Legislator Case Law & Legislation
1249/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against IKA social security claims, upholding five-year limitation period ruling.

Case Number 1249/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the 1st Health Region of Attica against the First Instance Court's decision. The court held that the lower court correctly applied the five-year limitation period for claims against the Institute of Social Security (IKA) rather than the standard two-year period. The court reasoned that while IKA enjoys public law privileges, these do not extend to shortening the limitation period for employee wage claims, thereby validating the lower court's rejection of the plaintiffs' extension argument.

Legislator headnote

AI generated

Art. 40 para. 6 of Law 1846/1951; Art. 5 of Law 3210/1955: Claims against the Institute of Social Security (IKA) are subject to a five-year limitation period, not the two-year period applicable to the public sector generally, as specific provisions override general public law privileges.

Keywords

AI generated
limitation period social security claims public law privileges wage claims Supreme Court appeal statutory interpretation procedural law

Cited Legislation

AI generated
Art. 40 para. 6 of Law 1846/1951
Art. 5 of Law 3210/1955
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 28 para. 4 of Law 2579/1998
Art. 22 para. 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1249 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1249/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ" (1η Δ.Υ.ΠΕ.Αττικής), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1. Φ. - Σ. Ά. του Δ., (συν. 60), άπαντες κάτοικοι Αθηνών, εκ των οποίων οι με α/α 26ος, 27η, 35ος, 36η, 37η, 42ος, 45ος, 46η, 47η, 48η, 52ος ,55η, και 56η παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις, όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν.

Κοινοποιούμενη:1) Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης"( e-ΕΦΚΑ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσίας Υγείας (ΕΟΠΠΥ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και 3) Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθήνας "Ο 'Αγιος Σάββας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, οι οποίοι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 26/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 87/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την έκθεση επίδοσης υπ' αριθ. 9501/7-10-2022 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα ορισθείσα δικάσιμο (21.2.2023), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο κατ' άρθρ. 142 και 143 ΚΠολΔ των πρώτης, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης, έκτου, έβδομης, όγδοου, ένατης, δέκατου, ενδέκατου, δωδέκατου, δέκατης τρίτης, δέκατης τέταρτης, δέκατου πέμπτου, δέκατης έκτης, δέκατου έβδομου, δέκατου όγδοου, δέκατης ένατης, εικοστής, εικοστής πρώτης, εικοστής δεύτερης, εικοστού τρίτου, εικοστής τέταρτης, εικοστής πέμπτης, εικοστού όγδοου, εικοστής ένατης, τριακοστού, τριακοστού πρώτου, τριακοστού δεύτερου, τριακοστού τρίτου, τριακοστού τέταρτου, τριακοστής όγδοης, τριακοστής ένατης, τεσσαρακοστού, τεσσαρακοστού πρώτου, τεσσαρακοστής τρίτης, τεσσαρακοστού τέταρτου, τεσσαρακοστής ένατης, πεντηκοστής, πεντηκοστής πρώτης, πεντηκοστής τρίτης, πεντηκοστής τέταρτης, πεντηκοστού έβδομου, πεντηκοστού όγδοου, πεντηκοστού ένατου και εξηκοστού των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στην ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 19-9-2022 αίτηση αναίρεσης κατά των αναφερομένων συνολικά εξήντα (60) αναιρεσιβλήτων προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών εκδοθείσα υπ' αριθ. 87/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των ως άνω αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 26/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κηρύξει απαράδεκτη την από 15-2-2008 αγωγή των τελευταίων, έκανε δεκτή την έφεση, ακολούθως δε εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

ΙΙ. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι ιατροί με την από 15-12-2008 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" ζήτησαν μετά το περιορισμό του αιτήματος αυτής να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 26/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου της σχετικής κλήσης με την οποία επαναφέρθηκε για συζήτηση η πιο πάνω ματαιωθείσα αγωγή, καθώς και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που μεσολάβησαν από την κατάθεσή του έως και τη συζήτηση που ακολούθησε στο ακροατήριό του.

Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησαν έφεση όλοι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) κατά : 1) του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)" ως διαδόχου του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", 2) του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", 3) του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Γενικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθήνας "Ο Άγιος Σάββας" και 4) του ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Διεύθυνση 1ης Υγειονομική Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)". Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή (έφεση) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η ως άνω αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και :

α) αναγνωρίστηκε ότι το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)" ως διάδοχος του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των 28ου, 41ου, 44ου και 53ης των εναγόντων-εκκαλούντων (αναιρεσιβλήτων) τα αναφερόμενα ποσά, β) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του δευτέρου εφεσιβλήτου ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" να καταβάλει σε έκαστο των 29ης, 30ου, 31ου, 39ης, 40ου, 43ης, 49ου, 50ης, 54ης και 58ου των εναγόντων-εκκαλούντων (αναιρεσιβλήτων) τα αναφερόμενα ποσά, γ) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του τρίτου των εφεσιβλήτων ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Γενικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθήνας "Ο Άγιος Σάββας"" να καταβάλει σε έκαστο των 1ης, 2ης, 3ου , 4ης, 5ης, 6ου, 7ης, 8ου, 9ης, 10ου, 11ου, 12ου, 13ης, 14ης, 15ου, 16ης, 17ου, 18ου, 19ης, 20ης, 21ης, 22ης, 23 και 24ης των εναγόντων-εκκαλούντων (αναιρεσιβλήτων) τα αναφερόμενα ποσά και δ) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του τετάρτου των εφεσιβλήτων ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Διεύθυνση 1ης Υγειονομική Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)" να καταβάλει σε έκαστο των 25ης, 26ου, 27ης, 32ου, 33ου, 34ου, 35ου, 36ης, 37ης, 38ης, 42ου, 45ου, 46ης, 47ης, 48ης, 51ης, 52ου, 55ης, 56ης, 57ου, 59ου και 60ου των εναγόντων-εκκαλούντων (αναιρεσιβλήτων) τα αναφερόμενα ποσά. Κατά της παραπάνω απόφασης άσκησε αναίρεση το ως άνω τέταρτο των εφεσιβλήτων ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Διεύθυνση 1ης Υγειονομική Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)" στρεφόμενο κατά όλων των ως άνω εναγόντων-εκκαλούντων ( αναιρεσιβλήτων).

ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν. Εξάλλου, από τις δύο τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται όχι εναντίον όλων των νικησάντων αντιδίκων του αναιρεσείοντος, αλλά μόνο κατ' εκείνων έναντι των οποίων επιδιώκεται με την αναίρεση και, με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της απόφασης, είναι δυνατή η αναίρεση της απόφασης.

Επομένως, είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως προς τους οποίους επομένως, αν ευδοκιμήσουν οι λόγοι της αναίρεσης, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση (Ολ ΑΠ 11/1992, ΑΠ 1159/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1674/2018, ΑΠ 761/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Διεύθυνση 1ης Υγειονομική Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)" απαραδέκτως απευθύνεται κατά των λοιπών ως άνω αναιρεσιβλήτων, πλην των 25ης, 26ου, 27ης, 32ου, 33ου, 34ου, 35ου, 36ης, 37ης, 38ης, 42ου, 45ου, 46ης, 47ης, 48ης, 51ης, 52ου, 55ης, 56ης, 57ου, 59ου και 60ου, ως προς τους οποίους και μόνον έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του ως άνω ν.π.δ.δ. (αναιρεσείοντος) να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά.

Εξάλλου, και οι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναφέρονται αποκλειστικά στους συγκεκριμένους αναιρεσιβλήτους (εκκαλούντες-ενάγοντες). Ειδικότερα, από το όλο περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι σ' αυτήν δεν αναφέρονται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κατ' ουσίαν εν μέρει παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς τους λοιπούς των εναγόντων-εκκαλούντων (αναιρεσιβλήτων), ενόψει του ότι η υποχρέωση καταβολής σ' αυτούς των αναφερομένων ποσών αφορά τα λοιπά εφεσίβλητα ν.π.δ.δ και όχι το αναιρεσείον.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά των εν λόγω αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα των 1ης, 2ης, 3ου, 4ης, 5ης, 6ου, 7ης, 8ου, 9ης, 10ου, 11ου, 12ου, 13ης, 14ης, 15ου, 16ης, 17ου, 18ου, 19ης, 20ης, 21ης, 22ης, 23ου, 24ης, 28ου, 29ης, 30ου, , 31ου , 39ης, 40ου, 41ου, 43ης, 44ου, 49ης, 50ης, 53ης, 54ης και 58ου αυτών.

ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα που κατ' άρθρο 573 παράγραφος 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ ΑΠ 27/1987, ΑΠ 683/2022, ΑΠ 522/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 19-9-2022 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 23-9-2022 με τη σύνταξη της υπ' αριθμ. 7207/795/2022 έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του οικείου γραμματέα, απευθύνεται κατά της τριακοστής έκτης των αναιρεσιβλήτων Σ. Ξ., ως αντιδίκου στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 87/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά την συζήτηση αυτής αντί της ανωτέρω αναιρεσίβλητης παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, οι Ι. Ζ. του Σ. και Π. Ζ. του Ι. και δήλωσαν ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στην Κηφισιά Αττικής στις 30-3-2021, δηλαδή πριν την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από 1-4-2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος του Δήμου Αχαρνών Αττικής και ότι την δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, Ι.

Ζ. του Σ. και Π. Ζ. του Ι., σύζυγος και υιός της αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα υπ' αριθ. πρωτ. 11859/5-4-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αχαρνών Αττικής και υπ' αριθ. 938/9-4-2021 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αχαρνών (Τμήμα Διαθηκών) περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων της αποβιωσάσης ως άνω αναιρεσίβλητης περί γνωστοποίησης στο αναιρεσείον του θανάτου αυτής κατά το προ της ασκήσεως της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, προκύπτει ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου προ της ασκήσεως της αναιρέσεως.

Επομένως, είναι έγκυρη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, παρότι στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανιζόμενους ως άνω και υπερασπιζόμενους την υπόθεση εξ αδιαθέτου κληρονόμους της Σ. Ξ. του Κ., την ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητεί το αναιρεσείον και η εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια, λόγω του θανάτου, δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.

Η αίτηση αυτή αναίρεσης ως προς τους λοιπούς ως άνω αναιρεσιβλήτους ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

V. Με τον Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α, κλπ" (ΦΕΚ Α' 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ' του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ. Με το άρθρο 8 παρ.7 του Ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων, που λάμβανε το προσωπικό αυτό, λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κλπ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003 (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το Ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Με την παρ. Β - 1 του ιδίου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίσθηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών και ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 1.1.2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007 κλπ" (ΦΕΚ Α' 80).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α' 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α' 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.

Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή.

β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη, στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) Η ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής, ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας, ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους".

Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.

Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες, ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ. ή από ν.π.ι.δ.. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα κέντρα υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994) είναι:

α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν, β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας, ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, θ) Η ιατρική της εργασίας, ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας, ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις, ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη, ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια με το Ν. 3205/2003 όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.

Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).

Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (Ολ ΑΠ 524/1979, ΑΠ 438/2014, ΑΠ 933/2004).

Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 98) ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος.

Με την υπ' αριθ. 2043269/6792/0022 από 1.7.1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587/15.7.1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθ. 2052675/5630/0022 από 10.8.1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944/2.9.1998), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 1.1.2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ, ΑΕΙ, ΕΠ, των ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κλπ" (ΦΕΚ Α' 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 και 3 του Π.Δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).

Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω ΠΔ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α' 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ Α' 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α' 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1).

Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης. (παρ. 3).

Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος 266/1989 οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο:

α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται.

Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου 5 του Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α' 184) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α' 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ....Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ...., Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ ......

Γ., 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ...., 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ .....). Επακολούθησε όμως ο Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α' 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18.2.2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας (ΑΠ 1312/2017).

Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1 - 4 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι: "1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, β.

Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5...".

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: "Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), [όπως είναι το ΙΚΑ], που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ, γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.".

Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία (18.2.2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1.1.2004 Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε κέντρα υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.

Επομένως στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Ν 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (άρθ. 5 παρ. 10 του Π.Δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθ. 3 παρ.1 και 3 και 5 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.2.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Ν. 3235/2004 ( ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 794/2022, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 2058/2022, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "....γ) οι φέροντες στο δικόγραφο της αγωγής και της έφεσης τα στοιχεία 25, 26, 27, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 42, 45, 46, 47, 48, 51, 52, 55, 56, 57, 59 και 60 (ιατροί) μεταφέρθηκαν αρχικά στον ΕΟΠΥΥ και ακολούθως στο τέταρτο εφεσίβλητο (αναιρεσείον) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διεύθυνση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η ΔΥΠΕ Αττικής)", το οποίο και νομιμοποιείται παθητικά ως προς αυτούς .....Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες είχαν προσληφθεί από το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΊΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ- ΕΤΑΜ)" με ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στους ασφαλισμένους του ιδρύματος με πλήρη απασχόληση στις τοπικές Μονάδες του τελευταίου, με την ειδικότητα του ακτινοθεραπευτή η πεντηκοστή πέμπτη, χωρίς ειδικότητα η εικοστή πέμπτη, με την ειδικότητα του παιδιάτρου ο εικοστός έκτος, η τριακοστή έβδομη, του οδοντιάτρου η εικοστή έβδομη, οι τριακοστή όγδοη, τεσσαρακοστή όγδοη, πεντηκοστή πρώτη, του καρδιολόγου ο τριακοστός δεύτερος, η τεσσαρακοστή έβδομη, του δερματολόγου ο τριακοστός τρίτος, του ψυχιάτρου ο τριακοστός τέταρτος, του ουρολόγου ο τριακοστός πέμπτος, γενικής ιατρικής η τριακοστή έκτη, του ωτορινολαρυγγολόγου ο τεσσαρακοστός δεύτερος, πεντηκοστός ένατος και εξηκοστός, του χειρουργού ο τεσσαρακοστός πέμπτος και πεντηκοστός έβδομος, του πνευμονολόγου- φυματιολόγου η τεσσαρακοστή έκτη και πεντηκοστή έκτη και του ορθοπεδικού ο πεντηκοστός δεύτερος.

Το μισθολόγιο των ανωτέρω εναγόντων εκκαλούντων ιατρών διεπόταν από το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια από 1-1-2004 από το Ν. 3205/2003. Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-11-2008, πλην της 53ης ενάγουσας και ήδη 53ης εκκαλούσας που απασχολήθηκε στο αρχικώς εναγόμενο έως την 31-10-2008, παρείχαν ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) στους ασφαλισμένους του τελευταίου εργαζόμενοι με, πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, εντός του ωραρίου τους, στις τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ειδικότητές τους και συγκεκριμένα οι εκ των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, πρώτη έως και 24η στο ογκλογιακό Νοσοκομείο "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", η 25η στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Αθήνας, ο 26ος έως και την 48η στην τοπική μονάδα υγείας Αχαρνών, ο 49ος στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Κοζάνης και η 50η έως και τον 60° στην τοπική μονάδα υγείας Νέας Φιλαδέλφειας, (βλ.

προσκομιζόμενα και επικαλούμενα πιστοποιητικά του Τμήματος Μητρώου της Διεύθυνσης Υγειονομικού Προσωπικού του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ). Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στους χώρους των νομαρχιακών και τοπικών μονάδων υγείας του ιδρύματος οι ως άνω ενάγοντες συγχρωτίζονταν καθημερινά με ασθενείς, ενώ και η εκτέλεση των ιατρικών πράξεων, στους παρακάνω χώρους ενείχε επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα γι' αυτούς.

Επίσης και οι χώροι, όπου αυτοί παρείχαν τις υπηρεσίες τους (Νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας) ενείχαν επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα, καθώς αποτελούν χώρο συγκέντρωσης ασθενών. Ως εκ τούτου οι συνθήκες εργασίας τους ήταν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού των Νοσοκομείων των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των ΝΠΔΔ του Ταμείου Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, που αμειβόταν με το ίδιο μισθολόγιο με τους ενάγοντες ιατρούς και στο οποίο (προσωπικό) χορηγήθηκε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το χαρακτηριζόμενο πλέον υπό το καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 (άρθρο 8 παρ. 5) νοσοκομειακό επίδομα.

Το επίδομα αυτό όπου, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, θεσπίστηκε με το ν. 2470/1997 και διατηρήθηκε με το ν. 3205/2003 σε αντικατάσταση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, υπέχει στην ουσία θέση τέτοιου επιδόματος και μετά την ισχύ του ν. 3205/2003, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας, με την προϋπόθεση ότι το προσωπικό που το δικαιούται προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, προϋπόθεση που, όπως προαναφέρθηκε, συνέτρεχε και στην περίπτωση των εναγόντων, χωρίς να επηρεάζει τούτο το γεγονός ότι αυτοί δικαιούνταν, υπό το καθεστώς του ΝΔ 1204/1972, να λειτουργούν εκτός του ωραρίου τους και ιδιωτικό ιατρείο όπως αβασίμως ισχυρίζεται το δεύτερο εφεσίβλητο, αφού ως άνω νόμος αξιώνει πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογούν την καταβολή του επιδόματος λόγω της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας τους, εντός του προβλεπόμενου για τους δικαιούχους του επιδόματος ωραρίου, και όχι να μην έχουν οι δικαιούχοι του επιδόματος τη δυνατότητα, εκτός του νομίμου ή συμβατικού ωραρίου τους, να απασχολούνται σε άλλο εργοδότη ή να αυτοαπασχολούνται, εφόσον τούτο ήταν επιτρεπτό από τις τότε ισχύουσες διατάξεις.

Επομένως, η μη καταβολή στους ενάγοντες ιατρούς του χαρακτηριζόμενου πλέον ως νοσοκομειακού επιδόματος συνιστά έως την 17-2-2004 αδικαιολόγητη άνιση δυσμενή μεταχείριση αυτών σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες προσωπικού στις οποίες χορηγεί το εν λόγω επίδομα, διάκριση, η οποία αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθόσον οι ενάγοντες τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας με τις υπόλοιπες κατηγορίας προσωπικού που χορηγείτο, ενώ από 18-2-2004 αυτοί (ενάγοντες) δικαιούνται πλέον το επίδομα αυτό ευθέως εκ του νόμου, αφού κατά τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, από την τελευταία αυτή ημερομηνία (18-2-2004) οι Νομαρχιακές και Τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας και όσα ισχύουν, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και στους εργαζομένους των Κέντρων Υγείας του ΙΚΑ.

Περαιτέρω, το ύψος του εν λόγω επιδόματος που χορηγήθηκε στο προσωπικό των νοσοκομείων των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του τομέα πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας, ορίστηκε σε 176,08 ευρώ από 1-7-2002 έως 31-12-2003 (άρθρο 8 παρ 7 περ α' Ν 2470/1997, όπως τροπ. με την ΚΥΑ 2/27895/0022 της 2/3-7-2002) σε 240 ευρώ από 1-1-2004 έως 31-12-2006 (άρθρ. 8 παρ. 5 περ α' Ν 3205/2003), σε 257,50 ευρώ από 1-1-2007 έως 30/6/2007, σε 275 ευρώ από 1-7-2007 έως 31-12-2007 (άρθρο 1 παρ. 7 του Ν 3554/2007), σε 310 ευρώ από 1-1-2008 έως 31-12-2008 και σε 345 ευρώ από 1-1-2009 και εφεξής (άρθρο 1 παρ. 7 του Ν 3554/2007)....

Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται από τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εφεσίβλητων ένσταση διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων τους. Η εν λόγω ένσταση περί διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων - εκκαλούντων πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για απαίτηση από καθυστερούμενες αποδοχές υπαλλήλων των εφεσίβλητων, η οποία, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του ισχύοντος εν προκειμένω άρθρου 40 παρ. 6 του ΑΝ 1846/1951.

Περαιτέρω, ενόψει του ότι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η έναρξη της πενταετούς παραγραφής αρχίζει από το χρόνο που πραγματικά γεννήθηκε η αξίωση των εκκαλούντων για το ένδικο επίδομα, δηλαδή από την αρχή κάθε δεκαπενθημέρου, οπότε προκαταβάλλεται σε αυτούς ο μισθός τους (άρθρα 93 του ν 611/1977 και 42 του ν. 2683/1999) και δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο αρχικώς εναγόμενο ΙΚΑ την 22-12-2008 (βλ.

την υπ' αριθμ 6707Δ'/22-12-2008 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Βαφειάδη, οι εκκαλούντες δεν δικαιούνται, ως παραγεγραμμένη, την αιτούμενη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003, δικαιούνται, όμως, αυτή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 30-11-2008 κατά την εν μέρει βάσιμη σχετική ένσταση του δεύτερου εφεσίβλητου.

Περαιτέρω το δεύτερο εφεσίβλητο ισχυρίζεται, ότι κατά το διάστημα από 11-5-2012 οπότε και η συζήτηση της αγωγής ματαιώθηκε για δεύτερη φορά, έως και την 30-1-2014, που οι ενάγοντες επανέφεραν την αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με νέα κλήση για να προσδιορισθεί δικάσιμος (αυτή της 19-5-2015), ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων τους (εναγόντων) συνέχισε να τρέχει, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ σε συνδ.

με αυτές του άρθρου 260 ΚΠολΔ και δεδομένου ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη, ο χρόνος παραγραφής κατά το χρονικό διάστημα από 11-11-2012 (ήτοι έξι μήνες μετά την 11-5-2012) έως και την 30-1-2014 συνέχισε να τρέχει και πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Όσα ανωτέρω ισχυρίζεται το δεύτερο εφεσίβλητο κρίνονται απορριπτέα, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν άρχισε να τρέχει εκ νέου ο χρόνος παραγραφής που διακόπηκε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, καθόσον αυτή (παραγραφή), όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, αρχίζει και πάλι από την επίδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωση παραγραφής κατά τη διάρκεια της επιδικίας.

Συνεπώς, έκαστος των εναγόντων-εκκαλούντων ιατρών δικαιούται για το χαρακτηριζόμενο πλέον ως νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3205/2003 τα ακόλουθα ποσά: 1) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-έως 31-12-2006 το ποσό των 8.640 ευρώ (ήτοι 240 ευρώ Χ 36 μήνες), 2) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007 το ποσό των 1545 ευρώ (ήτοι 257,5 ευρώ Χ 6 μήνες), 3) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 31-12-2007 το ποσό των 1650 ευρώ (ήτοι 275 ευρώ Χ 6 μήνες) και 4) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 30-11-2008 το ποσό των 3410 ευρώ (ήτοι 310 ευρώ Χ 11 μήνες), πλην της 53ης ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας της οποίας η σύμβαση λύθηκε την 1-11-2008 και ως εκ τούτου αυτή δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-10-2008 το ποσό των 3100 ευρώ (ήτοι 310 ευρώ Χ 10 μήνες).

Συνολικά δε το νοσοκομειακό επίδομα που δικαιούται έκαστος των εναγόντων-εκκαλούντων, πλην της 53ης ενάγουσας, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 30-11-2008 ανέρχεται στο ποσό των 15.245 ευρώ (ήτοι 8640+ 1545+ 1650+ 3410), το οποίο δεν καταβλήθηκε σ' αυτούς, όπως, άλλωστε, συνομολογείται από τους εφεσίβλητους. ....". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, εφόσον κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής εκτίθεται ότι οι ως άνω ενάγοντες-εκκαλούντες-αναιρεσίβλητοι τελούσαν υπό τις ίδιες ως άνω ειδικότερες συνθήκες με αυτούς που ελάμβαναν το επίδομα καθόσον αφορά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα μέχρι και τις 17-2-2004 και επίσης για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα πληρούσαν όλες τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος, μεταξύ των οποίων και αυτή της προσφοράς υπηρεσιών με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι αυτοί είχαν δικαίωμα, υπό το καθεστώς του ν.δ. 1204/1972, να λειτουργούν εκτός του ωραρίου τους και ιδιωτικό ιατρείο.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. VΙ. Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α' 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α'204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951).

Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α'179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".

Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 382/2018, 696/2015, 341/1990). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 247) που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών) δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι, όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο, το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 25/2018, 121/2016, 296/2013, 1655/2010, 341/1990, ΣτΕ 1297/2011, 199/2007).

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ΑΝ 1846/1951 με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 298/2022, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1072/2020, ΑΠ 25/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι κατά του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ μισθολογικές αξιώσεις των προαναφερομένων εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή και απέρριψε τον προβληθέντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμό περί συμπληρώσεως της διετούς παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2004 έως 30.11.2018.

Ωστόσο, το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι κατά του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ μισθολογικές αξιώσεις των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή, ορθά, κατά τη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση και επίσης ρητά και με τις ως άνω σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το αναιρεσείον ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 1491/2021, ΑΠ 629/2021, ΑΠ 151/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-9-2022 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "1η ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 87/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ