Legislator Case Law & Legislation
957/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal regarding excessive first-instance court costs, ruling the lower court erred in dismissing the proportionality argument.

Case Number 957/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had dismissed the argument that first-instance court costs were excessive. The appellants contended that the 300 euros per party violated the principle of proportionality, while the lower court refused to review this issue since no appeal was lodged on the costs. The court found the lower court erred in law by failing to examine the proportionality claim, thereby reviving the appeal on costs and ordering the defendant to pay the disputed amount.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 C.P.D.; Art. 580 no. 3 C.P.D.: When a second-instance court dismisses an appeal on procedural grounds without addressing substantive arguments regarding excessive costs, the Supreme Court must examine such arguments if they were raised, as the lower court erred in law by failing to assess the proportionality of the awarded costs.

Keywords

AI generated
excessive court costs principle of proportionality dismissal of appeal substantive review legal error in procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 C.P.D.
Art. 580 no. 3 C.P.D.
Art. 22 no. 1 of Law 3693/1957
Art. 21 no. 9 of Law 1902/1990

Cited Case Law

AI generated
AP 218/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 957 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 957/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας (ΔΥΠε) Αττικής", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Π. του Α., κάτοικου ..., 2) … και 47) Κ. Ο του Μ., κάτοικου Αθηνών, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθέριου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2151/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1757/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κλπ" ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ (άρθρο 1 παρ.2 περ.

δ' του ν. 2470/1997). Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή περίθαλψη (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής περίθαλψης (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών.

Σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση (ΑΠ 832/2015).

2.Κατά το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του ν. 2150/1993, "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/ 0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κλπ", αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ.3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 του π.δ. 266/1989 "Οργάνωση του ΙΚΑ"), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ).

3.Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, ΟλΑΠ 14/2004, 28/1992).

4.Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/ 1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/ 1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).

5.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18-2-2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/ 1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 967/2014).

6.Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 22-6-2005 αγωγή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), στη θέση του οποίου (ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους εκ των αρχικώς εναγόντων) υπεισήλθε νομίμως, ως καθολικός διάδοχος, το ήδη παριστάμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας (ΔΥΠε) Αττικής", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνται σε τοπικές μονάδες υγείας του τελευταίου, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας των δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.7 περ.

α' του ν. 2470/1997 και το άρθρο 8 παρ.5 περ. α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο, ζήτησαν, κυρίως μεν με βάση την ως άνω συνδέουσα αυτούς με το εναγόμενο σύμβαση εργασίας, επικουρικώς δε με βάση την αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών το ποσό των 11.785,44 ευρώ για μισθολογικές διαφορές λόγω μη συνυπολογισμού του νοσοκομειακού επιδόματος στις αποδοχές τους, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2006, νομιμοτόκως και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει το ποσό των 914,11 ευρώ στον καθένα για το διάστημα από 1-6-2001 έως 30-6-2002, καθώς και ότι άπαντες είναι δικαιούχοι του ως άνω επιδόματος, ποσού 240 ευρώ μηνιαίως, το οποίο το εναγόμενο οφείλει να εντάξει στις τακτικές αποδοχές τους και να καταβάλλει στον καθένα από 1-5-2007 και εφεξής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 2151/2007 οριστική του απόφαση δέχτηκε ως νόμιμη και εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 1757/ 2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

7.Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι οι ενάγοντες υπηρετούσαν, ως ιατροί - υπάλληλοι με τις αντίστοιχα αναφερόμενες ειδικότητες, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσφέροντας υπηρεσίες καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα σε υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης του εναγομένου ΝΠΔΔ, στην περιφέρεια του Νομού Αττικής.

Ότι, ειδικότερα, από 1-6-2001 έως 31-12-2006, παρείχαν στους ασφαλισμένους του εναγομένου, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στους οικείους χώρους και με τις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές). Ότι οι συνθήκες εργασίας των εναγόντων, ήσαν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας των ιατρών που υπηρετούν σε κέντρα υγείας ή κέντρα ψυχικής υγιεινής ή άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως του δημόσιου τομέα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε ότι το διεκδικούμενο νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβαλλόταν στους ενάγοντες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί αφ' ενός μέχρι την 17-2-2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18-2-2004, ευθέως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 εδ.

β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003. Στη συνέχεια, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις διαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του αναιρεσείοντος.

Εξ άλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το είδος των εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων παρεχομένων υπηρεσιών και ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, στις κατά τόπους οργανωμένες μονάδες περίθαλψης του αναιρεσείοντος, όμοιες με εκείνες των λοιπών ιατρών που απασχολούνται στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του δημόσιου τομέα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

8.Με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977 εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ, στη θέση του οποίου ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (άρθρο 11 του α.ν. 1846/1951).

Ως εκ τούτου, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατ' αυτού απαιτήσεων οι περί διετούς παραγραφής διατάξεις του ν.δ. 496/1974, αφού η τελευταία ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 όπως ισχύει ήδη, κατά την οποία "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτηση παραγράφεται μετά πενταετία", συνεπώς δε και οι εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού.

Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η μισθολογική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251). Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή. Κατόπιν, απέρριψε ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση του εναγομένου.

Με την κρίση αυτή, ορθώς εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

9.Συμφωνά με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που επιδικάζεται από το δικαστήριο στο νικητή διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ.

Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957). Σύμφωνα τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, επομένως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 εφαρμόζεται και σε δίκες, στις οποίες διάδικος είναι το ΙΚΑ (ΑΠ 675/2009, ΑΠ 317/2007).

Τέλος, η κατά τα ανωτέρω μειωμένη δικαστική δαπάνη επιδικάζεται συνολικά, υπέρ πάντων των αντιδίκων του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ που έχουν το εν λόγω προνόμιο, οι οποίοι παρίστανται στη δίκη με κοινό δικόγραφο και όχι ξεχωριστά για τον καθένα (άρθρο 28 παρ.4 του ν. 2579/1998). Ως προς την εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, ο αναιρετικός έλεγχος ασκείται μέσω του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, διότι οι ως άνω διατάξεις, όπως και αυτή του άρθρου 176 ΚΠολΔ, συνιστούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 218/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, απαντώντας σε λόγο έφεσης του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Περαιτέρω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός περί του ότι η επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη με την εκκαλουμένη (300 ευρώ για έκαστο των εναγόντων) είναι υπερβολική και παραβιάζει την αρχή αναλογικότητας, καθόσον αφού δεν γίνεται δεκτός κανένας λόγος έφεσης και δεν θα εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, το παρόν Δικαστήριο δεν ασχολείται με τα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού".

Με την κρίση αυτή, παρέβη τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

10.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορά στην απόρριψη του λόγου έφεσης σχετικά με την επιβληθείσα δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του αναιρετικού λόγου που ευδοκίμησε, πρέπει να γίνει δεκτή η από 6-5-2012 έφεση του εναγομένου και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που αφορά στην εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης εις βάρος του εναγομένου. Κατόπιν, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το αίτημα των εναγόντων και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει συλλήβδην σ' αυτούς το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη, μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ.9 του ν. 1902/1990.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1757/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρατώντας την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και δικάζοντας επί της εφέσεως.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την 2151/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνον ως προς το κεφάλαιο περί δικαστικής δαπάνης.

Δικάζοντας επί της από 22-6-2005 (με αριθμό καταθέσεως 2417/ 2006) αγωγής, κατά το μέρος που αναφέρεται στην καταδίκη του εναγομένου στη δικαστική δαπάνη των εναγόντων.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Καταδικάζει το εναγόμενο στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ για τη δικαστική δαπάνη απάντων των εναγόντων στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.-Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ για τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος στην αναιρετική δίκη.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ