Supreme Court dismisses appeal on Article 560(5) Civil Procedure Code grounds for non-consideration of facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a lawyer's fee dispute with a local municipality. The appellant argued that the lower court failed to consider a prior agreement on fee increases, violating Article 560(5) of the Civil Procedure Code. The court rejected this claim, ruling that the First Instance Court had properly evaluated the agreement but found it legally inapplicable due to subsequent statutory regulations governing lawyer fees. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560(5) ΚΠολΔ; The appeal ground under Article 560(5) of the Civil Procedure Code is inadmissible when the court of first instance has considered the alleged facts but rejected them based on valid legal reasoning or because the facts were not proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1254 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1254/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ειρήνης Μαρούπα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό .../1-7-2013.
Εκδόθηκαν η 1708/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 6955/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../15-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 4024/2011, με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου νόμου, ήτοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ).
Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012 (ΦΕΚ Β’ 498/28-2-2012), σύμφωνα με την παρ.1 της οποίας καταβάλλεται στους δικηγόρους σε Πρωτοδικείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε’ βαθμού, στους δικηγόρους σε Εφετείο, ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ’ βαθμού και στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο βασικός μισθός του Β’ βαθμού.
Η εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ. Σε όλους αυτούς, επιπλέον, είχε προβλεφθεί η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
Η παροχή αυτή καταργήθηκε από 1-1-2013, δυνάμει της περ.9 της υποπαραγράφου Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Επίσης, έχει προβλεφθεί η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, σύμφωνα με το οποίο τα επιδόματα εορτών και αδείας καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσης μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα 3.000 ευρώ, ενώ αν με την καταβολή των επιδομάτων αυτών, οι μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται μέχρι του ορίου των 3.000 ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους (παρ.5).
Όμως, και τα επιδόματα αυτά καταργήθηκαν από 1-1-2013, δυνάμει του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαράγραφος Γ.1 περ.1 του ν. 4093/2012. Ακόμη, με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 4024/2011, ορίζεται ότι, πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού.
Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω. Με την προγενέστερη ΚΥΑ 2/8250/0022/10-2-2004, στο άρθρο 4 αυτής, ορίζεται ότι "Τυχόν καταβληθείσα ειδική πρόσθετη παροχή κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 έως την 31-12-2003, διατηρείται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος ή από την αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ν. 3205/2003".
Η τελευταία αυτή ρύθμιση καταργήθηκε από 1-11-2011 με την παύση της ισχύος της εν λόγω ΚΥΑ, με την παρ.5 της νεότερης ως άνω ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012.
2. Περαιτέρω, με επίκληση της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ.3 του άρθρου 22 του ν. 4024/2011, εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17127/0022/28-2-2012 (ΦΕΚ Β’ 498/28-2-2012), με την οποία καθορίσθηκαν, αναδρομικά από 1-11-2011, οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξαρτήτων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, με την οποία, μεταξύ των άλλων, έχει προβλεφθεί, για τους δικηγόρους των ΑΔΑ με έμμισθη εντολή, η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
Το εν λόγω χρονοεπίδομα, που αρχικά είχε προβλεφθεί και για τις δύο κατηγορίες δικηγόρων, καταργήθηκε στη συνέχεια από 1-1-2013 μόνο για τους δικηγόρους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ ("δικηγόρους των φορέων"), ενώ διατηρήθηκε για τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ ("δικηγόρους των Αρχών"). Η διαφοροποίηση αυτή δεν έγινε αυθαίρετα, αλλά επιβλήθηκε από τη διαφορετικότητα των δύο κατηγοριών δικηγόρων.
Ο νομοθέτης, δηλαδή, κατά τον καθορισμό των αποδοχών των δικηγόρων των ΑΔΑ και των λοιπών αναλόγων φορέων του δημοσίου τομέα, έλαβε υπόψη τη νομική φύση και την αποστολή των εν λόγω αρχών ή επιτροπών και θέλησε να τις ξεχωρίσει από τις αποδοχές των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως έπραξε και για τις αποδοχές του λοιπού επιστημονικού προσωπικού των αρχών αυτών, τις οποίες ξεχώρισε από εκείνες που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης για το εν γένει επιστημονικό προσωπικό του δημοσίου τομέα.
Και κατά τη διαμόρφωση της βούλησης αυτής, οι αρμόδιοι υπουργοί, ενεργώντας κατά νομοθετική εξουσιοδότηση και ευρισκόμενοι μέσα στα όριά της (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 4024/ 2011), έλαβαν υπόψη την υποχρέωση που είχαν από το Σύνταγμα (άρθρο 101Α) και τον οργανικό νόμο εκάστης ΑΔΑ κλπ, να καθορίσουν τις αποδοχές με τρόπο που να συνάδει, αφενός προς τη λειτουργική ανεξαρτησία της αρχής ή επιτροπής και αφετέρου προς το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς που διέπει από άποψη ουσιαστικών προσόντων, επιλογής και υπηρεσιακής κατάστασης το προσωπικό της.
Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να τεθεί βασίμως ζήτημα άνισης μεταχείρισης των "δικηγόρων των φορέων" σε σύγκριση με τους "δικηγόρους των Αρχών", διότι πρόκειται για απασχολούμενους λειτουργούς διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού ως προς τους οποίους η επίμαχη διάκριση έγινε από λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 482/2017, ΑΠ 2008/2017, πρβλ.
ΟλΣτΕ 3405/2014). 3.
Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α’ 256), ορίζεται ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μία επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους (ΟλΣτΕ 668/2012, ΟλΣτΕ 1286/2012).
Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΠΠΠ, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους αποδοχών, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις. Πάντως, με το ως άνω άρθρο δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται, καταρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού, ανάλογα με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες.
Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΠΠ επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, καταρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος.
Η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλΣτΕ 3405/2014, ΟλΣτΕ 668/2012).
4. Το Σύνταγμα στο άρθρο 5 παρ.1 ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη", στο δε άρθρο 25 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του 2001, ότι οι περιορισμοί των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται, ως ατομικό δικαίωμα, η οικονομική ελευθερία, ειδική εκδήλωση της οποίας αποτελεί για τους ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, η ελευθερία των συμβάσεων, στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η επιλογή κατάρτισης σύμβασης και με το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και η σύμφυτη αξίωση της τήρησης των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων.
Νομοθετική επέμβαση σε υπάρχουσα συμβατική σχέση είναι επιτρεπτή ως εξαιρετικό μέτρο, λαμβανόμενο με βάση γενικά, αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια και στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας, όταν σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι συνάπτονται με το αντικείμενο της σύμβασης, δικαιολογούν την ανατροπή της ομαλής εξέλιξης της σύμβασης ή τη μεταβολή των συμφωνηθέντων από τους συμβαλλομένους.
Τούτο, βεβαίως, υπό την προϋπόθεση ότι η επιβολή των συγκεκριμένων μέτρων δεν θίγει τον πυρήνα της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας, εν προκειμένω των δικηγόρων με έμμισθη εντολή, ούτε την αναιρεί, λαμβανομένου πάντως υπόψη, παραλλήλως, ότι το δικηγορικό επάγγελμα, λόγω του στενού συνδέσμου του προς την απονομή της δικαιοσύνης και, εντεύθεν, του κοινωνικού ρόλου που επιτελεί, υπόκειται σε ιδιαίτερες δεσμεύσεις και κανονιστικές ρυθμίσεις (ΟλΣτΕ 3372/2015). 5.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προηγούμενες σκέψεις, με το ν. 4024/2011, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.1 του οποίου εκδόθηκε η ανωτέρω ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012, επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.
Με τα δεδομένα αυτά, οι θεσπισθείσες με το ν. 4024/2011 περικοπές αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων στον εν γένει δημόσιο τομέα, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος προσαρμογής, αλλά και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε σχέση με την οργάνωση του έμψυχου δυναμικού των δημοσίων φορέων.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, εν τέλει, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της ευρωζώνης, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Ο επιδιωκόμενος με τις κρίσιμες διατάξεις σκοπός, αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την επέμβαση του νομοθέτη στις συμβατικές σχέσεις των δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ.1 του άρθρου 4 του ν.4024/2011. Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση, ελήφθη με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, παρίσταται ως πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν είναι προδήλως δυσανάλογη προς αυτόν.
Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ούτε στην καθιερωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 εδ. δ’ αυτού αρχή της αναλογικότητας, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες.
Άλλωστε, από μακρού ο καθορισμός της αμοιβής των εμμίσθων δικηγόρων υπήρξε αντικείμενο κρατικής παρέμβασης με την καθιέρωση κατωτάτων ορίων πάγιας περιοδικής αμοιβής των δικηγόρων και μάλιστα δια παραπομπής στο βασικό μισθό ή στα ΜΚ του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρα 92 παρ.1 και 92Α του ν.δ. 3026/1954, ΚΥΑ 85724/1986, 20222/1997 κλπ).
Η ως άνω ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, αλλά ούτε και στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν η ιδιοκτησία κατά το εν λόγω άρθρο έχει ή όχι την αυτή έννοια με την, κατά το άρθρο 1 του ΠΠΠ, περιουσία, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες (ΟλΣτΕ 3372/2015).
6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης, από 1-7-2013 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, εκθέτει ότι έχει προσληφθεί το έτος 1984 για να παρέχει τις δικηγορικές υπηρεσίες του με σχέση έμμισθης εντολής στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων.
Ότι με νεότερη συμφωνία αυξήθηκε η μηνιαία αντιμισθία του από 4-7-1994 και έτσι υπήχθη στις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις του άρθρου 12 του ν. 1093/1980, προσαυξανόμενη περαιτέρω με τα εκάστοτε μηνιαία επιδόματα, που καταβάλλονται και στους τακτικούς υπαλλήλους του εναγομένου ή χορηγούνται απευθείας στους λοιπούς δικηγόρους που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ και αμείβονται κατ’ αντιστοιχία των μισθολογικών κλιμακίων της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος, περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος αρνείται να του καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές, όπως διαμορφώθηκαν μετά το έτος 1994, σύμφωνα με τον κώδικα περί δικηγόρων και τη μεταξύ τους ευνοϊκότερη συμφωνία, ζητεί να του επιδικασθούν μισθολογικές διαφορές συνολικού ποσού 16.515,65 ευρώ και ειδικότερα α) 10.560 ευρώ, ως μηνιαία ειδική παροχή (άρθρου 14 του ν. 3016/2002) του χρονικού διαστήματος από 1-7-2008 έως 30-6-2013, β) 1.645 ευρώ, ως επίδομα εξόδων κίνησης του χρονικού διαστήματος από 1-2-2013 έως 30-6-2013, γ) 3.869,88 ευρώ, ως χρονοεπίδομα του χρονικού διαστήματος από 1-9-2012 έως 31-12-2012 και δ) 440,77 ευρώ, ως διαφορά επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2012 (όπως νόμιμα περιορίστηκε το αρχικώς αιτούμενο των 3.637,10 €, λόγω καταβολής για την αιτία αυτή του ποσού των 3.196,33 €), με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, κυρίως με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, σύμφωνα με όσα έχουν αναλυθεί ανωτέρω στις νομικές σκέψεις, δεν είναι νόμιμη ως προς τα εξής κονδύλια: α) της ειδικής μηνιαίας παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 για το πέραν της 31-10-2011 χρονικό διάστημα, διότι η παροχή αυτή, που είχε διατηρηθεί ως προσωπική διαφορά για τους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής σε ΟΤΑ, όπως ο ενάγων, σύμφωνα με την παρ.4 της ΚΥΑ 2/8250/0022/10-2-2004, καταργήθηκε από 1-11-2011, που έπαυσε να ισχύει η εν λόγω ΚΥΑ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.5 της ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012, β) του επιδόματος των εξόδων κίνησης, διότι αυτό καταργήθηκε με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 4024/2011 από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ο οποίος, κατά το άρθρο 43, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που έλαβε χώρα την 27-10-2011 και γ) της διαφοράς του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2012, ύψους 440,77 ευρώ, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.5 του ν. 4024/2011, το εν λόγω επίδομα ήταν καταβλητέο μέχρι του ορίου συμπλήρωσης των 3.000 ευρώ και μετά την καταβολή για την αιτία αυτή του ποσού των 3.196,33 ευρώ (κατά το οποίο περιορίστηκε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο), υπερκαλύφθηκε το ανώτατο όριο των 3.000 ευρώ.
Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έκρινε σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας μετά από έφεση του εναγομένου ΟΤΑ και, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης 1708/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 16.515,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα ανωτέρω αναφερόμενα κονδύλια με την ίδια, κατά βάση, αιτιολογία, όπως και η παρούσα, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις που αναφέρονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις.
Επίσης, απέρριψε ως μη νόμιμες και τις επικουρικές βάσεις της αγωγής από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό, πλην όμως δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγοι της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που προσάπτουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως προς τα προαναφερόμενα κονδύλια ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος.
7. Περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 6955/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με το χρονοεπίδομα του χρονικού διαστήματος από 1-9-2012 έως 31-12-2012 και την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 του χρονικού διαστήματος από 1-7-2008 έως 30-12-2011, ως προς τα οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, τα εξής ουσιώδη:
Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) συνήψε ως δικηγόρος, την 16-3-1984, με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Ότι, ενώ αρχικά αμειβόταν με βάση το κατώτατο όριο αμοιβής του άρθρου 92Α του κώδικα περί δικηγόρων, οι διάδικοι συμφώνησαν, την 28-7-1994, την αύξηση της μηνιαίας αντιμισθίας του ενάγοντος, αρχής γενομένης την 4η Ιουλίου 1994, συμφωνία που υπήχθη στις ευνοϊκότερες διατάξεις του άρθρου 12 παρ.3 του ν. 1093/1980, προσαυξάνοντας περαιτέρω τις αποδοχές του με τα εκάστοτε μηνιαία επιδόματα, που καταβάλλονταν στους τακτικούς υπαλλήλους του εναγομένου ή χορηγούνταν απευθείας στους λοιπούς δικηγόρους, που υπηρετούσαν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ.
Ότι, ωστόσο, η μισθολογική του κατάσταση υπήχθη στις ρυθμίσεις και τις τροποποιήσεις που επέφεραν οι διατάξεις της παρ.1 της ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012. Ότι, βάσει αυτής, το χρονοεπίδομα που δικαιούται ο ενάγων ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του βασικού μισθού του για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής του στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
Ότι συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ο ενάγων γράφτηκε στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την 23-8-1977 και ο βασικός μισθός του, ως δικηγόρου στον Άρειο Πάγο, υπηρετούντος σε ΟΤΑ, δυνάμει της ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του ν. 4024/2011, είχε καθορισθεί την 1-1-2011 στο ποσό των 1.906 ευρώ (βασικός μισθός Β’ βαθμού ΠΕ κατηγορίας), το ένδικο χρονοεπίδομα, ποσοστού 2%, ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 38,12 ευρώ για την πρώτη διετία δικηγορίας και στο ποσό των 648,04 ευρώ για 17 συμπληρωμένες διετίες δικηγορίας.
Ότι, συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-9-2012 έως 31-12-2012 το ποσό των 2.592,16 ευρώ (ήτοι 648,04 € Χ 4 μήνες). Ότι επιπλέον ο ενάγων δικαιούται την ειδική παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 31-10-2011 συνολικού ποσού 7.040 ευρώ (ήτοι 176 € Χ 40 μήνες). Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δικάσαν κατ’ έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της ως και κατ’ ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.632,16 ευρώ (ήτοι 2.592,16 € + 7.040 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
8. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 560 αρ.1 και αρ.6 ΚΠολΔ (ο αρ.6 προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016), διότι δέχθηκε τη μείωση που επέφερε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012 στις μηνιαίες αποδοχές του και εντεύθεν υπολόγισε επί των μειωμένων αποδοχών το χρονοεπίδομα, με αποτέλεσμα να καταλήξει στη μερική παραδοχή του σχετικού κονδυλίου, ενώ θα έπρεπε να υπολογισθεί επί του συνόλου των ιστορουμένων στην αγωγή και αυξημένων, βάσει της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, τακτικών μηνιαίων αποδοχών (ανερχομένου του χρονοεπιδόματος με βάση τον επικαλούμενο υπολογισμό σε 967,47 € μηνιαίως) και έτσι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, των άρθρων 5, 17 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 361 ΑΚ και στερείται νόμιμης βάσης και αιτιολογίας.
Με την προαναφερόμενη κρίση, το δικάσαν κατ’ έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις ανωτέρω νομικές σκέψεις, οι επίμαχες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος και στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 εδ.
δ’ Σ.), ούτε στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στο άρθρο 361 ΑΚ, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον το χρονοεπίδομα του ενάγοντος υπολογίστηκε με βάση την ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012 και αφορά σε χρονικό διάστημα πριν την 1-1-2013, η κρίση του Εφετείου περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης της περ.9 της υποπαρ. Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκε το εν λόγω χρονοεπίδομα από 1-1-2013 μόνο για τους "δικηγόρους των φορέων", ενώ διατηρήθηκε για τους "δικηγόρους των Αρχών", είναι πλεοναστική και, ενόψει του ότι δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αν και είναι εσφαλμένη (βλ.
παραπάνω αρ.2), δεν αποτελεί αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου. 9.
Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με όλους τους λόγους της αίτησης, κατά ένα μέρος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι το κατ’ έφεση δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, ενώ προέβαλε με τις ενώπιόν του προτάσεις ότι συμφώνησαν με τον εναγόμενο ΟΤΑ την αύξηση της μηνιαίας αντιμισθίας του από 4-7-1994, προσαυξανόμενης περαιτέρω και με τα εκάστοτε μηνιαία επιδόματα, που καταβάλλονταν στους τακτικούς υπαλλήλους του ή χορηγούνταν απευθείας στους λοιπούς δικηγόρους, που υπηρετούσαν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω συμφωνία.
Η αιτίαση αυτή, που επαναλαμβάνεται σε όλους τους λόγους της αίτησης, είναι αβάσιμη, διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά δεν έγινε δεκτός, καθόσον αυτό δέχθηκε ότι η μισθολογική κατάσταση του ενάγοντος υπήχθη στις ρυθμίσεις και τροποποιήσεις που επέφεραν οι διατάξεις της ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28-2-2012.
10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../15-9-2017 αίτηση για αναίρεση της 6955/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουλίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ