Legislator Case Law & Legislation
123/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's decision to replace first-instance reasoning.

Case Number 123/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued the appellate court erred by accepting the first-instance claim while replacing its reasoning, claiming this violated specific procedural articles. The court ruled that such procedural violations are not subject to appellate review and that the appellate court acted correctly by substituting the first-instance reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 534, 536 of the Code of Civil Procedure; Articles 559, nos. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: Violations of procedural provisions regarding the replacement of first-instance reasoning by the appellate court are not grounds for appeal under the specified articles, as these provisions are of procedural law and not substantive law.

Keywords

AI generated
appellate review procedural law substitution of reasoning appeal admissibility Code of Civil Procedure first instance judgment appellate court decision

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 534, 536 of the Code of Civil Procedure
Articles 559, nos. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 123 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 123/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ε. του Γ., κατοίκου ..., προσωρινά διαμένοντος στη ……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλλη Διβανίδου-Βρακά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2017 μη οριστική, 17/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2019 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο 26-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν …./2022 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται με την από 1-7-2022 υπ' αριθμό …/2022 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού

Τμήματος του Αρείου Πάγου, για ανασυζήτηση σύμφωνα με το άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ., η από 23-12-2019 αίτηση του Θ. Ε. του Γ. για αναίρεση της 139/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 10-8-2015 αγωγή του, που ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ζητούσε να αναγνωρισθεί α.

η ακυρότητα της νομίμως δημοσιευθείσας υπ' αριθμ. …../26-6-2012 δημόσιας διαθήκη του Γ. Ε., πατρός των διαδίκων, η οποία ήταν προϊόν υποβολής του εναγόμενου εξαιτίας του ότι ο διαθέτης, κατά τον χρόνο σύνταξης της πιο πάνω διαθήκης βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του και β.

το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρονομούμενου πατέρα του. Επί της αγωγής αυτής το Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 23/2017 απόφασή του, με την οποία διέταξε επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα και να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη ως προς την κατάσταση της υγείας του διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης και ειδικότερα εάν είχε ή όχι συνείδηση των πράξεων του ή βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε την βούλησή του και δεν μπορούσε ν' αντισταθεί σε υποβολή ή επιρροή προερχόμενη από τρίτο πρόσωπο, εξαιτίας της βεβαρυμμένης υγείας του.

Μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και της επαναφοράς της υποθέσεως ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 17/2018 απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ακυρώθηκε η επίδικη διαθήκη, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα περί αναγνωρίσεως του ενάγοντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου επί της κληρονομιαίας περιουσίας του πατρός του, επειδή πριν την σύνταξη της επίδικης διαθήκης, συντάχθηκαν από τον διαθέτη και άλλες διαθήκες οι οποίες είναι ισχυρές, ελλείψει σχετικού αιτήματος του ενάγοντος περί ακυρώσεώς τους.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 10-10-2018 έφεσή του, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν με την υπ'αριθμ. 139/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1α' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ. Α.Π.7/2006).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή ο' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απαράδεκτος (Α.Π 1081/2020).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π 8/2018,Ολ. Α Π. 1/1999). Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 182/2021), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Α.Π.1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται, εκτός των άλλων, και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ. Α.Π. 20/2005, Α.Π. 59/2020, Α.Π. 326/2018).

Με τους πρώτο, δεύτερο τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης κατά το πρώτο και τελευταίο σκέλος τους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην ευθέως και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και διδαγμάτων κοινής πείρας, αναφορικά με την δικαιοπρακτική ικανότητα του διαθέτη των διαδίκων κατά τον χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης, με συνέπεια την εγκυρότητα ή ακυρότητα της.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο περιέχονται αποσπασματικές παραδοχές κατά την κρίση του αναιρεσείοντος, με παραπομπές στις σελίδες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και όχι οι πλήρεις παραδοχές αυτής ως προς το πιο πάνω ζήτημα, ενώ δεν προσδιορίζονται οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Επίσης, καθόσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, ενώ καθ' όσον αφορά την αποδιδομένη πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου δεν αναφέρεται το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή ως προς τις επικαλούμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ως προς δε τις επικαλούμενες αντιφατικές αιτιολογίες δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει αυτή.

Επίσης, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1446/2019).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ 12/1997, 25/2003), έστω και εσφαλμένως, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, Α.Π 1042/2022, ΑΠ 1363/2008, 684/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (Α.Π. 1042/2022, Α.Π. 235/2019, Α.Π. 841/2014).

Εξάλλου, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολ. 14/2004, Α.Π. 989/2018, ΑΠ 87/2013) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Α.Π 1175/2015).

Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά (Α.Π 667/2023,ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1226/2017).

Για το ορισμένο του λόγου απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια ποια πράγματα δέχτηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχτηκε χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (Α.Π 573/2021,ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1226/2017, ΑΠ 1163/2011, ΑΠ 96/2010).

Επίσης, αναίρεση επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ. Πολ.Δ. "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (Α.Π 978/2020).

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π 284/2023).

Για την πληρότητα δε, από τον αριθμ. 11γ του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 901/2019, 675/2019), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 960/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του Ν. 1599/1986 "Σχέσεις κράτους-πολίτη κλπ" και 339 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση έγινε ή δεν έγινε επίτηδες, για να χρησιμοποιηθεί σε συγκεκριμένη πολιτική δίκη, είναι ανέλεγκτη (Ολ. Α.Π. 8/1987, Α.Π 366/2023 Α.Π 241/2019,ΑΠ 743/2011).Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ιδρύεται δηλ. ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ'ένα απ' αυτά.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (Α.Π 258/2023,ΑΠ 462/2019, 126/2019), και στ) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (Α.Π 258/2023,ΑΠ 1038/2019).

Επίσης, σε περίπτωση κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (Α.Π 1964/2022, Α.Π 619/2020, Α.Π 619/2020, Α.Π 579/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του Κ.Πολ.Δ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό της διατάξεως του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η πραγματογνωμοσύνη, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 368 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 του ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009).

Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ακόμη κι αν διατάχθηκε από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 386 ΚΠολΔ, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική ισχύ σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 ΚΠολΔ), ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 2017/2019, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1225/2009) και μάλιστα ούτε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12, ελέγχεται αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων (Α.Π 284/2023 ΑΠ 1020/2014).

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.

τις γνώσεις τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται, ως τεκμήρια, ελεύθερα, από το δικαστήριο. Η σχετική ως προς την εκτίμηση των τεχνικών εκθέσεων δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1225/2009) και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά με τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί οι διατάξεις των άρθρων 368 επ., 387 και 390 του ίδιου Κώδικα, που αφορούν σε αυτές είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, αλλά ούτε με τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559, αφού δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π 11286/2022, ΑΠ 306/2021, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 179/2013).

Περαιτέρω κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ. "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία απαιτούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ (ΑΠ 1862/2007).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 957/2021). Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 87/2013).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης (Α.Π 294/2023, ΑΠ 1453/2021, ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016). Επιπλέον, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 130/2012).

Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως:

α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π 867/2019, ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005).

Με τους πρώτο, δεύτερο τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, τον προταθέντα εκ μέρους του,ισχυρισμό περί της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη κατά την σύνταξη της επίδικης διαθήκης και ότι το περιεχόμενο αυτής δεν ήταν προϊόν υποβολής από τον ίδιο (εναγόμενο- ήδη αναιρεσείοντα), με συνέπεια την εγκυρότητα της (επίδικης διαθήκης), μη λαμβάνοντας επίσης υπόψη και τα επιμέρους περιστατικά που ο εναγόμενος ανέπτυξε προς θεμελίωσή του ισχυρισμού αυτού.

Οι λόγοι αυτοί ως προς το ως άνω σκέλος τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τούτο, δε, διότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε κατ'ουσίαν, αφού δέχθηκε ότι ".... Δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της επίδικης υπ'αριθμ. …./26-6-2012 δημόσιας διαθήκης η διανοητική κατάσταση του διαθέτη πατέρα των διαδίκων, λόγω της νόσου Alzheimer σε προχωρημένο βαθμό από την οποία έπασχε και της εγκεφαλικής ατροφίας αυτού περιόριζε σημαντικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του και απέκλειε τον ελεύθερο προσδιορισμό αυτής με την χρήση λογικών υπολογισμών, ώστε να είναι αδύναμος να αντισταθεί σε υποβολή, προερχόμενη από τον εναγόμενο, ο οποίος ήταν ο τετιμημένος με τη διαθήκη αυτή" και εκ του λόγου αυτού έκρινε βάσιμη την αγωγή ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω διαθήκης.

Περαιτέρω, τα επικαλούμενα με τους λόγους αυτούς επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, τα οποία κατά την κρίση του συνάγει από την εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελούν "πράγματα" σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον πιο πάνω λόγο. Με το τέταρτο λόγο αναίρεσης, του οποίου ο αναιρεσείων συνοψίζει το περιεχόμενο με την επικεφαλίδα "Γεγονότα άσχετα με την αντιδικία και υπερεκτίμηση μαρτυρίας (τετιμημένης) μητέρας", αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, εκτός από τους αριθμούς 1,8β, και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που έχουν ήδη απορριφθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται αμέσως παραπάνω και τις πλημμέλειες από τους αριθμούς, 10 και 11 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες συνίστανται στο ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη πατέρα των διαδίκων, κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης και ότι η σύνταξη της από τον διαθέτη ήταν προϊόν υποβολής του (αναιρεσείοντα) και στο ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα που αυτός προσκόμισε (πραγματογνωμοσύνη, γνωμάτευση τεχνικού του συμβούλου, έγγραφα πανεπιστημιακού γερμανικού νοσοκομείου και Γ.Ν.

Δράμας) την αποδεικτική δύναμη και βαρύτητα που υποστηρίζει ότι έχουν κρίνοντας πλέον αξιόπιστη τη κατάθεση της μητέρας των διαδίκων ως προς τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως προς τα σκέλη του αυτά, ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, ως προς το σκέλος του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο, δέχτηκε τον πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή του ισχυρισμού αυτού και ποια ήταν η επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης.

Ως προς το σκέλος του λόγου αυτού, από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή η πλημμέλεια που αποδίδει ο αναιρεσείων για μικρότερη ή μεγαλύτερη αξιοπιστία ή βαρύτητα που απέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση σε κάποια από τα αποδεικτικά μέσα από εκείνη που ο ίδιος θεωρεί ότι έχουν και ότι η εκτίμηση τούτων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, αφορούν την ουσία των πραγμάτων και συνεπώς, κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο, ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός από τις πλημμέλειας από τους αριθμούς 1, και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, που απορρίφθηκαν κατά τα προαναφερόμενα και την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του α) τα μεταφρασμένα έγγραφα των γερμανικών νοσοκομείων που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος β) την γνωμάτευση του ιατρού Α..

Β. κατά τον Οκτώβριο του έτους 2014, η οποία πάσχει από έλλειψη αξιοπιστίας γ) τα έγγραφα του ιατρικού φακέλου και όχι την διάγνωση από τον διευθυντή της κλινικής που νοσηλεύθηκε ο διαθέτης ενάμισι χρόνο μετά την σύνταξη της διαθήκης δ) τα ιατρικά έγγραφα των γερμανικών νοσοκομείων τα οποία έχουν χαρακτήρα ανταλλαγής απόψεων και όχι γνωματεύσεων ε) ενημερωτικό φυλλάδιο οδηγίες χρήσεως φαρμάκου και δεν έλαβε υπόψη υπέρτερης αξίας αποδεικτικά μέσα που αυτός προσκόμισε και δη τις γνωματεύσεις του γερμανικού τριτοβάθμιου νοσηλευτικού ιδρύματος και του δευτεροβάθμιου της Δράμας, τα μεταφρασμένα έγγραφα των γερμανικών νοσοκομείων, από τον πλέον αξιόπιστο φορέα του κράτους που αποδίδει ακριβέστερα τους γερμανικούς ιατρικούς όρους, και τα αναφερόμενα στο φύλλο 15 της προσβαλλόμενης απόφασης έγγραφα.

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Τούτο, δε, διότι, δεν γίνεται επίκληση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, ενώ η περαιτέρω πλημμέλεια που αποδίδει ο αναιρεσείων για μικρότερη ή μεγαλύτερη αξιοπιστία ή βαρύτητα που απέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση σε κάποια από τα αποδεικτικά μέσα από εκείνη που ο ίδιος θεωρεί ότι έχουν πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί κατά την απόρριψη του αμέσως παραπάνω λόγου.

Επίσης, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη την υπεύθυνη δήλωση της Α. Χ., που ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προσκόμισε και από την οποία προκύπτει η πνευματική κατάσταση του διαθέτη κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης διαθήκης, επειδή θεώρησε εσφαλμένα ότι αυτή δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην δίκη που εκκρεμούσε και όχι σε ανύποπτο χρόνο, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέτρεχε, και έλαβε υπόψη το έγγραφο του ιατρού Α..

Β., το οποίο αφορά δήλωση του τελευταίου, που συντάχθηκε για να προσκομισθεί στην αντιδικία μεταξύ των διαδίκων, είναι απαράδεκτος. Τούτο, δε, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, η κρίση του Εφετείου περί μη λήψης υπόψη της προαναφερθείσας υπεύθυνης δήλωσης λόγω του ότι αυτή συντάχθηκε ενόψει της εκκρεμούσης δίκης, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το προαναφερόμενο έγγραφο ιατρού Α..

Β. δεν ελήφθη υπόψη ως δήλωση αλλά ως έγγραφο σύμφωνα με την ανέλεγκτη κρίση επίσης του Εφετείου. Ακόμη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, είναι οι πρώτος, δεύτερος τρίτος, τέταρτος πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης ως προς τα σκέλη τους με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ..

Τούτο, δε, διότι, δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ως προς τα οποία το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική τους δύναμη και δεν αναφέρεται η αποδεικτική τους κατά νόμο δύναμη, ενώ περαιτέρω οι λόγοι αυτοί κατά τα ως άνω σκέλη τους, είναι απαράδεκτοι και λόγω της αντιφατικότητας τους με προηγούμενα σκέλη των τέταρτου και πέμπτου λόγων, σύμφωνα με τα οποία στα ίδια έγγραφα αποδίδεται η πλημμέλεια ότι δεν ελήφθησαν υπόψη αν και προσκομίσθηκαν από τον ως άνω αναιρεσείοντα, ενώ κατά τα σκέλη των λόγων αυτών προϋποθέτει ότι (τα ίδια έγγραφα) ελήφθησαν υπόψη.

Περαιτέρω, κατά το σχετικό σκέλος του έκτου λόγου, ο αναιρεσείων εκτός των άλλων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση, απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στα έγγραφα των ιατρών γενικής ειδικότητας πρωτοβάθμιας υγείας του αγροτικού ιατρείου Δ…. και του ιδιώτη παθολόγου και μικρότερη στην έκθεση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και την έκθεση της τεχνικής συμβούλου καθηγήτριας ΑΠΘ νευρολόγου.

Τα παραπάνω όμως δεν στοιχειοθετούν λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού τα επικαλούμενα έγγραφα δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη, έναντι των λοιπών, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, αλλά ούτε από τον αριθμ. 11γ του Κ.Πολ.Δ., διότι η σχετική ως προς την εκτίμηση από την προσβαλλόμενη απόφαση της πραγματογνωμοσύνης και της τεχνικής έκθεσης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, η ορθότητα της εκτιμήσεως αυτών ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω δε, δεν ελέγχεται αναιρετικά με τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των άρθρων 368 επ., 387 και 390 του ίδιου Κώδικα, διότι είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, και κατά το σκέλος αυτό του έκτου λόγου με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω δικονομικών διατάξεων, είναι επίσης απαράδεκτος και απορριπτέος. Εξάλλου, και το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, ως προς την δικαιοπρακτική ικανότητα του διαθέτη κατά την σύνταξη της διαθήκης, αλλά και νέα πραγματογνωμοσύνη ως προς την γνησιότητα της υπογραφής του διαθέτη στα έγγραφα που φέρεται ότι αυτός υπέγραψε (μισθωτήριο και τραπεζικά έγγραφα) εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου.

Συνεπώς, και κατά το σκέλος του αυτό ο έκτος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση της πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του Κ.Πολ.Δ, πλην όμως της επικαλούμενης αριθμητικής αναφοράς στην παραπάνω διάταξη, δεν προσδιορίζει ποίες είναι αυτές οι αντιφάσεις και αν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, όπως απαιτείται για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου.

Συνεπώς και κατά το σκέλος αυτό οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Επίσης, ο πρώτος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι είναι αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων που θεωρεί ότι παραμορφώθηκαν, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που του αποδίδει η αναιρεσείουσα.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ, "αν το αιτιολογικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση", οπότε δεν εκδίδει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 536 Κ.Πολ.Δ.

Και τούτο, διότι ουσιώδες μέρος της απόφασης είναι, κατά κανόνα, το διατακτικό της και όχι οι αιτιολογίες, χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο το Εφετείο να αναφέρει ποιές αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήταν εσφαλμένες και τις αντικατέστησε και ποιες ήταν ορθές (ΑΠ 1717/2009). Μετά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της πρωτόδικης απόφασης από την απόφαση του Εφετείου, οι αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης παύουν να ισχύουν και, κατά συνέπεια, δεν δημιουργείται από την τελευταία δεδικασμένο (Α.Π 57/2020,ΑΠ 456/2018, ΑΠ 1127/2008).

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, αν και δέχθηκε ότι η απόφασή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη και αντικατέστησε τις αιτιολογίες του ενώ έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεση του (αναιρεσείοντος).

Ο λόγος αυτός προεχόντως τυγχάνει απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί οι διατάξεις των άρθρων 534, 536 του Κ.Πολ.Δ., είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου, η παραβίαση αυτών δεν ελέγχεται αναιρετικά από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ, 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.. Σε κάθε περίπτωση δε η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι " το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με συνοπτική και διάφορη αιτιολογία κατά το μέρος αυτό, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατά ουσιαστική άποψη, δεν έσφαλε διότι ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

Επομένως, η αιτιολογία της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, θα πρέπει ν' αντικατασταθεί από την παρούσα και ακολούθως, η έφεση που δεν περιέχει κάποιον άλλο λόγο ν'απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολο της", ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις που αμέσως παραπάνω αναφέρονται. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 23-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 139/2019 απόφασης του Εφετείου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου.

Τέλος, στον αναιρεσείοντα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-12-2019 αίτηση του Θ. Ε. του Γ., για αναίρεση της 139/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ