό 29/6.3.2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ήταν εκκρεμής η υπαγωγή της πιστούχου στη διαδικασία συνδιαλλαγής του πτωχευτικού κώδικα, όπως ίσχυε τότε.
Η εκκρεμότητα αυτή της διαδικασίας υπαγωγής της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας στη συνδιαλλαγή του πτωχευτικού κώδικα είχε ως συνέπεια την άρση των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον της, και συνεπώς, για το διάστημα αυτό, σε κάθε περίπτωση, δεν συντρέχει υπαίτια καθυστέρηση της εφεσίβλητης, ενώ σύμφωνα με τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι η τελευταία ως πιστώτρια, έχει επιδείξει την επιμέλεια, που επιδεικνύει και για τα δάνεια που χορηγεί χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου. ...
Ακολούθως μετά την έκδοση της παραπάνω από 16.1.2009 ΥΑ καταρτίστηκε το από 23.3.2009 πρόσθετο σύμφωνο, βάσει του οποίου οι οφειλές της πιστούχου εταιρείας στις 30.9.2006 ρυθμίστηκαν στο ποσό των 4.211.146,67 ευρώ... μετά δε την έκδοση της από 30.6.2009 ΥΑ καταρτίστηκε το από 14.7.2010 πρόσθετο σύμφωνο, με το οποίο οι οφειλές της πιστούχου εταιρείας στις 30.9.2006 ρυθμίστηκαν στο ποσό των 4.307.203,02 ευρώ.
Προς εξυπηρέτηση δε του ως άνω προσθέτου συμφώνου τηρήθηκε ο με αριθμό 2810703020 λογαριασμός, από την κίνηση του οποίου στο διάστημα από 14.7.2010 έως 7.9.2012 προκύπτει, ότι η οφειλή της πιστούχου ανήλθε στις 7.9.2012 στο ποσό συνολικού χρεωστικού καταλοίπου των 5.611.871,97 ευρώ. Ενόψει όλων των ανωτέρω, ορθώς απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αβάσιμη η ένσταση ελευθερώσεως του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς, ο σχετικός πέμπτος λόγος της ένδικης έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με τον έκτο λόγο έφεσης το εκκαλούν προβάλλει, το πρώτον, ενώπιον του κατ'έφεση δικάζοντος δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 527 εδ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ισχύει από 1.1.2016, από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο και 9 παρ. 2 του ν. 4335/2015, ως προκύπτουσα από δικαστική ομολογία της ενάγουσας την ένσταση διζήσεως του άρθρου 855 του ΑΚ, ισχυριζόμενο ειδικότερα ότι υπάρχει δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης ενάγουσας, στην ως άνω αγωγή της, και ότι δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης πέραν της επίδοσης της με αριθμό 270/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.
Ο έκτος αυτός λόγος της ένδικης έφεσης κρίνεται, κατ' άρθρο 527 εδ. 6 ΚΠολΔ, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από την μελέτη των εγγράφων της εφεσίβλητης ενάγουσας που επισυνάπτονται στη δικογραφία της ένδικης έφεσης, και παραδεκτά επισκοπούνται στο σύνολό τους από το δικαστήριο τούτο, δεν υφίσταται , ούτε προκύπτει δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης για έλλειψη εκ μέρους της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της πιστούχου εταιρείας και των υπέρ αυτής εγγυηθέντων τριών φυσικών προσώπων...".
Υπό τις παραδοχές αυτές, και με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του, αφενός μεν, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφετέρου, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το νόμιμο λόγο ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου από την κατάπτωση της εγγύησης που παρέσχε στην δανειολήπτρια εταιρεία, δεχθέν, ότι ο έλεγχος της πιστοληπτικής ικανότητας της επιχείρησης που υπήχθη στις ρυθμίσεις για τη παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου ανήκει στο ίδιο, και όχι στη πιστοδότρια τράπεζα, καθώς και ότι δεν συνιστούσε παραλειφθέν προαπαιτούμενο εκ μέρους της δανείστριας τράπεζας η επιδίωξη είσπραξης οφειλομένων, κατά το πρώτο τρίμηνο μετά τη δήλη ημέρα υπερημερίας της πιστούχου εταιρείας.
Οι δε αιτιάσεις, ότι εν προκειμένω συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου και πριν από την κατάρτιση της εγγυητικής σύμβασης αλλά και μετά από αυτήν, ενώ το Δικαστήριο ουσίας απέρριψε τους συναφείς ισχυρισμούς ως αβάσιμους από ουσιαστική άποψη, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αφορούν στην ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας, αναφορικά προς το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη ότι παρέλειψε να κάνει χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την έννοια των όρων "συνήθων τραπεζικών κριτηρίων" και της "δέουσας επιμέλειας" ως θεμελιωτικών της υπαιτιότητας της τράπεζας ως αναγκαίου όρου για την ελευθέρωσή του από την εγγυητική του ευθύνη, αφού αν και γνώριζε την οικονομική αδυναμία και το αναξιόχρεο της πιστούχου δεν λειτούργησε με τα συνήθη τραπεζικά κριτήρια, ούτε έδειξε την δέουσα επιμέλεια προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αντίθετα έκρινε η προσβαλλομένη.
Οι παραπάνω αιτιάσεις δεν ιδρύουν τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος έτσι ελέγχεται ως απαράδεκτος, καθόσον αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, παρεκτός, και πέραν του ότι, η επιδίωξη της είσπραξης των οφειλομένων από τον πρωτοφειλέτη "κατά τα συνήθη τραπεζικά κριτήρια", τηρώντας τη "δέουσα επιμέλεια", όροι, οι οποίοι περιλαμβάνονται στη με αριθμό 2/33723/0025/30.6.2009 ΥΑ, συνιστούν περιεχόμενο ατελούς νομοθετήματος (lex imperfecta) ως εκ της ανυπαρξίας κυρώσεων, ώστε δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας κανόνος δικαίου ή υπαγωγής περιστατικών σε αυτόν, ώστε να ιδρύεται ο σχετικός λόγος.
Κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1.1.2016 "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 58/2023, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).
Εξάλλου, η κατ` άρθρο 855 του ΑΚ ένσταση δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού κατά νόμον απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου. Επομένως, δεν πρόκειται για ένσταση προνομιακή και δεν μπορεί να προταθεί στο Εφετείο χωρίς του περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 421/2019, ΑΠ 164/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ως απαραδέκτως προβληθείσα το πρώτον ενώπιόν του την ένσταση διζήσεως, ως λόγο έφεσης, εκ μέρους του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον δέχθηκε ότι " ..
δεν υφίσταται ούτε προκύπτει δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης ενάγουσας, για έλλειψη εκ μέρους της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της πιστούχου εταιρείας, και των υπέρ αυτής εγγυηθέντων τριών (3) ως άνω φυσικών προσώπων...". Έτσι κρίνοντας, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες δικονομικές διατάξεις των άρθρων 527 και 269 του ΚΠολΔ, και συνεπώς, δεν υπέπεσε στη δικονομική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, έκτος λόγος της ένδικης αίτησης είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος δε λόγος, κατά το δεύτερο (επικουρικό) μέρος του για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αυτού ως άνω άρθρου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται επί παραβάσεως δικονομικών διατάξεων όπως αυτές των άρθρων 527 και 269 του ΚΠολΔ, αφού στη περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο ουσίας δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξει ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στην περιγραφή τους.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (αρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδ.
με την παρ. 2 της 134423/8-12-1992/20-1-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.1.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 5885/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ