Supreme Court dismisses appeal against appellate court's acceptance of lawsuit as substantive and admissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the General Hospital Papageorgiou's appeal against the Thessaloniki Regional Court of First Instance's decision to accept the plaintiff's lawsuit. The hospital argued the lower court erred by failing to declare the appeal inadmissible, but the court found no legal basis for this claim. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the hospital was ordered to pay the pharmaceutical company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 14 and 223 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court properly rejects it as inadmissible, and a request for restoration of the status quo ante is unfounded if the appeal itself is dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1241 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1241/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", που εδρεύει στη Ν. Ευκαρπία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΙΑΜΕΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και με τον διακριτικό τίτλο "DIAMED", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καταβάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16882/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2033/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2033/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε την από11-12-2017 έφεση, που άσκησε η αναιρεσίβλητη εταιρία κατά της υπ' αριθ. 16882/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη, δέχτηκε την αγωγή, όπως πρωτοδίκως περιορίστηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μεταξύ των οποίων και το απαράδεκτο άσκησης ενδίκων μέσων, ενώ ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται από τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 659/2018, ΑΠ 664/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, αλλά κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει :1) τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι' αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε.
Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, με την έννοια ότι και ο ανωτέρω περιορισμός έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται η αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ως μη ασκηθείσα και να αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της άσκησής της (ΑΠ 793/2019, ΑΠ 165/2018, ΑΠ 1252/2015).
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ ΑΠ 2/1994, ΑΠ 321/2020, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1183/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 20-6-2016 αγωγή με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει το ποσό των 218.466,78€, ως οφειλόμενο τίμημα πώλησης ιατρικών ειδών και προμήθειας αντιδραστηρίων αιμοδοσίας, με το νόμιμο τόκο, κατά τις σε αυτήν αναφερόμενες διακρίσεις.
Πριν από τη συζήτηση της αγωγής, που έλαβε χώρα την 20-2-2017, το εναγόμενο κατέβαλε στην ενάγουσα το σύνολο της ως άνω απαίτησής της (ποσού 218.466,78 €). Κατόπιν τούτου η ενάγουσα με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν, στις 23-11-2016, ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, ήτοι πριν τη συζήτηση της αγωγής, παραιτήθηκε από το κύριο αίτημα της αγωγής, λόγω εξόφλησης της κύριας οφειλής, περιόρισε δε, το αίτημα της αγωγής μόνο στο παρεπόμενο (αίτημα) καταβολής των τόκων υπερημερίας, επί του άνω ποσού (της κύριας οφειλής), που παρήχθησαν, λόγω καθυστερημένης εξόφλησης αυτής, το οποίο προσδιόρισε σε 18.922,15 €, αφού παρέθεσε για τον υπολογισμό του, αναλυτικούς πίνακες παραλαβής των ιατρικών υλικών, τους χρόνους έναρξης της υπερημερίας, τις ημερομηνίες εξόφλησης με τα αναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης, καθώς και των παραχθέντων τόκων υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα της καθυστέρησης κάθε τιμολογίου, με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά οκτώ (8) ποσοστιαίες μονάδες, κατ' εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ. 3 περ. 6 και Ζ. 5 περ. 3 και 4 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κρίνοντας ότι η ως άνω δήλωση παραίτησης και περιορισμός δεν συνιστά παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ούτε περιορισμό του αιτήματός της, με την αιτιολογία ότι: "δεν δύναται να εκτιμηθεί εάν η ενάγουσα πράγματι εισάγει την αγωγή της μόνο ως προς τους τόκους ή εάν αυτή δηλώνει περιορισμό του αιτήματός της απαρτιζομένου από κεφάλαιο και τόκους".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού θεώρησε ότι η παραίτηση από την κύρια οφειλή και ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής μόνον στο παρεπόμενο αίτημα καταβολής των τόκων υπερημερίας, έλαβε χώρα παραδεκτώς, έκρινε νόμιμη την αγωγή (κατά το παρεπόμενο αίτημα) και βάσιμη κατ' ουσίαν, υποχρέωσε δε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για τη ρηθείσα αιτία (καταψήφιση τόκων υπερημερίας) το χρηματικό ποσό των 18.922,15€.
Ειδικότερα, το Εφετείο καθόσον αφορά την πληρότητα και τη νομική θεμελίωση της αγωγής διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "...από την επισκόπηση των κατατεθεισών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεων της ενάγουσας προκύπτει ότι η τελευταία νόμιμα περιόρισε το αίτημα της αγωγής μόνο στο παρεπόμενο αίτημα καταβολής των τόκων υπερημερίας, που έχουν παραχθεί λόγω καθυστερημένης εξόφλησης των επίδικων τιμολογίων, όπως αναλυτικά οι τόκοι αυτοί εξάγονται, με βάση τους αναλυτικά αναφερόμενους πίνακες, καθώς το κύριο αίτημα της οφειλής του εναγομένου, όπως συνομολογείται με τις προτάσεις (άρθρο 261 ΚΠολΔ), έχει εξοφληθεί εν μέρει πριν και εν μέρει μετά την άσκηση της αγωγής και πάντως πριν την συζήτησή της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου ότι η ενάγουσα είχε εισπράξει το τίμημα όλων των πωληθέντων εμπορευμάτων πριν την άσκηση της αγωγής και επομένως δεν είχε έννομο συμφέρον να προβεί στην άσκησή της, ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, για το μέρος της κύριας οφειλής, που είχε εισπράξει πριν ασκήσει την αγωγή, με την παραίτησή της από αυτό, θεωρείται ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε, κατά τα άρθρα 294 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ αναφορικά με το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση τόκων υπερημερίας, η ενάγουσα ακόμη και αν δεν τους ζητούσε με την αγωγή, γεγονός που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, μπορεί να τους ζητήσει με τις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό, κατ' εξαίρεση του απαραδέκτου της μεταβολής του αιτήματος μετά την εκκρεμοδικία, να ζητήσει δηλαδή τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της δίκης, όπως τους τόκους, κατά το άρθρο 223 παρ. 1 ΚΠολΔ. ...Το εφεσίβλητο...
διατείνεται ότι με την καταβολή του κεφαλαίου έχει επέλθει απόσβεση της οφειλής στο σύνολό της με συνέπεια να συναποσβέννυνται αυτοδικαίως και οι τόκοι, ως παρεπόμενη αξίωση. Όμως, η καταβολή της κύριας οφειλής επιφέρει λόγω της εξάρτησής της από την κύρια ενοχή, συναπόσβεση της παρεπόμενης οφειλής των μελλοντικών τόκων και όχι των ήδη διαδραµόντων μέχρι την καθυστερημένη εξόφληση της κύριας οφειλής, απορριπτοµένου και του σχετικού αυτού ισχυρισμού, ως αβάσιµου... .
Κατά συνέπεια, εφόσον το εφεσίβλητο ... δεν εξόφλησε ολοσχερώς το τίμημα των πωλήσεων κατά την άσκηση της αγωγής, αλλά μετά από αυτήν, νόμιμα η ενάγουσα περιόρισε το αίτημα της αγωγής µόνο στους τόκους. Σαφώς δε συνάγεται από την δήλωση της ενάγουσας στις προτάσεις της, που νόμιμα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, ότι παραιτήθηκε από το κύριο αίτημα της αγωγής, λόγω εξόφλησης του οφειλομένου ποσού και ότι περιόρισε την αξίωσή της µόνο στους τόκους υπερημερίας, την καταβολή των οποίων άλλωστε ζητούσε εξ αρχής µε την αγωγή, απορριπτοµένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του εφεσιβλήτου ότι µε την επίδικη παραίτηση επέρχεται μεταβολή της ιστορικής βάσης και του αιτήματος της αγωγής.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη...έσφαλε...και γι' αυτό η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες δικονομικές διατάξεις των άρθρων 223, 224 και 295 παρ.1 ΚΠολΔ, καθόσον η δια των προτάσεων της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), ως άνω, παραίτηση από το αγωγικό αίτημα της κύριας οφειλής, λόγω καταβολής, και ο περιορισμός αυτού μόνον στην καταβολή της παρεπόμενης οφειλής, ήτοι στους παραχθέντες τόκους υπερημερίας μέχρι την καθυστερημένη εξόφληση της κύριας οφειλής και, απότοκη απόσβεση των μελλοντικών τόκων, δεν επέφερε αοριστία της αγωγής και μεταβολή της ιστορικής βάσης και του αιτήματος αυτής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω ποσοτικής αοριστίας αυτής και μεταβολής της ιστορικής βάσης και του αιτήματος αυτής, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα απαιτούμενα, κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ιδίου Κώδικα, στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν ελλείπει σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως.
Συνίστανται δε οι πλημμέλειες της απόφασης και σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου (ΑΠ 374/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης έφεσης της αναιρεσίβλητης, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), διαλαμβάνεται ως λόγος έφεσης η αιτίαση ότι "...η εκκαλούμενη απόφαση, ενώ δέχθηκε, όπως αναφέρει, ότι "με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της η ενάγουσα δηλώνει ότι το κεφάλαιο της απαίτησής της ύψους 218.466,78€ έχει εξοφληθεί ολοσχερώς και ότι η ίδια περιορίζει το αίτημά της στο ποσό των 18.922,15€, το οποίο αντιστοιχεί στους νόμιμους τόκους υπερημερίας", εν τούτοις, υπό τελείως αντιφατικό νομικό σκεπτικό, απέρριψε την αγωγή μας με την αιτιολογία ότι "παρά την αφηγηματικώς αναφερόμενη εξόφληση δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί εάν το ζητούμενο εν τέλει ποσό των 18.922,15€, αποτελεί μέρος του αρχικώς ζητούμενου κεφαλαίου ή τόκους επ' αυτού...Η ως άνω όμως προδήλως αντιφατική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία δεν στηρίζεται στο αληθές και απολύτως σαφές περιεχόμενο της πιο πάνω δηλώσεώς μας, είναι εσφαλμένη και μη νόμιμη.
Και τούτο διότι, όπως αδιαστίκτως προκύπτει από τα αναφερόμενα στις προτάσεις μας με τις οποίες διαμορφώθηκε το ως άνω αγωγικό αίτημά μας, συνεπεία της εξοφλήσεως από το εναγόμενο των κατά κεφάλαιο αξιώσεών μας ύψους 218.466,78€, υπό την επίκληση των άρθρων 295 και 223 ΚΠολΔ παραιτηθήκαμε από το κύριο αίτημά της και περιορίσαμε τις αξιώσεις μας στο παρεπόμενο για την καταβολή των δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας.
Εφόσον δε η τοκοφορία των αξιώσεών μας, λόγω της κατά πιο πάνω εξόφλησής τους, είχε παύσει να τρέχει από τις ημερομηνίες πληρωμής μας, το ύψος των διεκδικούμενων τόκων είχε πλέον οριστικοποιηθεί σε συγκεκριμένο ποσό, για τούτο και ορίσαμε, όπως απαιτείτο για το ορισμένο του αιτήματός μας, ότι οι δεδουλευμένοι τόκοι που διεκδικούσαμε ανέρχονταν στο ποσό των 18.922,15€, προσδιορίζοντας αναλυτικά τον τρόπο εξαγωγής του σε πίνακες, που παραθέταμε, για το σκοπό αυτό ανά τιμολόγιο.
Εν όψει όλων των παραπάνω και δεδομένου ότι σαφώς οριζόταν και προέκυπτε από τα αναφερόμενα στις προτάσεις μας ότι το ως άνω ποσό που διεκδικούσαμε "αντιστοιχεί στους δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας που έχουν παραχθεί, λόγω της καθυστερημένης εξόφλησης των ένδικων τιμολογίων" ουδεμία ασάφεια υπήρχε και αμφιβολία κατελείπετο ότι το εν λόγω ποσό αντιστοιχεί στους τόκους και όχι στο ...
εξοφλημένο κεφάλαιο, όπως υπέλαβε η εκκαλούμενη απόφαση. Πρέπει επομένως κατά παραδοχή του εν λόγω μοναδικού λόγου της έφεσής μας η εκκαλούμενη απόφαση να εξαφανισθεί...". Με βάση το λόγο αυτό ζητείται στο αιτητικό του ιδίου δικογράφου να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Με το παραπάνω περιεχόμενο η έφεση είναι πλήρως ορισμένη. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τον ως άνω λόγο έφεσης ως ορισμένο και τον εξέτασε, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να τον απορρίψει ως απαράδεκτο και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης της έφεσης ως απαράδεκτης, είναι αβάσιμος.
Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 525/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τις από 12-4-2012 προτάσεις του, που κατατέθηκαν αυθημερόν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως σ' αυτές, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη της εκτέλεσης κατάσταση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της αποδώσει το καταβληθέν, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και της κάτω από αυτήν με ημερομηνία 20-1-2021 επιταγής προς πληρωμή, ποσό των 21.262,45€.
Η αίτηση αυτή, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, είναι αβάσιμη, αφού, κατά τα ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2019 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2033/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ