Legislator Case Law & Legislation
1252/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public order grounds for new claims regarding lawyer's entitlement to severance pay.

Case Number 1252/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Institute of Studies against a lower court ruling in a labor dispute. The appellant sought additional severance pay based on the claimant's status as a lawyer, arguing the lower court erred on public order grounds. The court rejected this because the appeal introduced new factual arguments not previously raised, violating the principle that appellate review cannot reopen the merits of the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot examine new factual claims or arguments regarding public order in an appeal, as such review would transform the appellate court into a court of third instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility new factual claims public order violation third instance error lawyer severance pay labor dispute costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 562, 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1252 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1252/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών" (ΕΙΕ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Αγαπάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Κόκιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1315/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2867/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10/9/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρινόμενη από 10. 9. 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ` αριθμ. 2867/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Α. Σ. άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ" την από 24.2. 2012 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά.

Ειδικότερα επικαλέστηκε η ενάγουσα ότι είναι δικηγόρος και προσλήφθηκε από το εναγόμενο το 1979 δυνάμει σύμβασης έργου, η οποία από το έτος 1984 κατέστη έμμισθη εντολή αορίστου χρόνου με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Ότι προσέφερε σε αυτό τις υπηρεσίες της ως νομική σύμβουλος με αντικείμενο τις ευρωπαϊκές συμβάσεις και τις διεθνείς σχέσεις που αφορούν στο εναγόμενο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, μέχρι την 31-8-2001, οπότε παραιτήθηκε από τα καθήκοντά της λόγω συνταξιοδότησης και ζήτησε από το εναγόμενο να της καταβάλει την κατά το άρθρο 94 ν. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση, ανερχομένη στο ποσό των 84.156 ευρώ άλλως στο ποσό των 72.248,40 ευρώ.

Ότι το εναγόμενο της κατέβαλε για την προαναφερόμενη αιτία την 11.10.2011 μόνο το ποσό των 15.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ καταβληθείσας από 15.000 ευρώ αποζημίωσης και εκείνης που πραγματικά δικαιούται και ανέρχεται στο ποσό των 69.156 ευρώ άλλως στο ποσό των 57.548, 28 ευρώ, νομιμότοκα κατά τα αναφερόμενα στη αγωγή.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 1315/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή ,λόγω πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας, επειδή αυτή παρέλειψε να καταβάλει το προσήκον δικαστικό ένσημο. Επί της ως άνω αποφάσεως κατόπιν ασκήσεως από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη της από 16.6.2015 ανακοπής ερημοδικίας εκδόθηκε η υπ`αριθμ. 1062/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας ως απαράδεκτη, για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους.

Στη συνέχεια η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της ως άνω υπ` αριθμ. 1315/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άσκησε την από 24.6.2016 (αριθμός κατάθεσης 2671/2016) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ.2867/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η προσβαλλόμενη απόφαση δίκασε ερήμην το εφεσίβλητο- εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, επειδή αυτό παραστάθηκε κατά την εκδίκασή της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ, η οποία δεν θεωρήθηκε νομότυπη, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη δια της εκδικαζομένης εφέσεως υπ` αριθμ. 1315/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε εκδοθεί ερήμην της εκκαλούσας -ενάγουσας, λόγω πλασματικής αυτής ερημοδικίας και όρισε παράβολο ερημοδικίας.

Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού κράτησε και δίκασε την από 24.2.2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 57.548,4 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1.9.2011 μέχρι την εξόφληση.

Η ερήμην του εφεσιβλήτου και ήδη προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον την 11.7.2018 ,ενώ από το από 10-9-2018 με αρ.πιστ.465/2018 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι μέχρι την 7.9.2018 δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας εντός δέκα πέντε ημερών από την επίδοσή της (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς αυτή είχε ήδη τελεσιδικήσει από 26-7-2018.

Περαιτέρω, αφού κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε αρμοδίως την 10-9-2018, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε τελεσιδικήσει, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως με τις διατάξεις των άρθρων 144,147 παρ.2, 503 παρ 1,553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 971/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου απαιτείται να αναφέρεται η διάταξη του νόμου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση της και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση. (ΑΠ 1662/2009, ΑΠ 778/2009).

Στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος.(ΑΠ 99/2020 ) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 63 παρ 3,4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 του Κώδικα περί δικηγόρων, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, καθώς και εκείνες του άρθρου 11 παρ.1 εδ.

α και β του Ν.1649/1986. Ειδικότερα αιτιάται το αναιρεσείον ότι η προσβαλλόμενη, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία των επικαλούμενων στην αγωγή από την ενάγουσα δικηγόρο και ήδη αναιρεσίβλητη αρχικών συμβάσεων έργου ορισμένου χρόνου από 31-10 -1979 καθώς και τη μεταγενέστερη από 1-4-1984 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που αυτή κατήρτισε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, δέχθηκε ότι οι εν λόγω συμβάσεις (έργου και εργασίας) αποτελούν σύμβαση εμμίσθου εντολής δικηγόρου αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία και ότι η αναιρεσίβλητη κατείχε θέση νομικού συμβούλου, για την πρόσληψη της οποίας δεν ήταν αναγκαία η τήρηση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 εδ.

α και β του Ν.1649/1986 διαδικασίας. Και τούτο διότι από την επισκόπηση των αποδεικτικών εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη στο δικαστήριο της ουσίας αποδυκνύεται ότι αυτή κατείχε θέση υπαλλήλου με αντικείμενο εργασίας τις διεθνείς θέσεις του αναιρεσείοντος εναγομένου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι το αναιρεσείον παραθέτει στο αναιρεστήριο μόνο τη διάταξη του άρθρου 63 παρ 3,4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 του Κώδικα περί δικηγόρων, τη νομική του επιχειρηματολογία ως προς την εν λόγω διάταξη καθώς και αυτή του άρθρου 11 παρ.1 εδ.

α και β του Ν.1649/1986, με βάση τις οποίες η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικηγόρος Αθηνών προσέφερε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο ως νομική σύμβουλος σε διεθνή θέματα καθώς και το κατά την άποψή του υπαγωγικό σφάλμα ότι δηλαδή η ενάγουσα είχε προσληφθεί ως υπάλληλος και όχι ως νομική σύμβουλος, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη.

Η αοριστία συνίσταται στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο των κρισίμων ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, Αντίθετα το αναιρεσείον αρκέσθηκε στην παράθεση σ' αυτό (αναιρετήριο), μόνο, της διάταξης του άρθρου 63 παρ 3,4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 του Κώδικα περί δικηγόρων, της νομικής του επιχειρηματολογίας ως προς την εν λόγω διάταξη καθώς και αυτής του άρθρου 11 παρ.1 εδ.

α και β του Ν.1649/1986, με βάση τις οποίες η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικηγόρος Αθηνών προσέφερε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο ως νομική σύμβουλος σε διεθνή θέματα .Επίσης αρκέσθηκε στην παράθεση του κατά την άποψή του υπαγωγικού σφάλματος ότι η ενάγουσα δεν είχε προσληφθεί ως νομική σύμβουλος, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, αλλά ως υπάλληλος καθώς και στην παράθεση κατ` επιλογή αυτού περιορισμένων και αποσπασματικών παραδοχών αυτής (αναιρεσιβαλλομένης) και του, κατά την εκδοχή αυτού, περιεχομένου της.

Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ` άρθρο 561 παρ1 ΚΠΟΛΔ (Ολομ. ΑΠ 2/2008).

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. (ΑΠ 295/2018, ΑΠ 168/2018).

Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του "αυτολεξεί" καθώς και το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση, το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1333/2012), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του έγγραφου (ΑΠ 112/2020, 445/2019, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 31/1997).

Με το πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο όλων των προσκομιζομένων συμβάσεων έργου, της από 1-4-1984 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και των με αριθμό πρωτοκόλλου 1928/14-11-1989, 0661/30-3-1990 εγγράφων, δεχόμενο γεγονότα διαφορετικά από τα αναφερόμενα στα εν λόγω έγγραφα και συγκεκριμένα ενώ μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου είχε καταρτισθεί σύμβαση εργασίας υπαλλήλου αορίστου χρόνου δέχθηκε ότι επρόκειτο για σύμβαση εμμίσθου εντολής δικηγόρου αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία με συνέπεια την παραδοχή των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος. Τούτο διότι δεν εκτίθεται σε αυτόν το κατά λέξη περιεχόμενο των εγγράφων που κατά την αιτίαση του αναιρεσείοντος παραμορφώθηκαν, ώστε να είναι εμφανές το διαγνωστικό λάθος από τη σύγκριση του περιεχομένου των εγγράφων και αυτού που προσέδωσε το δικαστήριο καθώς και ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε.

Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ` άρθρο 561 παρ1 ΚΠΟΛΔ (Ολομ. ΑΠ 2/2008).

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, 3/2020, 107/2020) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 8 εδ.α ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί κατοχής από αυτή θέσης Νομικού συμβούλου στο αναιρεσείον, που όμως δεν αναφερόταν στην αγωγή και συνεπώς δεν στήριζε το αίτημα της αγωγής της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση κατ` άρθρο 561 παρ 1 ΚΠΟΛΔ της αγωγής για τον έλεγχο του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η ενάγουσα στήριξε το αγωγικό της δικαίωμα στην παροχή από αυτή στο εναγόμενο των νομικών υπηρεσιών της με την ιδιότητά της ως δικηγόρος με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου αμειβόμενη με πάγια αντιμισθία, με αντικείμενο ως προς τις νομικές της υπηρεσίες "την επεξεργασία και διεκπεραίωση των νομικών και διαδικαστικών θεμάτων που σχετίζονται με τις Διεθνείς Σχέσεις του εναγομένου και δη έρευνα και μελέτη των όρων, εισήγηση, νομοτεχνική διατύπωση των συναπτομένων διεθνών συμβάσεων, παρακολούθηση εκτέλεσης συμβάσεων, νομικές υπηρεσίες σε θέματα Διεθνών Σχέσεων και Συμβάσεων και μετέπειτα στην σύνταξη, επεξεργασία ή μελέτη συμβάσεων εσωτερικού ή εξωτερικού, τήρηση πρακτικών, σύνταξη γνωμοδοτήσεων, συμμετοχή σε επιτροπές και συμβούλια και γενικά στην παροχή κάθε φύσεως νομικών συμβουλών και υπηρεσιών".

Η προσφορά δε των προαναφερόμενων νομικών υπηρεσιών από την ενάγουσα δικηγόρο με βάση την επικαλούμενη σύμβαση (έμμισθης εντολής δικηγόρου αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία), που αποτελεί μια ειδική μορφή άσκησης της δικηγορίας, προσδίδει στην ενάγουσα την ιδιότητα της νομικής συμβούλου, λαμβανομένου υπόψη ότι ως νομικός σύμβουλος θεωρείται ο δικηγόρος, ο οποίος δεν ασχολείται με τη δικαστηριακή εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων του εντολέα του έναντι τρίτων, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην παροχή νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων ή στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους (ΑΠ 1403/2014).Η επικαλούμενη δε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία θεμελιώνει το αγωγικό δικαίωμα της ενάγουσας στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 63 παρ.4, 5 και 94 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής), ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό αυτής ως νομικού συμβούλου, εφόσον προϋπόθεση για την καταβολή της αιτούμενης αποζημίωσης είναι η σύνδεση του δικηγόρου με τον εντολέα του με σύμβαση έμμισθης εντολής (πρβλΝΣΚ170/2017), ενώ έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος σε συγκεκριμένο εντολέα σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή (ΑΠ 411/2019).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχουν παραδεκτά προταθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή τις συγκεκριμένες νομικές υπηρεσίες που προσέφερε και της προσδίδουν την ιδιότητα της νομικής συμβούλου, ισχυρισμός που κατά το αναιρετήριο έγινε δεκτός από την προσβαλλόμενη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 2, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 & 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).

Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 & 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 586/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο για την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται σε ανεπαρκείς αιτιολογίες επειδή δέχθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη κατείχε θέση νομικού συμβούλου και το αντικείμενό της ήταν νομική συμβουλευτική, καταλήγοντας έτσι σε ικανοποίηση των επιδίκων αξιώσεων της με γενική και αόριστη αναφορά στο αντικείμενο εργασίας της χωρίς μνεία και ανάλυση των εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία προκύπτει ότι το αντικείμενό της εργασίας της ήταν νομικό ως αρμόδια για νομικά και διαδικαστικά θέματα που αφορούσαν στις διεθνείς σχέσεις του εναγομένου.

Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο αφενός οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που κατά το αναιρεσείον εκ πλαγίου παραβιάστηκαν με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφετέρου οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία επιχειρεί το αναιρεσείον να θεμελιώσει ανεπαρκείς αιτιολογείς, πλην της παράθεσης, σ' αυτό, περιορισμένων και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, και του κατά την εκδοχή του (αναιρεσείοντος) υπαγωγικού σφάλματος.

Επίσης οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ανεξαρτήτως, όμως, της αοριστίας του, ο λόγο αυτός είναι απαράδεκτος και διότι τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή του, δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων, εκ μέρους του αναιρεσείοντος και επιχειρήματά του, ώστε με το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας, να πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 231/2020 ΑΠ 131/2012).

Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008).

Επίσης, το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007).

Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο σαφής επίκληση της υποβολής αυτής ή να προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από τον συνδυασμό δε της ως άνω διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 556§2, 570§1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού ,το δε απαράδεκτο αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 112/ 2020, 1027/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 621/2009). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι προτείνει παραδεκτά κατ` άρθρο562 παρ.2 ΚΠολΔ για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, λόγω της πλασματικής του ερημοδικίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ισχυρισμό που ανάγεται στη δημόσια τάξη και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται την αποζημίωση που λαμβάνουν οι δικηγόροι, μέλη του Δικηγορικού συλλόγου, καθόσον δεν άσκησε ποτέ Δικηγορία και δεν ασχολήθηκε ποτέ με Νομική συμβουλευτική, ενώ στη συνέχεια παραθέτει γιατί κατά την άποψή του η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ουδέποτε απασχολήθηκε με νομικά ζητήματα του φορέα (αναρεσείοντος - εναγομένου), ως ισχυρίζεται, καίτοι κατόρθωνε να διατηρεί πάντα την ιδιότητα του δικηγόρου και να τη χρησιμοποιεί κατά το δοκούν.

Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται ποιόν εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης προτείνει, λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ δεν δημιουργεί νέο λόγο αναίρεσης πέραν των προβλεπομένων στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθώς και σε ποιες διατάξεις του Κώδικα δικηγόρων στηρίζεται ο ισχυρισμός του για παραβίαση της δημόσιας τάξης.

Περαιτέρω με το πρόσχημα αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα ως προς την δικηγορική ιδιότητα της αναιρεσίβλητης, την άσκηση δικηγορίας και την παροχή από αυτή δικηγορικών υπηρεσιών στο αναιρεσείον (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2867/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ