Supreme Court allows appeal on statute of limitations, overturning lower court's dismissal of new claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the appeal. The lower court had rejected a new statute of limitations argument raised during the appeal phase, deeming it inadmissible. The Supreme Court found this error because the facts established in the appeal did not shift the limitation period's start date, meaning the claim was already time-barred. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for further examination of the first appeal ground.
Legislator headnote
AI generatedArticles 937, 481, 486, 922, 926 of the Civil Code; Article 527 of the Code of Civil Procedure: A new statute of limitations argument raised in the appeal stage is inadmissible if the established facts do not alter the time of knowledge or the start of the limitation period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 659 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 659/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε." (ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της "... Α.Ε."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Ε. Π. και 2) Φ. Σ.. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τερζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2481/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1160/2017 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, εισάγεται προς κρίση η από 29-05-2017 αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 1160/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 10-11-2014 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ’ αριθ. 2481/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτοβάθμια απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-5-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς του λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, από το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α ΑΚ συνάγεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποκατάσταση αυτής της τυχόν περιουσιακής ζημίας ή σε χρηματική ικανοποίηση γι’ αυτήν την τυχόν μη περιουσιακή ζημία. Από αυτή τη διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 481, 486, 922 και 926 ΑΚ συνάγονται και τα εξής:
Ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε την περιουσιακή ή τη μη περιουσιακή ζημία, η δε παραγραφή της αξιώσεως ενεργεί έναντι του καθενός υποκειμενικά. Η δε εκ μέρους του παθόντος γνώση του υποχρέου σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, υπό την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ, υπάρχει, ως προς το πρόσωπο του προστήσαντος, και όταν δεν είναι μεν γνωστό το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, είναι όμως γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι εκ μέρους του προστήσαντος, τούτο δε διότι η ευθύνη του τελευταίου υφίστανται ανεξάρτητα από το ποιος συγκεκριμένα από τους υπαλλήλους αυτούς τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία( ΑΠ 72/2007, 160/2001).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται " αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1290/2017).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο για την απόρριψη του πρώτου λόγου της εφέσεως της, με τον οποίο ισχυρίζετο ότι προέβαλε σαφή και συγκεκριμένο ισχυρισμό που θεμελιώνει την ένσταση παραγραφής τής επιδίκου αξιώσεως, και ότι παρά ταύτα το ως άνω δικαστήριο έκρινε τούτον ως απαράδεκτο, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως βάση της σχετικής ενστάσεως.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του περιεχομένου των προτάσεων της αρχικώς τρίτης εναγομένης (νυν αναιρεσείουσας) κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η τελευταία προέβαλε, παραδεκτώς την εκ του άρθρου 537 του ΑΚ ένσταση παραγραφής, εφ’ όσον σ’ αυτές ειδικότερα εκθέτει τα εξής:"...
Στην προκειμένη περίπτωση, όλες οι επίδικες εναντίον μας αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, δεδομένου ότι από την κατά τα πιο κάτω εκτιθέμενα γνώση του αντιδίκου, τόσο της ζημίας του, όσο και όλων των προς αποζημίωση υποχρέων, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2.6.2005), παρήλθε χρόνος μείζων της πενταετίας.
Συγκεκριμένα, η γνώση του ίδιου του αντιδίκου, τόσο της ζημίας, όσο και προς αποζημίωση υποχρέων, ... έλαβε χώρα το έτος 1995. Ειδικότερα, όπως ο αντίδικος αναφέρει στο αγωγικό του δικόγραφο ανέθεσε σε δικηγόρο, τη διερεύνηση των υποθέσεων αυτών, οπότε και από το ίδιο χρονικό διάστημα (1995) είχε πληροφορηθεί από το δικηγόρο του τη ζημία του και τους προς αποζημίωση υπόχρεους...
Σε κάθε άλλωστε περίπτωση ο αντίδικος γνώριζε όλα τα παραπάνω πριν από τις 30.5.2000.Τούτο αποδεικνύεται και συνομολογείται από τον αντίδικο στο αγωγικό του δικόγραφο (σελ. 10 και 11), όπου αναφέρει ότι την ημερομηνία αυτή (30.5.2000), ήλθε στην Ελλάδα για να διευθετήσει τις σε βάρος του ποινικές διαδικασίες. Αναφέρει άλλωστε ο αντίδικος στην αγωγή του, ότι ήδη από το τέλος του 1999 είχε πληροφορηθεί την έκδοση των υπ αριθ. 6266/199 και 2715/96 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του Μονομελούς Αγρονομικού αντίστοιχα.
Τα γεγονότα αυτά, σε συνδυασμό με το γεγονός της έκδοσης ήδη από το 1999 του υπ αριθ. 4334/1999 βουλεύματος του Συμβούλιου Πλημμελειοδικών Αθηνών (αρ. σχετ. 2), σχετικού με την επίδικη διαφορά με το οποίο είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και κατά των εναγομένων α) Α. Δ., (ήτοι του κομιστού των παραπάνω πέντε απλήρωτων συναλλαγματικών, δήθεν "εκδόσεως" του αντιδίκου, το όνομα του οποίου, κατά τα άνω, είχε πληροφορηθεί ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1995) και του β) Ν.
Κ., ενός υπαλλήλου της τράπεζάς μας. Κατά συνέπεια και σε κάθε περίπτωση, ήδη από το έτος 1999 γνώριζε ο αντίδικος τη ζημία του και τους προς αποζημίωση υποχρέους. Επομένως, και με δεδομένο ότι από το έτος αυτό (1999), μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2.6.2005) παρήλθε χρόνος μείζων της πενταετίας, όλες ανεξαιρέτως οι επίδικες αξιώσεις έχουν υποκύψει σε παραγραφή και η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα στο σύνολό της..." .Η ίδια ως άνω εναγομένη επανέφερε στο Εφετείο την ως άνω ένστασή της, με τον τρίτο λόγο της εφέσεως της, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένως η εκκαλούμενη 2481/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την ένσταση αυτή και ειδικότερα εξέθεσε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "...
Ο αντίδικος είχε υποβάλει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 5.4.2000 σχετική με την ένδικη διαφορά έγκληση, κατά των Η. Χ. και Φ. Ζ. (με ΑΒΜ- ...), που αναφέρεται και στην εκκαλουμένη απόφαση. Στην ως άνω από 5.4.2000 έγκλησή του, ο εφεσίβλητος ποιείται επανειλημμένα μνεία σε επιταγές της Τράπεζας Αθηνών, οι οποίες έφεραν πλαστογραφημένη την υπογραφή του...
Γνώριζε επομένως ο αντίδικος, τουλάχιστον ήδη από την χρονολογία της μήνυσής του (5.4.2000), ότι υπάλληλος ή υπάλληλοι της τότε Τράπεζας Αθηνών ενεργώντας, μετά τα προεκτεθέντα, από βαριά αμέλεια, είχαν παραλείψει, κατά το άνοιγμα του λογαριασμού στον οποίο εσύρονταν οι άνω επίμαχες επιταγές, να προβούν στον απαιτούμενο έλεγχο ταυτοπροσωπίας Ηδύνατο, επομένως ο αντίδικος να στραφεί έκτοτε (5.4.2000) κατά της Τράπεζάς μας ως προστήσας τον άνω υπάλληλο και με δεδομένη μάλιστα την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του προστηθέντος μας υπαλλήλου και της ζημιάς του αντιδίκου.
Επομένως, και επειδή από την κατά άνω έγκληση του αντιδίκου που κατατέθηκε στην εισαγγελία Πρωτοδικείων Αθηνών την (11.5.2000), στην οποία αναφέρονται οι ως άνω παρανόμως εκδοθείσες επιταγές της Τράπεζας Αθηνών, μέχρι την άσκηση (επίδοση) της αγωγής 2.6.2005 παρήλθε χρόνος μείζων της πενταετίας, η καθ’ ημών αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως παραγραφείσα κατ’ άρθρο 937ΑΚ...".Το Εφετείο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), και όσον αφορά στον πρώτο λόγο εφέσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση της, επικαλούμενη ότι "ο ενάγων μπορούσε από 5/4/2000 να στραφεί εναντίον της διότι στην από 5/4/2000 έγκλησή του που κατατέθηκε στην Εισαγγελία στις 11/5/2000 μνημονεύει επιταγές της Τράπεζας Αθηνών που έφεραν πλαστογραφημένη υπογραφή του και επομένως από τότε γνώριζε όχι κάποιος από τους υπαλλήλους της εν λόγω τράπεζας τέλεσε την σε βάρος του αδικοπραξία".
Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο η εκκαλούσα αποσκοπεί σε μετάθεση της γνώσης του ενάγοντος σε προγενέστερο χρόνο και κατά συνέπεια σε μετάθεση του χρόνου έναρξης παραγραφής της αξίωσής του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως βάση της σχετικής ενστάσεως.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του επισήμου αντιγράφου των από 2/3/12011 προτάσεων (σελ. 4-6), που κατέθεσε η εναγομένη, κατά τήν πρώτη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της ένδικης αγωγής, αυτή είχε στηρίξει την από το άρθρο 937 ΑΚ ένστασή, ως εξής "η γνώση του ενάγοντος τόσο της ζημίας όσο και των προς αποζημίωση υπόχρεων έλαβε χώρα το έτος 1995, οπότε ανέθεσε σε δικηγόρο τη διερεύνηση των υποθέσεων για τις οποίες τον είχαν πληροφορήσει η μητέρα του και η αδελφή της Α.
Θ., άλλως από τις 20/05/2000; οπότε ήλθε στην Ελλάδα για να διευθετήσει τις σε βάρος του ποινικές διαδικασίες και σε κάθε περίπτωση ήδη από το έτος 1999, οπότε εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 4334/1999 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος, μεταξύ άλλων και κατά των πρώτου και δεύτερου εναγομένων, αφού ο πληρεξούσιος δικηγόρος που ερευνούσε τις εκκρεμότητες του ενάγοντος είχε λάβει γνώσει του ανωτέρω βουλεύματος", αυτό δε το περιεχόμενο αποτέλεσε τη βάση της ενστάσεως της εναγομένης και λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Η προσθήκη νέου χρόνου γνώσεως του δικαιούχου με το δικόγραφο της έφεσης, απαραδέκτως προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και δεν μπορεί, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να ληφθεί υπόψη για τη θεμελίωση και κρισιολόγηση της εν λόγω ενστάσεως, η οποία πρέπει να περιέχει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά, επί των οποίων η απόδειξη και η ανταπόδειξη (πρβ και ΑΠ 1119/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ για ανεπίτρεπτη επίκληση στο Εφετείο διαφορετικών ή πρόσθετων περιστατικών από τα προταθέντα πρωτοδίκως, επί ενστάσεως εκ του 281 ΑΚ).
Ο ανωτέρω δε ισχυρισμός εκτιμώμενος ως νέος ισχυρισμός στην κατ’ έφεση δίκη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε (απέρριψε) ως απαράδεκτο τον δια του πρώτου λόγου της εφέσεως προβληθέντα ισχυρισμό και δεν ερεύνησε κατ’ ουσίαν την δι’ αυτού επαναφερθείσα ένσταση παραγραφής.
Τούτο δε διότι, υπό τα ανελέγκτως κριθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο της εφέσεως προς θεμελίωση της επαναφερθείσης ενστάσεως παραγραφής περιστατικά δεν μεταθέτουν την γνώση του ενάγοντος σε προγενέστερο χρόνο, εντεύθεν σε μετάθεση του χρόνου παραγραφής, δοθέντος ότι η εναγομένη προσδιώρισε ως χρόνο γνώσεως, εκ μέρους του παθόντος, του υποχρέου προς αποκατάσταση της ζημίας, - η οποία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι εκ μέρους τούτου (παθόντος- αναιρεσιβλήτου) ως προστήσαντος, - εντεύθεν χρόνο ενάρξεως της εκ του άρθρου 937 παραγραφής, τοιούτον πριν από τις 30-5-2000 και σε κάθε περίπτωση ήδη από το έτος 1999, οπότε εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 4334/1999 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εις βάρος, μεταξύ άλλων, και κατά του δεύτερου εναγομένων( Ν.
Κ.) υπαλλήλου της Τράπεζας. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής, που καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ’ ο μέρος απέρριψε την από 10-11-2014 έφεση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
Α.Ε.", να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση (έρευνα πρώτου λόγου εφέσεως) στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 1160/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ