Legislator Case Law & Legislation
629/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds, rejecting arguments regarding public employment contract validity.

Case Number 629/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by former employees against the Public Employment Service regarding their claims for unjust enrichment. The court found that the plaintiffs' legal claims for the years 2004 to 2007 were barred by the two-year statute of limitations applicable under Greek law. Although the lower court's reasoning regarding the statute of limitations was deemed erroneous, the final judgment dismissing the claims remained legally correct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal where the substantive judgment is correct despite flawed reasoning, absent a legal interest to overturn the res judicata effect.

Keywords

AI generated
statute of limitations unjust enrichment public employment res judicata erroneous reasoning civil procedure statutory bar

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 94 of Law 2362/1995
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OloM AP 14/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 629 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 629/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1……57., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παυλάτο, ο οποίος ανακάλεσε την από 8/2/2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ - Ο.Α.Ε.Δ.", που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρθένα Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2223/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/7/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (Ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Συνεπώς, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17- 4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλομΑΠ 19, 20/2007).

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17-4-2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 §§ 1 & 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25§§1&3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 ΒΔ 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλομΑΠ 19 και 20/2007).

Περαιτέρω, με το άρθρο 20§1 (όπως η §1 συμπληρ. με την §8 του άρθρου 6 Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998, ορίσθηκαν με την πρώτη, ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα ΚΕΚ, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (§ 1) και με τη δεύτερη ότι ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (§ 15 εδ.

α' και β"). Εξάλλου, με το ΠΔ 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Στο άρθρο 2 § 2 δε του ίδιου ΠΔ (164/2004) ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 Ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 § 2 Ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην § 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ενώ, με το άρθρο 20 § 4 Ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα" στο άρθρο 14 § 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των §§ 1 & 2 του άρθρου 14 Ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ" εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1052/2018).

Εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας.

2. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, 'Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Περαιτέρω, με το ΠΔ 1022/1977 (ΦΕΚ Α' 343) ο ΟΑΕΔ εξαιρέθηκε από την εφαρμογή των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 "περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" (ΦΕΚ Α' 204), επομένως και από εκείνες που αφορούν την παραγραφή απαιτήσεων κατά του Οργανισμού (δηλ. των άρθρ. 46-54 του ΝΔ 496/1974). [Με το άρθρο μόνο του ΠΔ 314/1987 (ΦΕΚ Α' 149) ορίστηκε ότι: "Οι διατάξεις των άρθρ. 4, 8, 17, 18 και 19 του ΝΔ 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", όπως διαμορφώθηκαν με το Ν. 369/1976, καθώς και οι διατάξεις του ΠΔ 470/1975 (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 19 του ανωτέρω Ν.Δ/τος) εφαρμόζονται και για τον Οργανισμό Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), καταργουμένης της εξαίρεσης που θεσπίστηκε για τα θέματα αυτά με το ΠΔ 1022/1977"].

Σύμφωνα με τη διάταξη της § 5 του άρθρου 33 ΝΔ 2961/1954 "περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ανεργίας" (ΦΕΚ Α' 197), όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 6 Ν. 3252/1955 (ΦΕΚ Α' 142), "αι διατάξεις των άρθρων 19, 26 και 27 του Α.Ν. 1846/1951 ως τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως εφαρμόζονται αναλόγως και επί του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας".

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της § 1 του άρθρου 19 ΑΝ 1846/1951 (ΦΕΚ Α' 179), "το Ι.Κ.Α. απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον".

Επανάληψη των ως άνω ρυθμίσεων συνιστά η διάταξη της § 1 του άρθρου 14 Ν. 1545/1985 "Εθνικό σύστημα προστασίας από την ανεργία και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 91), σύμφωνα με την οποία "ο Ο.Α.Ε.Δ. απαλλάσσεται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, τέλος δασμό ή εισφορά υπέρ του δημοσίου, καθώς και από τα δικαστικά τέλη και έχει όλες ανεξαίρετα τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά προνόμια που ισχύουν κάθε φορά για το δημόσιο".

Από την όλη διατύπωση των διατάξεων αυτών, παρά την ατέλειά τους, εκτιμάται ότι στην εξομοίωση του ΟΑΕΔ και του ΙΚΑ με το Δημόσιο περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια αυτού, στα οποία εντάσσεται και η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 90 § 3, 93, 94 εδ. τελ. Ν. 2362/1995 διετής παραγραφή (ΟλομΑΠ 21/2008).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του ως άνω Ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο και, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' (τελευταίο) αυτού, "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια".

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν 2362/1885, με την οποία ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ότι οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται μετά διετία με χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής τη γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως, η οποία, όπως προαναφέρθηκε εφαρμόζεται και επί των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΟΑΕΔ κατ' αυτού είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 16 εδ.

α; Ν. 3762/2009 "Αναδιοργάνωση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠΕ), ρύθμιση θεμάτων Οργανισμών εποπτευόμενων από το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και άλλες διατάξεις", σύμφωνα με την οποία "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Ο.Α.Ε.Δ. παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής", με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του ΟΑΕΔ, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 16 Ν. 3762/2009, και επομένως κατισχύει αυτής.

Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, ισχύουσα κατά τα άνω και για τους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των παρόμοιων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ) αλλά και από το χρόνο παραγραφής (επίσης πενταετία) όλων των άλλων χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου (άρθρο 90 § 1 Ν. 2362/1995), καθώς και (πενταετία ή εικοσαετία) των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων (άρθρο 86 §§ 2 & 3 Ν. 2362/1995), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, πράγμα απαραίτητο για τη λειτουργία της υπηρεσίας του, καθώς και την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς το οποίο διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου σε περίπτωση διεκδικήσεως των δικαιωμάτων τους.

Ως εκ τούτου η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρο 4§1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στις συναφείς συνταγματικές αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που καθιερώνονται αντίστοιχα με τα άρθρα 2 § 1 και 25 § 1 αυτού, β) στις διατάξεις των άρθρων 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ, αφού οι εν λόγω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια, αμερόληπτα και χωρίς διακρίσεις, αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2§3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997 (ΑΕΔ 1/2012, ΑΠ 796/2018, ΑΠ 1408/2017).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, με την από 16-12- 2010(αριθ.κατ.226368/8073/2010) αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, ότι δυνάμει συμβάσεων, που καταρτίστηκαν από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 μέχρι τις 29-6-2007, όπως ειδικότερα για καθένα αναφέρεται στην αγωγή ως προς την ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης, και ονομάστηκαν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ (stage), απασχολήθηκαν για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, στις υπηρεσίες που αυτό καθόρισε ως "φορείς υλοποίησης" του άνω προγράμματος, υπό τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή ειδικότητες και θέσεις στις αναφερόμενες, επίσης, ημεροχρονολογίες.

Ότι οι αρχικές συμβάσεις, που ήταν για δεκαοκτώ (18) μήνες, παρατάθηκαν έως το έτος 2010, όπως αναλυτικά αναφέρουν για καθένα στο αγωγικό δικόγραφο, και με αμοιβή, που οριζόταν στις εν λόγω συμβάσεις. Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά απασχολούνταν με πλήρες ωράριο, όπως και το τακτικό προσωπικό, με τα καθήκοντα που καθένας εξ αυτών ειδικότερα περιγράφει, έφερε δε η σύμβασή τους τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι η πρόσληψή τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας δεν δικαιολογείτο από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας τους, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά αυτή έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον οι συμβάσεις τους εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, διότι από την πρόσληψή τους απασχολούντο συνεχώς για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αυτού, κατά τα στην αγωγή ιστορούμενα.

Ότι, ενόψει του ότι παρείχαν εργασία αντίστοιχη με αυτή των τακτικών υπαλλήλων του εναγομένου, έπρεπε να αμείβονται και με τους αντίστοιχους μισθούς που προβλέπονται από το Ν. 3205/2003, δηλαδή με το μισθολόγιο που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Και ότι το εναγόμενο τους κατέβαλλε, για το χρονικό διάστημα που καθένας απασχολήθηκε, αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες, ενώ επίσης δεν τους κατέβαλλε επιδόματα εορτών και αποδοχές -επιδόματα αδείας, καθώς και αποζημίωση λόγω μη χορήγησης της ετήσιας αδείας αναψυχής.

Κατόπιν των ανωτέρω ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα αναφερόμενα στην αγωγή για καθένα χρηματικά ποσά, με βάση τη σύμβαση εργασίας, που τους συνέδεε, και τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον ωφελήθηκε το εναγόμενο, με το να αποφύγει να καταβάλει τα ως άνω χρηματικά ποσά σε μόνιμους υπαλλήλους, που, διαφορετικά, θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει, με τον νόμιμο τόκο, όπως αναφέρουν στην αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η 217/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς όλες τις βάσεις της. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 7-5-2015 έφεση και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του έκανε τυπικά δεκτή αυτή και την απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς την κύρια και εξ αδικοπραξίας βάση της, ενώ την έκανε δεκτή εν μέρει κατά την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της και ως προς τα οφειλόμενα απευθείας εκ του νόμου δώρα εορτών και αποδοχές -επιδόματα αδειών για το μετά την 1-1-2008 χρονικό διάστημα (κρίνοντας τις αξιώσεις του προηγούμενου χρονικού διαστήματος ως παραγεγραμμένες) και κατά το μέρος τούτο (που έκανε δεκτό) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, η οποία ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο έκρινε ότι οι επίδικες συμβάσεις, οι οποίες έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένων, ακόμα και στην περίπτωση που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο ν.π.δ.δ., στο οποίο πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και, συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.

Ότι επομένως οι ενάγοντες δεν δικαιούνται, με βάση την αρχή της μη διάκρισης, τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού δεν συνδέονταν, κατά τα προαναφερόμενα, με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, αλλά με σύμβαση μαθητείας. Ότι περαιτέρω, απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι η αγωγή και ως προς τη βάση της, για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, ως μαθητευόμενοι και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω.

Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, με την οποία οι αναιρεσείοντες αιτούντο διαφορές αποδοχών εξ εγκύρων συμβάσεων εργασίας, άλλως βάσει της Συνταγματικής αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ εργαζομένων που παρέχουν ίσης αξίας εργασία, ορθά, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη με αριθμό 1 μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν παραβίασε ευθέως αυτές και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παραβίασε τον εφαρμοστέο Ν. 2112/1920 με εσφαλμένη κρίση και υιοθέτηση απαγορεύσεων που θέτει το άρθρο 103 §§ 2, 7 & 8 του Συντάγματος, αλλά και η μη αφορώσα και ισχύουσα στην περίπτωσή τους διάταξη του άρθρου 21 Ν. 2190/1994, καθώς και την συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής για ίση παρεχόμενη εργασία των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

4. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεχόμενη μόνο την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904), τους επιδίκασε εσφαλμένα μόνο το ανά μήνα βασικό νόμιμο μισθό του 18ου μ.κ., το κίνητρο απόδοσης και τα δώρα εορτών και επιδόματα άδειας, υπολογιζόμενα επί του βασικού μισθού, απορρίπτοντας όλα τα διεκδικούμενα περαιτέρω ποσά (για τριετίες, επιδόματα, προσαυξήσεις), ενώ όφειλε να τους επιδικάσει αμοιβή ίδια με τις πλήρεις αποδοχές των εργαζομένων με έγκυρη σύμβαση εργασίας μονίμων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του αντιδίκου (είτε με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε αορίστου, είτε μονίμων), παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 22§1α Σ, 20 § 15 Ν. 2638/1998, 648 επ. και 905 επ. ΑΚ.

5. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας και όχι με γνήσια σύμβαση μαθητείας, όπως εσφαλμένα κατά την κρίση του (Εφετείου) είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και αφού έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο έφεσης των εναγόντων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη εκεί απόφαση και έκρινε ότι το εναγόμενο (ΟΑΕΔ) ενέχεται έναντι αυτών για την ωφέλεια, που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας τους με την μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και που ισούται με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που κατέβαλλε στους διοικητικούς υπαλλήλους του, που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό κλιμάκιο, χωρίς προϋπηρεσία, επιδόματα οικογενειακής κατάστασης και την ειδική παροχή των 176 ευρώ, και των αποδοχών που λάμβαναν οι ενάγοντες με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας, και συγκεκριμένα 25 ευρώ ημερησίως για τους ανήκοντες στον κλάδο ΔΕ και 30 ευρώ ημερησίως για τους ανήκοντες στους κλάδους ΤΕ και ΠΕ (άρθρο 904 ΑΚ) Ότι δηλαδή δικαιούνται τον βασικό μισθό με βάση το 18° κλιμάκιο, ήτοι το ποσό του κατωτέρου νομίμου μισθού, που καταβάλλεται στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, και τον οποίο θα κατέβαλε το εναγόμενο σε άλλον υπάλληλο που θα απασχολούσε στην ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, χωρίς την οικογενειακή κατάσταση και τυχόν προϋπηρεσία των εναγόντων μηνιαίως αναλόγως της κατηγορίας αυτών, καθώς και ότι δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας και επίσης τις αποδοχές αδείας, που οφείλονται στους απασχολούμενους και με απλή σχέση εργασίας.

Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού [ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της παραδοχής αυτής (βλ. ΑΠ 1063/2019), η οποία κατά το μέρος τούτο δεν αποτελεί αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου ελλείψει προτάσεως σχετικού αναιρετικού λόγου], κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, όπως αναφέρεται στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη της παρούσας, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά ως ωφέλεια, την οποία απεκόμισε από την εργασία τους το αναιρεσίβλητο, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ" όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (όπως είναι οι αιτούμενες με το λόγο αναίρεσης προσαυξήσεις), καθώς και ευθέως εκ του νόμου (ότι δικαιούνται) τα αντίστοιχα ποσά για δώρα εορτών και αποδοχές - επιδόματα αδειών και δεν παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου αυτός δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

6. Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι κατά παράβαση του άρθρου 16 Ν. 3762/2009 που ισχύει για τον ΟΑΕΔ και προβλέπει δετή παραγραφή των επίδικων αξιώσεων, και προηγουμένως, ένεκα του γεγονότος ότι δεν υφίσταται άλλη ειδική διάταξη που να αφορά σε παραγραφή αξιώσεων κατά του ΟΑΕΔ, του άρθρου 937 ΑΚ (3ος λόγος αναίρεσης), των άρθρων 249 και επικουρικά 250 ΑΚ, όπου ορίζεται ο κανόνας της 20ετούς παραγραφής, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση η παραγραφή είναι δετής και εφαρμόζονται εν γένει επί των αξιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού (4ος λόγος αναίρεσης) και των άρθρων 2δ0 και 937 ΑΚ, που θεσπίζουν την δετή παραγραφή και εφαρμόζονται κατά του Δημοσίου, λόγω αντιθέσεως του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1996 προς τα άρθρα 2 § 1, 4 §1, 25 §1 του Συντάγματος, 6,13,14 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και 2 § 3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) (δος λόγος αναίρεσης), τα οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, έκρινε τις επίδικες αξιώσεις εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και απευθείας εκ του νόμου ως προς τα δώρα εορτών και αποδοχές - επιδόματα άδειας για το προ της 1-1-2008 χρονικό διάστημα ως υποκύψασες στη διετή παραγραφή από του τέλους του έτους που γεννήθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 48 § 3 και 49 του ΝΔ 496/1974, που δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, ενώ αν είχε εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξεις, θα έπρεπε να κρίνει ότι οι αξιώσεις αυτές υπάγονται σε εικοσαετή ή πενταετή παραγραφή και επομένως δεν έχουν παραγραφεί, απορρίπτοντας ούτω τους σχετικούς ισχυρισμούς τους.

Επί των λόγων αυτών λεκτέα τα ακόλουθα. Ως προς την επίκληση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία μόνο επί της εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής αρμόζει, η οποία, ωστόσο, απορριφθείσα ως μη νόμιμη δεν βάλλεται με λόγο αναιρέσεως, οι λόγοι αυτοί, καθό μέρος αναφέρονται στο άρθρο αυτό (ΑΚ 937), αλυσιτελώς προβάλλονται.

Περαιτέρω, επί του ζητήματος της παραγραφής, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αφορούν διαφορές αποδοχών, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας των ετών 2004,2005,2006 και 2007, υπέκυψαν στη διετή παραγραφή, σύμφωνα με τα άρθρα 48 παρ. 3 του Ν Δ. 496/1974, αφού από το τέλος κάθε έτους, κατά το οποίο γεννήθηκαν και ήταν καταβλητέες οι αξιώσεις των ως άνω ετών, μέχρι τις 27-12-2010, οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή παρήλθε διετία, η παραγραφή δε λαμβάνεται υπόψη (και) αυτεπαγγέλτως (άρθρο 52 εδ.

γ' του Ν.Δ. 496/1974). Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση με εναγόμενο τον αναιρεσίβλητο ΟΑΕΔ, όπως αναπτύχθηκε στη με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 48 § 3 και 49 του ΝΔ 496/1974, τα οποία δεν εφαρμόζονται επί του ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ σύμφωνα με το ΠΔ 1022/1977, αλλά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 § 5 ΝΔ 2961/1954, 19 § 1 ΑΝ 1846/1951 και 14§1 Ν 1545/1985, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 90 § 3 και 94 Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού κλπ", με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται μετά διετία και μάλιστα με χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής τη γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 90§3 Ν 2362/1995 έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και το Ενωσιακό δίκαιο και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επομένως, πράγματι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αφορούν τα έτη 2004 έως 2007, υπέκυψαν στη διετή παραγραφή, σύμφωνα με το εφαρμοστέο άρθρο 90 § 3 Ν. 2362/1995, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατά τη διάταξη του άρθρου 94 ίδιου νόμου, αφού από τότε που γεννήθηκαν και ήταν καταβλητέες οι αξιώσεις των ως άνω ετών, μέχρι τις 27-12-2010 οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή παρήλθε διετία (σημειώνεται ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της αναιρετικής δίκης ελλείψει σχετικού αναιρετικού λόγου, η παραγραφή των μετά την 1-1-2008 αξιώσεων).

Επομένως, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη διετή παραγραφή των επίδικων αξιώσεων για το προ της 1-1-2008 χρονικό διάστημα κρίνεται εσφαλμένο, διότι γίνεται δεκτό με εφαρμογή του μη εφαρμοστέου εν προκειμένω ΝΔ 496/1974, ωστόσο, το διατακτικό της είναι κατά τα προαναφερόμενα ορθό.

Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Επομένως, οι ελεγχόμενοι λόγοι αναίρεσης (3ος, 4ος & 5ος), κατά το μέρος τούτο (πλην της ΑΚ 937) ερειδόμενοι στον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Από τα παραπάνω εξάλλου προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί πενταετούς ή εικοσαετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, τους οποίους ορθά και απέρριψε, αν και σιγή, ως νόμω αβάσιμους. Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, καθόσον πρόκειται περί ισχυρισμών νομικά αβασίμων (ΟλομΑΠ 14/2004).

Επομένως και οι ερειδόμενοι στον αρ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελεγχόμενοι λόγοι αναιρέσεως (3ος, 4ος & 5ος), κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

7. Επομένως και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττημένοι σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, δοθέντος ότι τα δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν μειωμένα, γιατί η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου δεν διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-7-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 2223/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ για δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ