Legislator Case Law & Legislation
1252/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against High Court's award of excessive court costs to public entity exceeding statutory limits.

Case Number 1252/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the High Court of Thessaloniki's decision regarding court costs. The High Court had ordered the public entity, TACHDIK, to pay the plaintiffs' legal fees, but the amount exceeded the statutory cap of 100,000 drachmas. The Court found the High Court erred in applying the relevant laws and ordered the costs to be recalculated within the legal limits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 3693/1957; Article 31 of Law 427/1945: When a public entity is ordered to pay the opposing party's legal fees, the amount must strictly adhere to the statutory maximums defined by law, and any award exceeding these limits constitutes a legal error subject to appeal.

Keywords

AI generated
court costs public entity liability statutory limits legal fees civil procedure code appeal admissibility costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 31 of Law 427/1945
Article 15 of Law 1017/1971

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1252 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1252/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων" (ΤΑΧΔΙΚ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Α. Α. του Π., κατοίκου ..., 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 6) Δ., συζύγου Ε. Κ., το γένος Β. Δ., κατοίκου ..., 7) Β. Κ. του Ε., κατοίκου ... και 8) Ά. Ε. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους: 1) Κωνσταντίνο Παπασαράντου, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-5-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Μοίρα - Μυρτώ Παπασαράντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-9-2006 και 16-1-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5225/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην και κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε τις ανωτέρω αγωγές στο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης και 6111/2013 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ.1166/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 13-8-2014 αίτηση για αναίρεση της 6111/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 8-4-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2158/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-1-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2158/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15.9.2006 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ να τους καταβάλει, κατά την αναλογία του ποσοστού συνιδιοκτησίας τους, το ποσό των 2.494.497,73 ευρώ, με το νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση, το οποίο αντιστοιχεί στην τρίτη και τελευταία δόση του συμφωνηθέντος τιμήματος με το ...29/1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε.

Τ. - Δ., με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, αφενός μεν η κατασκευή από τους αναιρεσίβλητους οικοδομικού συγκροτήματος επί του αναφερόμενου στην αγωγή οικοπέδου στη .....αντί συνολικού τιμήματος 2.450.000.000 δραχμών και ήδη 7.190.022,01 ευρώ, αφετέρου δε η πώληση και μεταβίβαση κατά κυριότητα στο αναιρεσείον επτά ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών του ως άνω οικοδομικού συγκροτήματος, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση δικαστικών υπηρεσιών, καθώς και ποσοστού του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικού ορόφου.

Εξάλλου, με την από 16.1.2008 αγωγή τους ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, οι ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να τους καταβάλει, κατά τα ποσοστά συγκυριότητάς τους, όπως αυτά προσδιορίζονται στην αγωγή, τους τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων της ανωτέρω απαίτησής τους, κατά τις αναφερόμενες στο αιτητικό της αγωγής διακρίσεις.

Επί των ανωτέρω αγωγών εκδόθηκε τελικώς η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2158/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο, ως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο, παραπέμφθηκαν οι ως άνω δύο αγωγές με την υπ' αριθμ. 5225/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση, διαδοχικά, των αποφάσεων 6111/2013 του Εφετείου Αθηνών και 1166/2015 του Αρείου Πάγου, που απέρριψαν την ασκηθείσα από τους αναιρεσιβλήτους έφεση και αναίρεση, αντιστοίχως.

Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν εν μέρει δεκτές οι ανωτέρω, από 15.9.2006 και από 16.1.2008, αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον ΝΠΔΔ να καταβάλει στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, κατά την αναλογία του ποσοστού συνιδιοκτησίας τους, το ποσό των 2.494.497,73 ευρώ ως κεφάλαιο και το ποσό των 179.173,62 ευρώ "ως τόκους τόκων για το χρονικό διάστημα από 7.11.2006 μέχρι 17.1.2008 με το νόμιμο, επί τη βάσει επιτοκίου 6% τόκο, από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της κάθε αγωγής διάστημα και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση", επιπλέον δε καταδικάστηκε το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίστηκαν στο ποσό των 35.800 ευρώ.

Κατά μεν το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ιδίου ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α)ότι με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, και β)ότι όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία, το οποίο εξαρτήθηκε από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), οφείλει (αυτός που ασκεί το δικαίωμα) να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας.

Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, της παράλειψης, κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη), αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από το νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 178/2012).

Γίνεται δεκτό ότι ο έλεγχος της παρακωλυτικής συμπεριφοράς του ζημιουμένου από την πλήρωση πραγματοποιείται με βάση τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ επί των εξουσιαστικών εκείνων αιρέσεων, επί των οποίων η ενέργεια του υποχρέου έχει αφεθεί στη "δυναμένη να ελεγχθεί κρίση του" ή, άλλως, στην αντικειμενική και δικαστικώς ελεγκτέα κρίση του (ΑΠ 122/2014).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 207 Α.Κ., καθ' ό μέρος ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εφόσον όμως αυτή ανάγεται στην υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών γεγονότων στην έννοια της ρηθείσης διατάξεως υπόκειται στον προαναφερόμενο αναιρετικό έλεγχο, ο οποίος καταλαμβάνει την ορθότητα της γενικώς και αφηρημένως εκφερομένης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη αντίκειται στην καλή πίστη (ΑΠ 1361/2017, ΑΠ 2099/2009, 1017/1988).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με τον περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσεως για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη (ποτέ όμως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσεως.

Αίτημα της αγωγής με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό (ΟλΑΠ 10/2007, ΑΠ 1252/2015, ΑΠ 1787/2013, ΑΠ 1403/2013, ΑΠ 174/2013). Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ειδικότερα ότι για τη γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο άσκηση της κυρίας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου, όπως αρκεί κατ` άρθρο 346 ΑΚ η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού (η απαίτηση για τους οποίους είναι παρεπόμενη του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή), αλλά απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων (με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν), αφού το αίτημα της καταβολής τόκων επί του ποσού των καθυστερούμενων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαίτησης, τούτο δε με την έννοια ότι είναι επιτρεπτή και παραδεκτή η υποβολή με το δικόγραφο της αγωγής για την κύρια απαίτηση (άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ) και του αιτήματος, με την αντίστοιχη βάση, για την καταβολή τόκων επί των καθυστερούμενων τόκων του κεφαλαίου (εφόσον συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις), οι οποίοι είναι ήδη δεδουλευμένοι (ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί).

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για να είναι ορισμένη η περί ανατοκισμού οφειλομένων τόκων αγωγή πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, εκτός των άλλων, σαφή έκθεση: α) του ποσού των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει ο οφειλέτης, καθόσον το κεφαλοποιημένο αυτό ποσό των ληξιπροθέσμων τόκων αποτελεί το κύριο αντικείμενο της δίκης περί ανατοκισμού, β) της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, η οποία θα πρέπει να είναι, κατ` ελάχιστο, περίοδος ενός έτους και γ) της άσκησης της αγωγής μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου, κατά τα παραπάνω, χρονικού διαστήματος (ΑΠ 174/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό που έλαβε χώρα την 11-11-1998, με το ...29/1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε. Τ. - Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα..., οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) αφενός πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (αναιρεσείον) επτά ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες σε οικοδομικό συγκρότημα επί οικοπέδου στη ....., προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση δικαστικών υπηρεσιών, καθώς και ποσοστό του δικαιώματος ανέγερεσης μελλοντικού ορόφου, και αφετέρου ανέλαβαν την κατασκευή του οικοδομικού συγκροτήματος και των οριζοντίων ιδιοκτησιών, αντί συνολικού τιμήματος 2.450.000.000 δραχμών (7.190.022,01 ευρώ).....

Το τίμημα που προαναφέρθηκε... συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τον αγοραστή σε τρεις (3) τμηματικές άτοκες δόσεις ως εξής: α)... β)... γ) 850.000.000 δραχμές να καταβάλει ως τρίτη και τελευταία δόση ο αγοραστής στους ίδιους αφενός συμβαλλομένους πωλητές και κατά την αναλογία του στον καθέναν τους, αφού θα έχει δημοσιευθεί ο προυπολογισμός του ΤΑΧΔΙΚ για το έτος 2001 και εφόσον έχει ολοκληρωθεί το έργο και αφού η...

εταιρεία "... ΑΕ" έχει εκδώσει βεβαίωση πλήρους περάτωσης των εργασιών που αφορούν τις πωλούμενες ιδιοκτησίες και τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα του όλου συγκροτήματος (Πρωτόκολλο Αποπεράτωσης Έργου). Παρότι η έναρξη των εργασιών καθυστέρησε, επειδή στο χώρο βρέθηκαν αρχαιότητες, οι εργασίες εκτελέστηκαν εντός του χρονοδιαγράμματος, στις 12-12-2003, με την ολοκλήρωση του κτιρίου του αυλείου χώρου....

Το νέο, ανακατασκευασμένο, κτίριο παραδόθηκε προς χρήση σταδιακά. Το τμήμα του που προορίστηκε για τη στέγαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης εγκαινιάστηκε... στις 16-9-2002 και το τμήμα που προορίστηκε για τη στέγαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εγκαινιάστηκε.... στις 22-12-2003. Από τότε οι δύο αυτές υπηρεσίες έχουν εγκατασταθεί πλήρως και κάνουν χρήση του κτιρίου.

Παρότι οι δύο από τις προβλεπόμενες στο ανωτέρω συμβόλαιο δόσεις του τιμήματος καταβλήθηκαν κανονικά, η τρίτη, τελευταία δόση, ποσού (850.000.000 δραχμών=) 2.494.497, 43 €, δεν καταβλήθηκε μέχρι σήμερα, αφού η επιβλέπουσα το έργο, ... ΑΕ, δεν προέβη, μέχρι σήμερα, στην έκδοση της "βεβαίωσης πλήρους περάτωσης των εργασιών".

Οι ενάγοντες, με το από 13-2-2004 έγγραφό τους απευθυνόμενοι προς την επιβλέπουσα το έργο, ζήτησαν να προβεί η τελευταία στην έκδοση του "Πρωτόκολλου Αποπεράτωσης" του ακινήτου, προκειμένου να καταβληθεί στους πωλητές η τρίτη δόση του τιμήματος της πώλησης, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο πωλητήριο συμβόλαιο....

Στο έγγραφο αυτό η επιβλέπουσα δεν απάντησε. Την 11-3-2004 οι ενάγοντες επέδωσαν στο εναγόμενο την από 9-3-2004 Εξώδικη Δήλωση Πρόσκληση, με την οποία ζήτησαν "την έκδοση Πρωτοκόλλου Αποπεράτωσης του Έργου άμεσα, αφού ήδη η εδώ εγκατεστημένη Υπηρεσία... έχει αποστείλει τη σχετική βεβαίωση περαίωσης των εργασιών και εγκατάστασης του Διοικητικού Εφετείου και του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από μακρού χρόνου" και τον ορισμό της προβλεπόμενης, από το ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο...

Επιτροπής Προσωρινής Παραλαβής του Έργου, "αφού ήδη έχει παρέλθει από μακρού χρόνου η προβλεπόμενη εκεί προθεσμία για την συγκρότησή της μέσα σε διάστημα 2 μηνών από την περάτωση του έργου". Και σε αυτήν την εξώδικη δήλωση το εναγόμενο παρέλειψε να απαντήσει. Μόνον μετά την έναρξη της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διαδικασίας, μετά την έγερση των κρινόμενων αγωγών, περιήλθε σε γνώση των εναγόντων, αφού συμπεριλήφθηκε στο φάκελο προτάσεων που υπέβαλε το εναγόμενο, έγγραφο (επιστολή) της επιβλέπουσας ...

ΑΕ, το οποίο φέρεται να απευθύνεται προς την "...", με ημερομηνία έκδοσης 2-3-2004,... στο οποίο περιλαμβάνεται απάντηση της επιβλέπουσας στα ανωτέρω αιτήματα των εναγόντων.... Στο εν λόγω έγγραφο γίνεται αναφορά σε παράλειψη εκ μέρους των εναγόντων να εκπληρώσουν "τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το συμβόλαιο αγοραπωλησίας καθώς και τη συνημμένη σε αυτό τεχνική περιγραφή, ούτως ώστε να είναι απρόσκοπτη η λειτουργία των στεγαζόμενων στο κτίριο υπηρεσιών αλλά και να προχωρήσει η διαδικασία έκδοσης της βεβαίωσης περάτωσης των εργασιών".

Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρονται ως ελλείψεις.... Σε νεότερο έγγραφο, που φέρεται να έχει απευθύνει η επιβλέπουσα προς τους ενάγοντες..., με φερόμενο αριθμό αριθμό πρωτοκόλλου ...1/17-6-2004, αναγράφεται ότι στο κτίριο "υφίστανται τα παρακάτω προβλήματα: α) Το σύστημα ψύξης δεν αποδίδει ικανοποιητικά σε πολλούς γραφειακούς χώρους.

β) Δεν έχουν τοποθετηθεί σκιάδια στα εξωτερικά κουφώματα του κτιρίου"... Από τη σύγκριση των δύο εγγράφων προκύπτει ότι οι επικαλούμενες από το εναγόμενο και την επιβλέπουσα ατέλειες του κτιρίου περιορίζονται μόνον στη λειτουργία του συστήματος ψύξης και στα σκιάδια των εξωτερικών κουφωμάτων του κτιρίου.

Άλλωστε... με βασιμότητα πιθανολογείται ότι δεν υφίστανται ατέλειες σχετικές με τους ανελκυστήρες, που εξ αρχής είχαν πιστοποίηση καλής λειτουργίας, τις πόρτες των WC των ΑΜΕΑ, οι οποίες κατά την εγκεκριμένη μελέτη άνοιγαν προς τα μέσα και όχι προς τα έξω αλλά μετά από υπόδειξη της επιβλέπουσας τροποποιήθηκαν ώστε να ανοίγουν προς τα έξω, καθώς και με την πόρτα στην είσοδο του αρχείου του Διοικητικού Πρωτοδικείου, η οποία, πιθανολογείται ότι έχει τοποθετηθεί...

Πιθανολογήθηκε ότι και ως προς τα σκιάδια των εξωτερικών κουφωμάτων δεν υφίσταται, πλέον, κανένα πρόβλημα, αφού αυτά έχουν τοποθετηθεί στα προβλεπόμενα σημεία. Ως προς το μοναδικό σημείο που φέρεται ακόμη σε εκκρεμότητα, την απόδοση του συστήματος ψύξεως, πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά του στα εν λόγω έγγραφα πάσχει από αοριστία, αφού οι επικαλούμενες δυσλειτουργίες δεν προσδιορίζονται ούτε τοπικά (σε ποια σημεία του κτιρίου εμφανίζονται), ούτε ποσοτικά (αφού δεν έχει προηγηθεί καμία μέτρηση, η οποία είναι εφικτή) αλλά ούτε και χρηματικά (αφού δεν προσδιορίζεται το κόστος των αλλαγών που, κατά την επιβλέπουσα, θα έπρεπε να γίνουν, ώστε το σύστημα να έχει την επιθυμητή απόδοση).

Με πρόσχημα την αόριστη αυτή αναφορά στην απόδοση του συστήματος ψύξης ή θέρμανσης (αφού στα δύο έγγραφα υπάρχει διαφορά και αυτά αναφέρονται εναλλάξ) το εναγόμενο, ισχυριζόμενο ότι δεν περατώθηκε η εκτέλεση του ανατεθέντος έργο", δεν ζήτησε από την προστηθείσα του, επιβλέπουσα την εκτέλεση του έργου, "...

ΑΕ", τη σύνταξη του πρωτοκόλλου περαίωσης των εργασιών και, επικαλούμενο την παραβίαση αυτού του όρου του προαναφερομένου συμβολαίου, δεν κατέβαλε την τρίτη και τελευταία δόση του τιμήματος, ποσού 2.494.497,73 €. .... Ενόψει... του γεγονότος ότι... πιθανολογήθηκε πως οι ενάγοντες εκπλήρωσαν τις απαριθμούμενες στο προαναφερόμενο υπ' αριθμό ...29/1999 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Ε.

Τ. - Δ. υποχρεώσεις των, η προστηθείσα από το εναγόμενο, επιβλέπουσα το έργο και τεχνική του σύμβουλος "... ΑΕ" όφειλε να εκδώσει το πρωτόκολλο περαίωσης των εργασιών (Πρωτόκολλο Αποπεράτωσης του Ακινήτου), η δε σχετική άρνηση, η οποία ωφελεί μόνον το προστήσαν εναγόμενο, αφού με τον τρόπο αυτό δύναται να συνεχίζει επ' αόριστον να επικαλείται τη μη πλήρωση της αιρέσεως και εκ τούτου την μη καταβολή του τιμήματος καθίσταται αντίθετη προς την καλή πίστη, λαμβανομένου μάλιστα υπ' όψη, στην παρούσα περίπτωση ότι το ανακατασκευασμένο ακίνητο χρησιμοποιείται ακώλυτα από τις υπηρεσίες στις οποίες παραχωρήθηκε η χρήση του επί δεκαπενταετία και χωρίς να έχει καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα για την αγορά του ακινήτου και την ανακατασκευή των επ' αυτού κτιρίων.

Επομένως η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί... Περαιτέρω, αναφορικά με τη δεύτερη από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές, την από 6-1-2008,..., προκύπτει ότι η κύρια αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο την 6-11-2006, από την επόμενη δε ημέρα (7-11-2006) άρχισε να τοκοφορεί κατά το κεφάλαιό της, με το νόμιμο για το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, επιτόκιο 6%.

Η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε την 17-1-2008 και ως εκ τούτου ο τόκος υπερημερίας ανέρχεται, για το αιτούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα, σε 179.173,62 ευρώ, το οποίο οφείλει να αποδώσει το εναγόμενο στους ενάγοντες, κατά τα ποσοστά συνιδιοκτησίας των, με το νόμιμο, με το ίδιο όπως ανωτέρω, επιτόκιο, από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την οριστική εξόφληση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε εν μέρει και τις δύο αγωγές ως βάσιμες κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους, κατά την αναλογία του ποοσοστού συνιδιοκτησίας τους, το ποσό των 2.494.497,73 ευρώ ως κεφάλαιο και το ποσό των 179.173,62 ευρώ "ως τόκους τόκων για το χρονικό διάστημα από 7-11-2006 έως 17-1-2008 με το νόμιμο, επί τη βάσει επιτοκίου 6%, τόκο, από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της κάθε αγωγής διάστημα και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 207 και 296 ΑΚ που εφάρμοσε, καθόσον περιέλαβε σε αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη αγωγή, από το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η καταβολή της τρίτης δόσης του τιμήματος, παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως από το αναιρεσείον, με αποτέλεσμα να επέλθει πλασματική πλήρωση της εν λόγω αιρέσεως το αργότερο στις 17-6-2004, όταν, ενώ είχε εκτελεστεί το σύνολο των εργασιών, η προστηθείσα από το αναιρεσείον και επιβλέπουσα το έργο εταιρεία επικαλέστηκε εκ νέου, αβασίμως, αορίστως και όλως προσχηματικά, μη αποπεράτωση του έργου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 19, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, καθόσον δεν προσδιορίζει το χρονικό σημείο πλήρωσης της αίρεσης, ούτε και αν επήλθε πλασματική ή πραγματική πλήρωση αυτής, είναι αβάσιμος.

Επίσης, όσον αφορά τη δεύτερη αγωγή, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, κατ' ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της, ότι το Εφετείο με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο νόμο δέχθηκε ότι, με βάση το ανωτέρω οφειλόμενο από το αναιρεσείον κεφάλαιο των 2.494.497,73 ευρώ και το νόμιμο επιτόκιο 6%, οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της πρώτης αγωγής μέχρι την άσκηση της δεύτερης αγωγής (από 7-11-2006 έως 17-1-2008) ανέρχονται σε 179.173,62 ευρώ και ότι επί του ποσού αυτού των δεδουλευμένων τόκων, το αναιρεσείον οφείλει νομίμους τόκους, με το ίδιο ως άνω επιτόκιο, από την επομένη της επιδόσεως της δεύτερης αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του ποσού των καθυστερούμενων τόκων.

Επομένως, παρά την ανακριβή διατύπωση των καθυστερούμενων τόκων του κεφαλαίου "ως τόκους τόκων", το Εφετείο ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και οι ανωτέρω αιτιολογίες είναι επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, που δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 296 ΑΚ παραδοχή και της δεύτερης αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται εκ πλαγίου παραβίαση της ανωτέρω διάταξης, με την έννοια της αντιφατικότητας των σχετικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 176 Κ.Πολ.Δ., η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 77/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 " 1. Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελάχιστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς. 2.

Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή. 3. Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 8/1987, "2. Σε δίκες με το Δημόσιο η αποδοτέα στο νικώντα διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Α.Ν. 427/1945 "περί Κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ.

της 7/20 Ιουνίου 1957 (άρθρο 22 Ν. 3693/1957) ορίζεται από 40.000 σε 100.000 δρχ". Επίσης, κατά το άρθρο 15 παρ.2 του Ν.Δ.1017/1971 "Περί συστάσεως Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων", "Το Ταμείον απολαύει όλων των διοικητικών, οικονομικών, δασμολογικών και δικαστικών ατελειών, ως και δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου προνομίων, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον".

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι "Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου που έχασε τη δίκη, κατά την έκταση της ήττας του (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν, όμως μειωμένα, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 22 παρ, 1 του Ν. 3693/1957, της υπ' αριθμ. 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993) και του άρθρου 28 παρ. 5 του Ν. 2479/1998 κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό", στη συνέχεια καταδίκασε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΤΑΧΔΙΚ στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, τα οποία όρισε στο ποσό των 35.800 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το προβλεπόμενο ως άνω όριο των 100.000 δρχ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και, συνεπώς, ο τρίτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων του εναγόντων (αναιρεσιβλήτων). Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, κατά το μέρος τούτο, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 957/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 353/2015), πρέπει δε να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) σε βάρος του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) καθοριζόμενα για όλους στο ποσό των 300 ευρώ. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2158/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας μέρος.

Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και δικάζει επί των αγωγών.

Καταδικάζει το εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη των εναγόντων που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ