Legislator Case Law & Legislation
1241/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on property transfer breach of contract case.

Case Number 1241/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's decision rejecting their appeal against a first-instance judgment. The appellants argued the lower court accepted facts without evidence, but the court found the appellate court properly evaluated sworn testimonies and documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court based its decision on the evidence presented at the first instance, as factual findings derived from such evidence are not subject to review on appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual findings review evidence evaluation property transfer breach legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1241 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1241/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ρ. του Κ., 2)Λ. Σ.-Ρ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μενέλαο Τζέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/10/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 125/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 12/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει σε βάρος τους η αναιρεσίβλητη για τη διάρρηξη των αναφερόμενων μεταβιβάσεων ακινήτων.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 1788/2013).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 825/2015, ΑΠ 1987/2007).

Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Έτσι, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε, οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).

Σύμφωνα με αυτά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η έκθεση στο αναιρετήριο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα της αγωγής ή των ισχυρισμών, και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς, δηλαδή, η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 1376/2011) Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου, εξαιτίας μη αναφοράς των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ ΑΠ 57/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε κα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 939 ΑΚ, ενώ, με το δεύτερο μέρος του πρώτου, το τρίτο μέρος του δεύτερου και τον πέμπτο λόγο της αίτησης, προσάπτουν στην απόφαση αυτή, την αιτίαση της έλλειψης, ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών.

Στο αναιρετήριο, όμως, εκτίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, η άποψή τους για την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, επιλεκτικά κάποιες φράσεις της προσβαλλόμενης απόφασης και η με βάση αυτές, απόδοση της θεώρησης των αναιρεσειόντων, περί την έννοια που αποδίδει η απόφαση στις σχετικές διατάξεις του νόμου, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά (οι παραδοχές) που δέχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την ως άνω κρίση του.

Δεν αναφέρονται δηλαδή, με πληρότητα και σαφήνεια οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί εάν το Εφετείο προσδιόρισε κατά τον προσήκοντα χρόνο το ύψος της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, την αξία της υπολειπόμενης περιουσίας της πρώτης αναιρεσείουσας, μετά από κάθε απαλλοτρίωση, την επίδραση της ύπαρξης εγγεγραμμένων στα ακίνητα της υπολειπόμενης περιουσίας υποθηκών στον προσδιορισμό της αξίας αυτών, καθώς και τη γνώση της πρώτης αναιρεσείουσας για την ύπαρξη του χρέους.

Ως προς το τελευταίο στοιχείο, αρκείται στην αναφορά μόνο του επιχειρήματος της προσβαλλόμενης, που αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά με τη στήριξη του πορίσματός της για τη γνώση αυτή. Έτσι, δεν μπορεί να κριθεί εάν το Εφετείο με βάση τις παραδοχές του, έσφαλε στην ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 939 ΚΠολΔ, εάν απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα κατά τη διάταξη θεμελιώνουν τη διάρρηξη των επίδικων δικαιοπραξιών, ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ή ότι παραβίασε τη διάταξη με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.

Εξάλλου, με τους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, διότι με βάση τις παραδοχές της, δεν κατέληξε στο πόρισμα στο οποίο έπρεπε να καταλήξει κατά τη δική τους άποψη, σχετικά με την αξία των απαλλοτριωθέντων και της υπολειπόμενης περιουσίας.

Επίσης, προσβάλουν την ουσιαστική της κρίση ως προς την παραδοχή της αξίας αυτών, παραπονούμενοι ότι αποδέχθηκε τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης και όχι τους δικούς τους ισχυρισμούς, όπως κατ' αυτούς θα έπρεπε, εάν είχε δεχθεί τις επικαλούμενες εκτιμήσεις των πολιτικών μηχανικών που αναφέρουν και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία προσδιορισμού της αξίας τους, χαρακτηρίζοντας εσφαλμένη την παραδοχή της.

Αιτιώνται για επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων στον προσδιορισμό της αξίας αυτής, αγνοώντας τα κατ' αυτούς πλέον αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, προσβάλουν τα χρησιμοποιηθέντα, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, διδάγματα κοινής πείρας, αναφορικά με τη γνώση της οφειλής από την πρώτη αναιρεσείουσα και την επίδραση της οικονομικής κρίσης στη διαμόρφωση της αξίας των ακινήτων, με αντίστοιχες, δε, αιτιάσεις προσβάλουν την προσδιορισθείσα αξία της υπολειπόμενης περιουσίας, ιδιαίτερα με τον υπολογισμό των εγγεγραμμένων προσημειώσεων υποθηκών.

Σχετικά με τις τελευταίες, ενώ παραπονείται ότι λήφθηκαν υπόψη δύο προσημειώσεις, μολονότι αυτές ήταν άκυρες, δεν διαλαμβάνει ότι τον ισχυρισμό περί της ακυρότητας αυτών είχε επικαλεστεί στο δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, προσβάλλουν την παραδοχή της απόφασης του Εφετείου σχετικά με την πρόθεση της πρώτης αναιρεσείουσας για πρόκληση βλάβης στην αναιρεσίβλητη με την απαλλοτρίωση των ακινήτων της, με την αιτίαση ειδικότερα της στήριξης της κρίσης της σε ανεπαρκή αποδεικτικά μέσα, και στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παροχή αξιοπιστίας στα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και μάρτυρες και όχι στα θεωρούμενα από αυτούς ως πλέον αξιόπιστα.

Με τις αιτιάσεις, όμως, αυτές, προσβάλουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου και δεν μπορούν να ιδρύσουν τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας. Επομένως, λόγω της μη παράθεσης των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, η ορθότητα ή μη του διατακτικού της δεν μπορεί να ελεγχθεί ούτε από την άποψη της ευθείας, ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παράβασης της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, και, συνεπώς, οι προαναφερόμενοι λόγοι της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας και στο μέτρο που την ανεπάρκεια και αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζουν στα επιχειρήματα, την προσβολή της ουσιαστικής κρίσης, την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι? αυτά (ΑΠ 1884/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 309/2016).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά ένα από τα μέρη τους, λόγους αναίρεσης, προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αληθινά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που, ειδικότερα, αναφέρονται στους λόγους αυτούς αναίρεσης, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, Α.

Ν. και Β. Σ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, της 7948/5-11-2013 ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων Δ. Β. και Ε. Ν., καθώς και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Έτσι, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, δηλαδή δεν κατέληξε σ' αυτό χωρίς απόδειξη και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Επομένως όλοι οι αμέσως πιο πάνω, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος και δεύτερος, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 11-10-2016 αίτηση για αναίρεση της 125/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 10-11-2016 έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου της Γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-2016 αίτηση των Μ. Ρ. του Κ. και Λ. Σ. - Ρ. του Β., για αναίρεση της 125/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ