Legislator Case Law & Legislation
1243/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on proportionality grounds regarding medical malpractice compensation amount.

Case Number 1243/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's award of 50,000 euros in damages for medical malpractice. The court found that the appellate court did not exceed its discretionary limits when setting the compensation amount, as it was not unreasonably high compared to similar cases. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 §1 and 25 of the Constitution; The principle of proportionality requires that legal consequences do not exceed acceptable limits relative to the facts, and a compensation award is valid unless it is unreasonably excessive compared to judicial practice.

Keywords

AI generated
principle of proportionality medical malpractice damages appellate review standards judicial discretion limits constitutional rights protection

Cited Legislation

AI generated
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 2 §1 of the Constitution
Article 25 of the Constitution
Article 367 of the Penal Code
Article 42 §1 of the Penal Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1243 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1243/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο- Δημήτριο Καλαμίδα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέργιο Γιαλάογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2004, 21/2006 μη οριστικές, 21/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 792/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-6-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, το άρθρο 367 του ΠΚ, που ανήκει στο κεφ. ΚΑ αυτού με το τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής", ορίζει στην παράγραφο 1 ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις...

καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον..." και στην 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 ΚΠ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο δε ενδιαφέρον έχει κάθε πρόσωπο, όταν καταγγέλλει αρμοδίως αδίκημα διωκόμενο εξ επαγγέλματος, ασκώντας σχετικό δικαίωμα κατά το άρθρο 42 παρ.1 ΚΠοινΔ, στο οποίο ορίζεται ότι "εκτός από αυτόν που αδικήθηκε, και οποιοσδήποτε άλλος έχει το δικαίωμα να καταγγείλει στην αρχή τις αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, τις οποίες πληροφορήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ο δεύτερος των εναγομένων (δηλαδή ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων αντιστοίχως), ιατροί με την ειδικότητα του αναισθησιολόγου ο πρώτος και του γυναικολόγου ο δεύτερος, εργάζονταν στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο ..., ο πρώτος από το έτος 1985 και ο δεύτερος από το έτος 1984.

Εξαιτίας του ότι ο ενάγων προέβαινε σε επισκληρίδιο νάρκωση, είχαν δημιουργηθεί διενέξεις μεταξύ αυτού και του δεύτερου των εναγομένων... Ο δεύτερος των εναγομένων έχοντας αποφασίσει να καταγγείλει τον ενάγοντα για το αδίκημα της δωροδοκίας, προς στοιχειοθέτηση αυτού έπεισε την πρώτη εναγομένη, την οποία γνώριζε ως ασθενή του...

να προβεί σε σχετική καταγγελία. Έτσι στις 13-3-2001 οδήγησε αυτή στο τμήμα Ασφαλείας ... όπου και κατέθεσε ενόρκως τα εξής ενώπιον του ανθυπαστυνόμου Α: "Επισκέπτομαι πολλές φορές το Νοσοκομείο ..., το γυναικολογικό τμήμα γιατί έχω γυναικολογικό πρόβλημα. Στον χώρο αναμονής που περιμένω έχω ακούσει από πολλά άτομα να λένε ότι ο αναισθησιολόγος Γ, άλλα στοιχεία δεν ξέρω, παίρνει χρήματα από τους ασθενείς για να υποστούν γυναικολογικές επεμβάσεις.

Όπως έλεγαν τα άτομα αυτά που δεν τα γνωρίζω, από άλλα έπαιρνε 20.000 δρχ., από άλλα 30.000 δρχ. και από άλλα 35.000 δρχ. Έλεγε στους συνοδούς (οικείους) των ασθενών ότι αν θέλετε να μην πονάει μετά την εγχείρηση ο άρρωστος, θα σας κάνω την ειδική ένεση αλλά θα πρέπει να πληρώσετε κάτι. Και μετά από αυτά αναγκάζονταν οι ασθενείς ή οι οικείοι τους να πληρώνουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά...".

Μετά την άνω κατάθεση, το τμήμα Ασφάλειας ... μεθόδευσε τρόπο αποδείξεως της δωροδοκίας του ενάγοντος με την επ' αυτοφώρω σύλληψη αυτού και την επομένη, 14-3-2002, η εναγομένη εφοδιασμένη με προσημειωμένα χαρτονομίσματα μετέβη στην χειρουργική κλινική του νοσοκομείου ... και όταν συνάντησε τον ενάγοντα στο διάδρομο αυτής, πρότεινε σ αυτόν με φορτικότητα να του δώσει χρήματα, για να τον ευχαριστήσει για κάποιο συγγενή της, όπως ισχυρίσθηκε, η οποία είχε χειρουργηθεί με νάρκωση που της είχε κάνει ο ίδιος.

Ο τελευταίος αρνήθηκε και τότε η εναγομένη του είπε "για ένα κέρασμα, έναν καφέ, έχω τάμα για τη θεία μου" και του έβαλε το χρηματικό ποσό σε ανοιχτή θήκη φωτογραφικής μηχανής που κρατούσε στα χέρια του, προκειμένου να τραβήξει εκπαιδευτικές φωτογραφίες στο χειρουργείο. Μετά την απομάκρυνση της εναγομένης, επενέβησαν οι αστυνομικοί, που παρακολουθούσαν από απόσταση και συνέλαβαν τον ενάγοντα, αφού κατά τη σωματική έρευνα βρέθηκε στη θήκη της φωτογραφικής μηχανής το ποσό των 40.000 δρχ.

Την ίδια ημέρα η εναγομένη κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του ως άνω ανθυπαστυνόμου σε συμπληρωματική της πρώτης καταθέσεώς της τα εξής: "Αναφερόμενη στην από 13-3-2001 έκθεση ένορκης εξέτασής μου, της οποίας το περιεχόμενο επιβεβαιώνω και πάλι, προσθέτω ότι σήμερα το πρωί θα έδινε, χρηματικό ποσό 30.000 με 40.000 δρχ.

στον αναισθησιολόγο ιατρό ονόματι Γ με σκοπό να έκανε καλή νάρκωση στη θεία μου, η οποία θα εγχειριζόταν. Το χρηματικό ποσό αυτό μου το είχε ζητήσει ο ανωτέρω πριν είκοσι (20) ημέρες για να έκανε καλή νάρκωση (πετυχημένη όπως έλεγε). Διότι σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να υπήρχε επιπλοκή στην υγεία της θείας μου.

Πράγματι τα χρήματα που θα του έδινα είχαν προσημειωθεί στην Ασφάλεια ..., όπου είχα καταγγείλει το συμβάν χθες 13-3-2001. Σήμερα το πρωί πήγα στον όροφο του Γενικού Νοσοκομείου ... στη χειρουργική έχοντας το ποσό που θα έδινα σε ξεχωριστή τσέπη και το ποσό είχε προσημειωθεί. Διακριτικά στο χώρο υπήρχαν άτομα της Ασφάλειας ...ς.

Γύρω στις 8.30' εμφανίσθηκε, με τράβηξε με τρόπο, μου ζήτησε το χρηματικό ποσό των 40.000 δρχ. λέγοντάς μου "μη μάθει κανένας τίποτε γιατί με κυνηγάνε". Του έδωσα τα χρήματα, μπήκε σε θάλαμο. Στη συνέχεια από ότι είδα τον συνέλαβε η Ασφάλεια. Το ανωτέρω προσημειωθέν χρηματικό ποσό μου παραδόθηκε. Άλλο τίποτε δεν έχω να προσθέσω και υπογράφω".

Με βάση τις άνω καταθέσεις της εναγομένης ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του ενάγοντος για το αδίκημα της δωροληψίας ως υπαλλήλου (ΠΚ 13α, 263α) και αφού συνελήφθη παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης με την αυτόφωρη διαδικασία στις 16-3-2001 και συγκεκριμένα με την κατηγορία ότι στις 14-3-2001 ως υπάλληλος ζήτησε και έλαβε χρηματικό δώρο που δεν δικαιούνταν για ενέργεια μελλοντική, που αναγόταν στα καθήκοντά του και συγκεκριμένα, εργαζόμενος ως αναισθησιολόγος στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο ..., ζήτησε και έλαβε από τη Ξ, κάτοικο ..., το ποσό των 40.000 δρχ.

για να διενεργήσει τέτοιας μορφής αναισθησία σε θεία αυτής, η οποία θα είχε ως μετεγχειρητική συνέπεια τη μη εκδήλωση σωματικών πόνων. Την προηγούμενη ημέρα της δίκης, το βράδυ οι εναγόμενοι με αστυνομικά όργανα και κατόπιν συνεννοήσεως με την Εισαγγελέα Ξάνθης μετέβησαν σε χωριά της ... (... κλπ) προκειμένου να βρουν ασθενείς που χειρουργήθηκαν με νάρκωση από τον ενάγοντα (βλ.

την από 11-1-2005 κατάθεση ...). Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ... η εναγομένη κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυς τα εξής: "Είμαι 39 ετών και κατοικώ στην .... Εδώ και δύο-τρεις μήνες έχω γυναικολογικά προβλήματα με αιμορραγίες και πηγαίνω συχνά στο Νοσοκομείο. Όταν πήγαινα κάθε φορά άκουγα που έλεγαν όλοι για αυτό το γιατρό, ότι παίρνει φακελάκια.

Άκουσα και από τον ... για τους γιατρούς αυτούς και αποφάσισα να πάω στην Αστυνομία. Πήγα στον Αστυνομία και το είπα. Και πήγα να συνεργαστούμε για να τον πιάσουμε. Έλεγαν ότι ζητάει φακελάκια. Μάλιστα όταν μιλούσα με όλους αυτούς που τον πλήρωναν, τους έλεγα γιατί του τα δίνουν. Τον είδα την Τετάρτη το πρωί που θα χειρουργούσαν τη θεία μου.

Από βραδύς δεν τον είδα, είχε άδεια. Του είπα "γιατρέ ξέρω ότι παίρνεις λεφτά", μου είπε "ναι παίρνω, αλλά να μη μαθευτεί". Το ρώτησα πόσα και αυτός μου απάντησε όσα θέλεις αλλά πάνω από 25.000 δρχ. Τον ήξερα από χρόνια, τον έβλεπα και σε άλλους γιατρούς, όπως στον ... στον .... Έκανα τότε κάποιες επεμβάσεις και αυτός μου έκανε την αναισθησία.

Τότε δεν μου ζήτησε λεφτά. Τον βρήκα είκοσι μέρες πριν χειρουργηθεί η θεία μου και τα είπαμε. Μου είπε ότι θα της κάνει μία ειδική ένεση για να μην πονάει. Γι' αυτό και θέλει τα λεφτά. Στο διάδρομο του χειρουργικού τον είδα. Του έδωσα τα λεφτά. Μπροστά του μέτρησα τις 40.000 δρχ. Δεν είχε κόσμο μπροστά. Μόνο λίγο πιο κάτω ήταν ένας της Ασφάλειας ο Ψ.

Έχουν δώσει πολλοί λεφτά. Ένας από το ..., άλλοι από το ..., από τα .... Άλλα ονόματα δεν ξέρω. Τα πήρε τα λεφτά, ούτε με έσπρωξε ούτε τίποτε. Δεν με μεγάλωσε αυτή η γυναίκα, η θεία μου, τέτοιο πράγμα δεν είπα. Δεν την ξέρω, μόνο φατσικά την ξέρω αυτή που θα χειρουργούνταν. Μία εβδομάδα είχε αυτή στο Νοσοκομείο, ξέρω ότι έχει ένα γιο και μία κόρη.

Άκουσα ότι παίρνει φακελάκια, γι' αυτό και ήθελα να συνεργαστώ με την ασφάλεια. Τον Χ, το γιατρό, τον ξέρω, πολλές φορές με εξυπηρέτησε ο άνθρωπος. Πήγαμε στο ..., στο ... δεν πήγαμε. Το έκανα γιατί έπρεπε να το κάνω. Ήμουν αναγκασμένη να πάω μαζί με την Ασφάλεια στα χωριά, είχαν άδεια του Εισαγγελέα. Στο χέρι του έδωσα τα λεφτά.

Εκείνο το πρωί τον είδα μόνο, πιο μπροστά δεν τον είχα δεί. Πήγα και του είπα ότι πρέπει να κάνω καθαρισμό, γιατί έχω γυναικολογικά προβλήματα. Μου είπε ότι θα μου, κάνει μία ένεση για να μην πονάω και ότι θέλει τόσα για την ένεση και έφυγα. Τώρα το λέω ότι μου ζήτησε και για τον εαυτό μου. Άφησα να το πω τελευταία.

Τον Χ τον ξέρω μόνο σα γιατρό, από πέρυσι. Όταν πήγαμε στο ... χθες το βράδυ εγώ δεν βγήκα από το αυτοκίνητο, μόνο ο ... βγήκε". Κατόπιν αυτών ο ενάγων κρίθηκε ένοχος... και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών. Εξαιτίας της καταδίκης του αυτής με... απόφαση του κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου ... επιβλήθηκε σ' αυτόν το μέτρο της αναστολής της ασκήσεως των καθηκόντων του, στη συνέχεια δε με απόφαση της διευθύνσεως Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, τέθηκε σε αργία, λαμβάνοντας υπόψη την 42/2001 απόφαση του υπηρεσιακού Συμβουλίου Γιατρών του ΕΣΥ, κατά την οποία "η παραμονή του γιατρού αυτού στην υπηρεσία αφενός δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον και θα κλονίσει την εμπιστοσύνη του κοινού στο κύρος του θεσμού του συστήματος Υγείας, αφετέρου θα δημιουργήσει προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του νοσοκομείου και ειδικότερα ως προς την εμπιστοσύνη των ασθενών απέναντι στον εν λόγω γιατρό και στις σχέσεις του με τους συναδέλφους του".

Η καταδίκη του ενάγοντος και η θέση του σε αργία έγινε ευρέως γνωστή όχι μόνο στο επαγγελματικό του περιβάλλον αλλά και σε όλη την τοπική κοινωνία, καθόσον για την υπόθεση έγιναν δημοσιεύματα στον τοπικό τύπο (βλ. προσκομιζόμενα φύλλα εφημερίδων). Ο ενάγων κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως άσκησε έφεση.

Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στις 13-11-2001 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης η εναγομένη εξετασθείσα ως μάρτυρας ενόρκως, κατέθεσε τα εξής: "Ο γιατρός ήθελε να χειρουργήσει τη θεία μου. Μου ζήτησε 40.000 δρχ. Πήγα στην Αστυνομία και του τα έδωσα το πρωί της Τετάρτης. Δεν είδα να κρατούσε φωτογραφική μηχανή.

Κρατούσε κάτι, ένας αστυνομικός ήταν πιο πέρα. Είχα θεία που περίμενε να χειρουργηθεί. Στη θεία μου το είπε. Είχε και άλλα ανίψια. Με την ασφάλεια πήγα σε χωριά, ρωτούσαμε αν έδωσαν και άλλοι χρήματα στον συγκεκριμένο γιατρό. Ο Χ ήταν εκεί. Όταν πήγα στην Ασφάλεια, ναι ήταν ο Χ εκεί. Ρώτησα τους ασθενείς αν πληρώνεται ο γιατρός.

Άκουσα ότι έπαιρνε λεφτά ο γιατρός. Τη θεία μου Ρ τη λένε. Έχει δύο παιδιά, το τρίτο δεν το γνώρισα. Ήξερε ότι θα ερχόταν την Τετάρτη το πρωί. Πριν 10 μέρες τον είδα το γιατρό. Εγώ έδωσα τα προσημειωμένα χρήματα στην Αστυνομία. Με το γιατρό 5 λεπτά μιλούσαμε. Αυτός με κρατούσε και μιλούσαμε τόσο χρόνο. Δεν μ'έσπρωχνε.

Έντονα μιλούσε ο γιατρός. Μια φορά με εξέτασε ο Χ. Δεν ήταν μόνιμος γιατρός μου. Ο Χ ήταν μαζί μας όταν πήγαμε στα χωριά με την Ασφάλεια, αλλά δεν κατάλαβα πώς βρέθηκε μαζί μας. Πήγαμε στα χωριά μετά από πρόταση του Εισαγγελέα. Στα χωριά μας είπαν ότι οικειοθελώς έδιναν 20.000 με 25.000 δρχ.". Στη δίκη αυτή κατέθεσε ως μάρτυρας υπερασπίσεως η ..., κόρη της Ρ, για την οποία, κατά τα ανωτέρω η εναγομένη ισχυριζόταν ότι ήταν θεία της που επρόκειτο να χειρουργηθεί και για την οποία ο ενάγων ζήτησε και έλαβε χρήματα.

Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι η εναγομένη δεν ήταν συγγενής τους, ούτε γνώριζε τη μητέρα της, ότι η μητέρα της δεν μίλησε ποτέ με τον ενάγοντα, ότι η εναγομένη πήγε στη μητέρα της και τη ρώτησε μόνο πότε πρόκειται να χειρουργηθεί. Μετά την κατάθεση αυτή εξετάσθηκαν κατ' αντιπαράσταση οι άνω μάρτυρες και η εναγομένη αρχικά ισχυρίσθηκε ότι υπήρχε μακρινή συγγένεια μεταξύ τους, παραδέχθηκε δε ότι δεν συνόδεψε την ανωτέρω ασθενή στο νοσοκομείο και ότι δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο (ενάγοντα).

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης... κήρυξε αθώο τον ενάγοντα με την παραδοχή (αιτιολογία) ότι ουδόλως αποδείχθηκε η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της παθητικής δωροδοκίας. Στη συνέχεια κατόπιν υποβολής εγκλήσεως από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης, ασκήθηκε κατ' αυτής ποινική δίωξη για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση...

και της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και κατά του δευτέρου εναγομένου για την πράξη της ηθικής αυτουργίας κατ' εξακολούθηση στις ανωτέρω πράξεις που αποδόθηκαν στην πρώτη. Παραπέμφθηκαν για τις πράξεις αυτές στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, το οποίο... κήρυξε αυτούς αθώους, με την αιτιολογία της δημιουργίας αμφιβολιών ως προς τη συνδρομή του στοιχείου της γνώσης για το ψευδές της μηνύσεως και των ενόρκων καταθέσεων.

Η προαναφερόμενη έγκληση και οι καταθέσεις της πρώτης εναγομένης, όπως κατά λέξη έχουν καταχωρηθεί αποδεικνύονται ψευδείς, αφού αυτή καταμήνυσε τον ενάγοντα για συγκεκριμένο γεγονός ότι δηλαδή αυτός απαίτησε χρήματα προκειμένου να υποβάλει σε νάρκωση τη "θεία" της Ρ, ενώ αποδείχθηκε ότι δεν γνώριζε την ανωτέρω, ούτε τον ενάγοντα.

Περαιτέρω, κατά τη μεθοδευμένη συνάντησή της με τον ενάγοντα, αφού του πρότεινε να του δώσει χρήματα (τα προσημειωμένα), αυτός αρνήθηκε και τα έβαλε στη θήκη της φωτογραφικής μηχανής, λέγοντας για ένα καφέ, που ο ενάγων μη γνωρίζοντας πόσα χρήματα είναι το εξέλαβε ως κίνηση αβροφροσύνης. Για την επίμαχη συνάντηση (βλ.

την κατάθεση του αστυνομικού Κ. Βουλήσου, ότι ο ενάγων μιλούσε έντονα επί πέντε λεπτά, πράγμα που δεν δικαιολογεί προκαθορισμένη συνάντηση για δωροληψία και μάλιστα στο διάδρομο του Νοσοκομείου. Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν δικαιολογείται εντύπωση αυτής, ότι ο ενάγων ζητούσε χρήματα από ασθενείς (η ένορκη κατάθεση του ...

ενώπιον της Πταισματοδίκη Ξάνθης ότι ο πεθερός της μετά από επέμβαση που πραγματοποιήθηκε από τον ενάγοντα στην πεθερά του έδωσε σ' αυτόν 20.000-25.000 δρχ. από μόνος του για να πιει ένα ούζο δεν δικαιολογεί εντύπωση ότι ο ενάγων ζητούσε χρήματα από ασθενείς).

Συνεπώς, καταμήνυσε ψευδώς και κατέθεσε ως μάρτυς ψευδή γεγονότα και με την άνω συμπεριφορά της προκάλεσε την πειθαρχική και ποινική δίωξη του ενάγοντος που είχαν ως αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς του και τη μείωση της τιμής προσωπικής και επαγγελματικής και υπολήψεώς του.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγομένων, συνάδελφος του ενάγοντος, προκάλεσε στην πρώτη την απόφαση να προβεί στις άνω πράξεις.

Ειδικότερα, εκμεταλλευθείς τη σχέση ιατρού ασθενούς που είχε με την πρώτη και με μειωμένη ηθική αντίσταση αυτής, την έπεισε να προβεί στην καταμήνυση και τις ψευδείς ένορκες καταθέσεις και τις υπέβαλε το περιεχόμενο αυτών. Η ανωτέρω κρίση στηρίζεται στα εξής: α) ο ίδιος μετέβη μαζί με την πρώτη στην Ασφάλεια Ξάνθης, προκειμένου αυτή να προβεί στην καταγγελία (βλ.

κατάθεση αστυνόμου Κ. Βουλήσου), β) ο ίδιος της έδωσε τα στοιχεία της ασθενούς Ρ που νοσηλευόταν στο Γ. Νοσοκομείο ..., όπου υπηρετούσε και επρόκειτο να χειρουργηθεί, στοιχεία που όπως προαναφέρεται αγνοούσε η πρώτη εναγομένη, γ) ο ίδιος μετείχε στην αναζήτηση μαρτύρων στα γύρω χωριά της ... προς στήριξη της καταγγελίας και μάλιστα ασθενών που ο ίδιος είχε κατονομάσει ως εκ της ιδιότητας του.

Ο ισχυρισμός του περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος πρέπει να απορριφθεί, καθόσον και με την υπόθεση ότι είχε υποψίες περί δωροδοκίας (παθητικής) του ενάγοντος, τα γεγονότα που υπέβαλε να καταγγείλει και καταθέσει η πρώτη εναγομένη ήταν παντελώς ψευδή και την αναλήθεια αυτών γνώριζε, αφού, όπως προαναφέρεται, ποτέ ο ενάγων δεν ζήτησε χρήματα από την εναγομένη για την επέμβαση στην Ρ και όλα τα περιστατικά τα σχετικά με την ασθενή αυτή ήταν ψευδή.

Στην κρίση αυτή κατέληξε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη και συνεπώς δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει δε να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου λόγοι των εφέσεων των εναγομένων ως αβάσιμων κατ' ουσία. Περαιτέρω, εξαιτίας της προδιαλαμβανόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντος και των συνεπειών αυτής, ήτοι της ψυχικής και ηθικής ταλαιπωρίας του από την ποινική και πειθαρχική του δίωξη και της συνακόλουθης δημοσιότητας που έλαβε η δίωξή του αυτή στην τοπική κοινωνία της ...

και στον κοινωνικό και επαγγελματικό κύκλο αυτού, ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης από την εναγομένη, ευθυνόμενης εις ολόκληρο (ΑΚ 926). Λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, το πταίσμα των εναγομένων, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ιατροί κατ' επάγγελμα ο ενάγων και δεύτερος των εναγομένων, οικιακά η πρώτη των εναγομένων, ως εύλογο ποσό, υπό την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αυτό των 50.000 ευρώ ως προς τον δεύτερο και των 5.000 ευρώ ως προς την πρώτη".

Με τις εκτεθείσες κρίσεις του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και δη τόσο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που ετέλεσε ο αναιρεσείων εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, όσο και για την αβασιμότητα του ισχυρισμού του πρώτου, περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεώς του.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ.β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346, 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν θεωρούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Επιπλέον, ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο τα μη νομίμως επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να είναι αφενός μεν ουσιώδης, αφετέρου δε αμφισβητούμενος μεταξύ των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ψέγεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη (αναφέροντας μάλιστα τούτο ρητώς) αποδεικτικά στοιχεία, των οποίων δεν είχε γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη, και δη: α) "την από 11-1-2005 κατάθεση (στη μεταξύ των διαδίκων ποινική δίκη) του ..." και β) "τα προσκομιζόμενα φύλλα εφημερίδων". Κατά το πρώτο μέρος του ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου στο Εφετείο, αυτός ανεφέρθη μεν με γενικό και αόριστο τρόπο σε "άπαντα τα κατά την πρώτη συζήτηση προσαχθέντα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία" (σελ. 1), στη συνέχεια όμως (βλ. σελ.2, 9 και 10) επεκαλέσθη την κατάθεση του συγκεκριμένου προσώπου (...) ονομαστικώς. Κατά το δεύτερο μέρος του, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται, ούτε από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο ουσιαστικό δικαστήριο προκύπτει, ότι αυτός αμφισβήτησε τον (φερόμενο ως αποδειχθέντα δια των εφημερίδων) ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ότι η σύλληψη αυτού, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις δημοσιοποιήθηκε ως γεγονός στον τοπικό τύπο της ....

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 932 ΑΚ και της εκ του άρθρου 25 §1 του Συντάγματος απορρέουσας αρχής της αναλογικότητας, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική του βλάβη το ποσό των 50.000 ευρώ, καθόσον, με βάση τα εκ μέρους του ληφθέντα υπόψη κριτήρια του είδους της προσβολής, του πταίσματος των εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών, το ποσό αυτό "δεν είναι εύλογο, αφού οδηγεί σε εξουθένωση εμού (δηλ. του αναιρεσείοντος) και αντίστοιχα υπέρμετρο πλουτισμό του ενάγοντος, υπερακοντίζοντας έτσι το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης". Όμως, ο εκ μέρους του Εφετείου, με βάση τα εκτεθέντα κριτήρια, καθορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως έγινε στο πλαίσιο της παρεχόμενης σ' αυτό από το άρθρο 932 ΑΚ, γνήσιας διακριτικής ευχέρειας και ως εκ τούτου η σχετική κρίση του δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παραβίαση του άρθρου 932 ΑΚ, αλλ' ούτε και για παραβίαση της δικανικής αρχής της αναλογικότητας, αφού, κατά τον δικαστικό προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 §1 εδ. δ' του Συντάγματος (Ολ. ΑΠ 6/2009). Ο ερευνώμενος συνεπώς λόγος είναι απαράδεκτος.

Κατά την γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, (του Αρεοπαγίτου Αθανασίου Κουτρομάνου), ο αναιρετικός αυτός λόγος έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος με τις ακόλουθες σκέψεις: Από την όλη δομή του ισχύοντος Συντάγματος, και ιδίως από τα άρθρα 2 §1 και 25 αυτού, συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, και δη αυξημένης τυπικής ισχύος:

ότι η έννομη συνέπεια, η οποία προβλέπεται από τον κοινό Νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνος δικαίου και προς τα αποδεικνυόμενα περιστατικά κάθε υποθέσεως, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία, ανεκτά όρια, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο (πρβλ.

ΑΠ 1020/2004 Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 492, Ολ.ΑΠ 43/2005, Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 1649, ΑΠ 132/2006, ΕλλΔικ. 2006, σελ. 742, ΑΠ 1462/2005, Ελλ.Δικ.2006, σελ. 190, ΑΠ 634/2007, Ελλ.Δικ. 2007, σελ. 770, Στ. Ματθία, Το πεδίο λειτουργίας της αρχής της αναλογικότητας, Ελλ.Δικ. 2006 σελ. 1 επ., Θ.Δαλακούρα, Αρχή αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού καταναγκαστικού/1993/ιδίως σελ. 88 επ., Βασ.

Σκουρή, Η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και η νομοθετική περιορισμοί της επαγγελματικής ελευθερίας, ΕλλΔικ. 1987 σελ. 773 και εκεί παραπομπές). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, υπό τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, υπέστη ηθική βλάβη από το εις βάρος του αδίκημα του αναιρεσείοντος, και επιδίκασε στον πρώτο, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ (νομιμοτόκως).

Κρίνοντας δε έτσι το Δικαστήριο (ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων) δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι - κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την κοινή περί δικαίου συνείδηση - ασυνήθιστα μεγαλύτερο από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, δεν παραβίασε το Δικαστήριο την αρχή της αναλογικότητας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) είναι αβάσιμα.

Τέλος, αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος είναι ο τέταρτος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και 932 ΑΚ), με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι για τον καθορισμό της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης στο συγκεκριμένο ύψος, έλαβε υπόψιν μόνον ότι ο αναιρεσείων και ο αναιρεσίβλητος είναι ιατροί, χωρίς να αναφέρει, αν αυτοί "έχουν άλλα εισοδήματα (πλην του ως ιατρών μισθού των) και ποια συγκεκριμένα". Τούτο δε, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν είχε γίνει επίκληση του οικείου περιστατικού (ήτοι της ύπαρξης πρόσθετων εισοδημάτων) στο ουσιαστικό δικαστήριο, ώστε να έχει αυτό δυνατότητα (και υποχρέωση) να το συναξιολογήσει.

Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 792/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ