Legislator Case Law & Legislation
1247/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on sale contract formation, rejecting claim of interpretative error regarding water well rights.

Case Number 1247/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final decision rejecting the sale contract claim. The court found that the First Instance correctly determined no sale contract existed between the parties regarding the water well, as the dispute involved shared drilling costs and usage rights rather than a transfer of ownership. Consequently, the court ruled that the appellant's argument regarding the need for interpretative rules under the Civil Code was unfounded and procedurally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 513, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment rejecting a claim for payment of a price is inadmissible if the lower court correctly found that no sale contract exists between the parties, rendering the appellant's argument regarding the necessity of applying interpretative rules of the Civil Code baseless.

Keywords

AI generated
sale contract formation interpretative rules water well rights shared ownership appeal inadmissibility Civil Code provisions payment of price

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 513 of the Civil Code
Article 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 561 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1247 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1247/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τυροβολά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 315/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 315/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσίείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι το πράγμα [κινητό ή ακίνητο], το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μεταθέσεως της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος [ΑΠ 743/2023, ΑΠ 118/2023, ΑΠ 150/2022]. Με τη σύμβαση πωλήσεως ο μεν πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάσει την κυριότητα επί του πωληθέντος πράγματος ή το δικαίωμα που πώλησε και να παραδώσει το πράγμα, ο δε αγοραστής να πληρώσει το τίμημα.

Συνεπώς, επί αγωγής του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή του τιμήματος πωληθέντων πραγμάτων, οφείλει ο πωλητή να επικαλεσθεί και να αποδείξει την κατάρτιση της οικείας σύμβασης, τα πωληθέντα πράγματα και την τιμή αυτών [ΑΠ 155/2021, ΑΠ 577/2016, ΑΠ16/2009]. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τα οποία ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούληση αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά τη οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης.

Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη [ΑΠ 630/2021].

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης [ολΑΠ 26/2004, ΑΠ 630/2021, ΑΠ 60/2019].

Ειδικότερα, οι κανόνες αυτοί παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας [ΑΠ 630/2021, ΑΠ 849/2017].

Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών [ΑΠ 413/2015].

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις [ΑΠ 630/2021, ΑΠ1399/2019, ΑΠ1636/2018, ΑΠ 215/2016].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Την 31-3-2007 συνήφθη εγγράφως στη Σπάρτη μεταξύ των διαδίκων και του Λ. Σ. του Γ. σύμβαση, με την οποία ο τελευταίος επέτρεψε στους διαδίκους να διανοίξουν καινούρια γεώτρηση σε ευρισκόμενο στη θέση ...

ορίου ... του Δήμου ... αγρό ιδιοκτησίας του, έκτασης 4.500 τ.μ., προς κάλυψη των αρδευτικών αναγκών των ακινήτων τους, δια της καλύψεως όλων των σχετικών εξόδων για την ανόρυξη από αυτούς (διαδίκους) κατ' ισομοιρίαν. Επίσης, με το ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι τα πάσης φύσεως έξοδα λειτουργίας της γεώτρησης, πλην της καταναλώσεως του ηλεκτρικού ρεύματος, στην οποία συμμετείχε κατά το ποσοστό της αναλογίας του στις συμφωνηθείσες ώρες χρήσης ύδατος εκ της γεωτρήσεως και o ως άνω Λ.

Σ. του Γ., θα βάρυναν κατά το ήμισυ τους διαδίκους. Πράγματι, σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής οι διάδικοι προέβησαν από κοινού στην κατασκευή της γεωτρήσεως, το δε νερό αυτής χρησιμοποιείτο από όλους τους συμβαλλόμενους για την άρδευση των κτημάτων τους με τη σειρά που όρισαν και σε τακτά διαστήματα ο καθένας και συγκεκριμένα 60 ώρες την εβδομάδα ο ενάγων, 60 ώρες την εβδομάδα ο εναγόμενος και 48 ώρες την εβδομάδα ο ως άνω ιδιοκτήτης του αγρού.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η συμφωνία αυτή έβαινε ομαλά μέχρι τα μέσα του έτους 2015, οπότε λόγω προστριβών σχετικά με τις ώρες απολήψεως ύδατος, αποχώρησε από την κοινωνία δικαιώματος επί της γεώτρησης, αφού πρώτα συμφώνησε προφορικά με τον εναγόμενο ότι ο τελευταίος θα του κατέβαλε τις δαπάνες κατασκευής της κοινής γεώτρησης που αναλογούσαν στη μερίδα του, ήτοι το ποσό των (21.856x1/2=) 10.928 ευρώ.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (μέσα του έτους 2015) κατασκεύασε αποκλειστικά με δικά του έξοδα γεώτρηση σε άλλο σημείο με περισσότερο νερό, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητεί ειδικά. Έτσι, ο ενάγων ναι μεν δεν χρησιμοποιεί έκτοτε την κοινή γεώτρηση, όχι όμως επειδή τον παρεμποδίζει στη σύγχρηση ο εναγόμενος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά επειδή αυτή (κοινή γεώτρηση) δεν τον εξυπηρετεί πλέον.

Εξάλλου, κανένα όφελος δεν θα αποκόμιζε ο εναγόμενος από την αγορά του μεριδίου του ενάγοντος, εφόσον κάνει χρήση της γεώτρησης μόλις 20 ώρες την εβδομάδα, δηλαδή χρήση μικρότερη από αυτή που αντιστοιχεί στο μερίδιό του. Μάλιστα, ο ανωτέρω Λ. Σ. είχε προτείνει στον εναγόμενο, με τον οποίο συνδέονται με μακρινή συγγένεια, να του παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα το μερίδιό του, για το λόγο ότι ο ίδιος δεν χρησιμοποιούσε το νερό της γεωτρήσεως.

Ο τελευταίος ωστόσο αρνήθηκε, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι οι αρδευτικές ανάγκες των κτημάτων του καλύπτονταν απόλυτα από το ανήκον σ' αυτόν μερίδιο, όπως εξ Ιδίας αντίληψης και μετά λόγου γνώσης κατέθεσε ο Γ. Σ., υιός του Λ. Σ.. Περαιτέρω, τόσο ο ενάγων όσο και η σύζυγός του ήδη έχουν μειώσει τις καλλιέργειες και προτίθενται να σταματήσουν παντελώς τη δραστηριότητα αυτή σε 3-4 χρόνια, λόγω της προχωρημένης ηλικίας τους (72 ετών και 64 ετών αντίστοιχα) και της συνακόλουθης μείωσης των σωματικών τους δυνάμεων, τα δε τέκνα τους κατοικούν σε διαφορετικές περιοχές και δεν ασχολούνται με αγροτικές εργασίες.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα Μ. Α., υιού του εναγομένου, στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωσή του, ο οποίος ισχυρίζεται όλως αορίστως ότι η προφορική συμφωνία πώλησης καταρτίστηκε παρουσία του, χωρίς να αναφέρει τον χρόνο και τον τόπο κατάρτισης αυτής και περαιτέρω μη πειστικά καταθέτει ότι οι διάδικοι το έτος 2015 "διαφώνησαν σχετικά την κατανομή των ωρών απολήψεως ύδατος εκ της κοινής γεώτρησης", χωρίς να συγκεκριμενοποιεί σε τι συνίστατο η διαφωνία τους.

Αξιοσημείωτο είναι δε ότι ούτε ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ή στις προτάσεις του τα παραπάνω στοιχεία που προσδιορίζουν την επικαλούμενη προφορική συμφωνία, καθώς και τους λόγους που τον οδήγησαν στην κατάρτιση αυτής, με αποτέλεσμα να προξενούνται εύλογα ερωτηματικά. Ενόψει των ανωτέρω, ουδέποτε έλαβε χώρα η επικαλούμενη προφορική συμφωνία πώλησης του μεριδίου του ενάγοντος και ως εκ τούτου ο ενάγων διατηρεί το δικαίωμά του επί της κοινής γεωτρήσεως.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τα αντίθετα και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.928 ευρώ, ως τίμημα για το πωληθέν μερίδιο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου της έφεσης του εναγομένου ως κατ' ουσίαν βάσιμου, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εκδικαστεί η αγωγή, να απορριφθεί αυτή κατ' ουσίαν".

Με τις παραδοχές αυτές , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφενός δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 513 επ.

ΑΚ, παρότι διαπίστωσε κενά και αμφίβολα σημεία στην υπό κρίση σύμβαση πώλησης και σε κάθε περίπτωση άσκησε λανθανόντως ερμηνευτικό έργο και εφάρμοσε εσφαλμένα τις παραπάνω διατάξεις. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με την επικαλούμενη σύμβαση πώλησης, ούτε και προέβη σε ερμηνεία αυτής.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σύμβασης πώλησης μεταξύ των διαδίκων, ώστε αυτή να έχει κενά ή αμφίβολα σημεία που να χρήζουν συμπλήρωσης ή ερμηνείας και να καθιστούν απαραίτητη την προσφυγή στις ανωτέρω διατάξεις.

Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα ότι α] οι διάδικοι και ο Λ. Σ. [μη διάδικος στην παρούσα δίκη], συμφώνησαν την 3-3-2007 να διανοίξουν γεώτρηση στο κτήμα του Λ. Σ. για την κάλυψη των αναγκών των ακινήτων τους, με έξοδα που θα βάρυναν κατ' ισομοιρία τους διαδίκους, β]ε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής προέβησαν στην κατασκευή της γεώτρησης και όρισαν τη χρήση της σε εξήντα ώρες την εβδομάδα για τον ενάγοντα, σε σαράντα οκτώ ώρες για τον εναγόμενο και σε σαράντα οκτώ ώρες για τον πιο πάνω ιδιοκτήτη του ακινήτου, γ] το έτος 2015 ο ενάγων κατασκεύασε νέα γεώτρηση σε άλλο σημείο του ακινήτου με περισσότερο νερό και από τότε δεν χρησιμοποιούσε την κοινή γεώτρηση, αφού δεν τον εξυπηρετούσε πλέον, δ] ο εναγόμενος συνέχισε να χρησιμοποιεί την κοινή γεώτρηση για είκοσι μόνο ώρες την εβδομάδα, που κάλυπταν τις αρδευτικές ανάγκες των κτημάτων του, αφού είχε μειώσει τις καλλιέργειές του, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του και της μη ενασχόλησης των τέκνων του με τις αγροτικές εργασίες και για το λόγο αυτό μάλιστα αρνήθηκε την δωρεάν παραχώρηση σ' αυτόν του δωρεάν μεριδίου του ως άνω Λ.

Σ., ε] ουδέποτε οι διάδικοι συμφώνησαν να αγοράσει ο εναγόμενος το μερίδιο του ενάγοντος στην κοινή γεώτρηση, κατά την πραγματική διαπίστωση του δικαστηρίου και συνεπώς δεν έγινε και ερμηνευτική προσέγγιση μιας τέτοιας συμφωνίας, η οποία ρητά κατά το δικαστήριο δεν υπήρξε, στ] τα επιχειρήματα του δικαστηρίου και η χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως αποδεικτικού μέσου, δεν υποδηλώνουν ερμηνευτική προσέγγιση της επικαλούμενης επίδικης έννομης σχέσης των διαδίκων και έμμεση παραδοχή της ύπαρξης αμφιβολίας και κενών, που καθιστούσαν αναγκαία την προσφυγή στις προαναφερόμενες ερμηνευτικές διατάξεις.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, υπό την επίκληση δε της αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Πρωτοδικείου ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση πώλησης του μεριδίου του αναιρεσείοντος στην επίδικη γεώτρηση στον αναιρεσίβλητο.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ], και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από15-3-2020 αίτηση του Ε. Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 315/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ