Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding unpaid holiday and leave allowances.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment ordering it to pay holiday and leave allowances to seven employees. The State argued the claims were time-barred and that the lower court made calculation errors, but the Court found these arguments inadmissible or irrelevant to the appeal. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the State was ordered to pay the laborers' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 74 para. 1 N. 4690/2020; Art. 83 para. 1 N. 4790/2021; Art. 559 K.Pol.D.: The suspension of court operations does not extend limitation periods, and calculation errors in judgments constitute grounds for correction rather than appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 58 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 58/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 2. Χ. Κ. του Μ., 3.Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 4. Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 5. Α. Α. του Ν., 6. Μ. Ψ. του Ι., κατοίκου ..., και 7. Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σουλτάνα Δομκόνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2591/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1380/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 29-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48/) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 29.4.2021 και με αριθμό κατ. ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1380/13.3.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί των: α) από 22.11.2017 και με αριθμό κατ. ... έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (πλην της τρίτης ενάγουσας Β.
Π.), β) από 28.11.2017 και με αριθμό κατ. ... έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και γ) από 28.11.2018 και με αριθμό κατ. ... έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία (εργατικών διαφορών), με αριθμό 2591/4.12.2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) απορρίφθηκε, ως προς το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού - ΟΑΕΔ" η αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης και β) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ι) αναγνωρίσθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα χρονικά διαστήματα που αναλυτικά αναφέρονται για τον καθένα, ιι) υποχρεώθηκε το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα για έκαστο εξ αυτών ποσά, με το νόμιμο τόκο από 23.11.2010 με επιτόκιο υπερημερίας 6% και ιιι) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα για έκαστο ενάγοντα ποσά με το νόμιμο τόκο από 23.11.2010, με επιτόκιο υπερημερίας 6%.
Οι αναφερόμενες τρεις εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 19ης Φεβρουαρίου 2019 και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και τις τρεις εφέσεις, αλλά α) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες ι) την από 22.11.2017 και με αριθμό κατ. ... έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ιι) την από 28.11.2018 και με αριθμό κατ. ...
έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και β) δέχθηκε ως βάσιμη και στην ουσία της την από 28.11.2017 και με αριθμό κατ. ... έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Ακολούθως, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η από 17.10.2010 και με αριθμό κατ. 32198/918/21.2.2011 αγωγή από το ανωτέρω δικαστήριο.
Στη συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι υπάρχει υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα αναλυτικά για τον καθένα ποσά, νομιμοτόκως (με το επιτόκιο του Ελληνικού Δημοσίου) από την επομένη της 22.11.2010 και μέχρι την εξόφληση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 10.5.2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 1380/13.3.2019 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (14.3.2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 14.3.2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 10.5.2021.
Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Για το ορισμένο δε και του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες α) της παραβίασης των άρθρων 648 ΑΚ, 6 του ν. 765/1943, 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2369/1998, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (πρώτος λόγος αναίρεσης) και β) της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των σχέσεων που συνέδεαν τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Με το περιεχόμενο αυτό οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, κρίνονται αόριστοι και συνακόλουθα απορριπτέοι. Τούτο δε διότι, στο αναιρετήριο, όπως προκύπτει από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή του, εκτίθενται μόνο το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό της μέρος και οι υποστηριζόμενες από αυτό νομικές ερμηνείες των ως άνω διατάξεων, που φέρονται ως, ευθέως και εκ πλαγίου, παραβιασθείσες, ενώ δεν εκτίθενται, παντάπασι, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την φερομένη ως λανθασμένη κρίση του να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά ένα μέρος, την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
3.-Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του ειρηνοδικείου (αλλά και του μονομελούς Πρωτοδικείου), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης των εφέσεων μετά την 1.1.2016 (άσκηση εφέσεων 22.11.2017, 28.11.2017 και 28.11.2018), "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).
Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί παραγραφής της αξιώσεως, ακόμη και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, όπως συμβαίνει με τα άρθρα 90 παρ. 3 και 94 εδ' γ του ν. 2362/1995 ("Δημόσιο Λογιστικό - Έλεγχος δαπανών"), τα οποία ορίζουν, ότι ο χρόνος παραγραφής των αποδοχών ή κάθε άλλης φύσεως απολαβών των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου είναι δύο ετών από τη γένεσή τους, έστω και εάν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ότι η εν λόγω παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (ΑΠ 1153/2014, ΑΠ 120/2007, ΑΠ 2075/2007).
Επισημαίνεται ότι ο κανόνας περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού από αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές, αν και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη κατά την έννοια της παρ. 2 εδ. γ του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως η έννοια της δημόσιας τάξης οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, περιλαμβάνουσα του κανόνες, με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ ΑΠ 4/2012, Ολ ΑΠ 15/2000), αλλά αφορά τις ιδιωτικές σχέσεις μεταξύ του Δημοσίου και των μισθωτών αυτού (ΑΠ 670/2016, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 596/2015)..
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 και 90 παρ. 3, του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με τις ομοίως ειδικές και κατισχύουσες διατάξεις των άρθρων 140 παρ. 3 και 144 εδ.
δ του Ν. 4270/2014, το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο επιδίκασε σε βάρος του τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, που αφορούν το δώρο Πάσχα και το επίδομα αδείας του έτους 2008, μολονότι αυτά είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο, παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού του (ένσταση παραγραφής), ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είτε με την άσκηση της εφέσεώς του, είτε ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτού ασκηθείσας έφεσης των αναιρεσιβλήτων, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, ούτως ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος.
4.-Σύμφωνα με το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ. του ΚΠολΔ (ΑΠ 1066/2021, ΑΠ 1083/2014). Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια ότι περιέχει, αναφορικά με την έβδομη αναιρεσίβλητη (όγδοη ενάγουσα), λογιστικά λάθη, οφειλόμενα σε παραδρομή, ένεκα των οποίων το διατακτικό της δεν εναρμονίζεται με το σκεπτικό της, όπου αναφέρεται μικρότερο ποσό απαιτήσεως (1.556,61 ευρώ) από εκείνο του διατακτικού (2.978,04 ευρώ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η πλημμέλεια αυτή της απόφασης, άσχετη προς τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επικαλείται το αναιρεσείον, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, αλλά λόγο διόρθωσης της απόφασης.
5.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.4.2021 και με αριθ. κατάθ. ... αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1380/13.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ