Supreme Court allows appeal against eviction judgment due to failure to prove return of leased premises.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a lease termination claim. The appellate court found the lower court erred by accepting that the lease ended without requiring proof that the landlord returned the premises to the tenants. Consequently, the case was remanded for further trial to determine if the landlord fulfilled the obligation to return the property.
Legislator headnote
AI generatedArticles 185, 189, 192, 361, 374, 595 of the Civil Code; Article 5 of Law 34/1995: When a lease terminates, the lessor must return the leased property to the lessee; failure to prove this return constitutes a substantive violation of law justifying the remittal of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 57 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 57/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. - Ν. Α. του Ν., κατοίκου ... και 2) Κ. χας Ν. Α., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Τσιατά.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παυλίνα Γαλάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1345/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, αρχικά, με την από 15-6-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες και οι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη Ε. Β. και Ζ. Β., ισχυρίσθηκαν ότι α) με το από 1-4-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης εκμίσθωσαν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη για επαγγελματική χρήση το δεύτερο όροφο, συνολικής επιφανείας 811 τ.μ., του κειμένου στη ...
και επί της οδού ... κτιρίου, του οποίου είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας, για χρονικό διάστημα εννέα ετών (από 1-4-2002 έως 1-4-2011), με μηνιαίο μίσθωμα 2.000 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο κατά την αναφερόμενη συμφωνία τους, και 2) με το από 10-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης εκμίσθωσαν στην εναγομένη τον πρώτο όροφο του παραπάνω κτιρίου, συνολικής επιφανείας 811 τ.μ., με μηνιαίο μίσθωμα 2.400 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά την αναφερόμενη συμφωνία τους, και ότι με την από 3-2-2009 εξώδικη δήλωσή τους προς τη μισθώτρια, που επέδωσαν σ' αυτήν στις 24-2-2009, κατήγγειλαν τη δεύτερη από τις παραπάνω μισθώσεις και ζήτησαν την απόδοση του μισθίου τούτου μετά την πάροδο τριών μηνών από την επίδοση της καταγγελίας, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη-μισθώτρια να τους καταβάλει, εκτός των άλλων, το ποσό των 33.283,20 ευρώ ως αποζημίωση χρήσεως του από 25-5-2009 έως 4-2-2010 χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, παρά την ως άνω καταγγελία τους, η μισθώτρια εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο.
Επί της αγωγής αυτής, που συνεκδικάσθηκε με την αντίθετη από 20-5-2010 αγωγή της μισθώτριας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 114/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία μισθώσεων), με την οποία η ως άνω αγωγή των εκμισθωτών, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιό της, απορρίφθηκε ως αόριστη. Επί εφέσεων δε, που ασκήθηκαν από τα διάδικα μέρη, εκδόθηκε, κατά την ίδια διαδικασία, η υπ' αριθμ. 4413/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ο τρίτος λόγος της έφεσης των εκμισθωτών (αναιρεσειόντων), με τον οποίο προσέβαλαν την εκκαλουμένη γιατί απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ως αόριστο.
Με την ίδια απόφαση, που έχει καταστεί αμετάκλητη, κρίθηκε ότι η ως άνω καταγγελία της μίσθωσης δεν είναι νόμιμη και δεν επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της μίσθωσης μετά την πάροδο τριών μηνών από την επίδοση αυτής και ότι αμφότερες οι μισθώσεις συνεχίσθηκαν μέχρι τις 2-12-2009, οπότε η μισθώτρια αποχώρησε από τα μίσθια και αυτά παραλήφθηκαν από τους εκμισθωτές, με σκοπό τη λύση των συμβάσεων.
Ακολούθως, οι εκμισθωτές άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ένδικη από 25-10-2013 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι η μισθώτρια-εναγομένη παρέμεινε στους ως άνω μίσθιους ορόφους κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως 2-12-2009, οπότε αποχώρησε από τους εν λόγω ορόφους και τους απέδωσε σ' αυτούς, χωρίς όμως να τους καταβάλει τα μισθώματα του παραπάνω χρονικού διαστήματος, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 27.350,40 ευρώ, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, κατά ποσοστό 1/4 στον καθένα από αυτούς, το παραπάνω ποσό των 27.350,40 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η 26/2015 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, που τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η μισθώτρια-αναιρεσίβλητη, άσκησε την από 2-4-2015 έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την ήδη πληττόμενη 1345/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και η υπόθεση κρατήθηκε και εκδικάσθηκε κατ' ουσίαν, η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ήδη, οι εκμισθωτές (ενάγοντες-εφεσίβλητοι) άσκησαν κατά της εφετειακής αυτής απόφασης την υπό κρίση αίτηση για αναίρεσή της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι από την τελεσίδικη απόφαση, ακόμη και εσφαλμένη, παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης αποφάσεως, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού (ΑΠ 128/2008).
Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι, αν η αγωγή ή η ένσταση απορριφθεί τελεσιδίκως από το αρμόδιο δικαστήριο επειδή δεν περιέχονται στο οικείο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή προτάσεις) ορισμένα από τα στοιχεία που αξιώνει ο νόμος, αφενός μεν πρόκειται για απόρριψη λόγω αοριστίας, έστω και αν η αγωγή ή η ένσταση χαρακτηρίζεται μη νόμιμη, αφετέρου δε το δεδικασμένο που έτσι παράγεται αφορά μόνο στο κριθέν διαδικαστικό ζήτημα όχι δε και στην ανυπαρξία ουσιαστικού δικαιώματος.
Έτσι, η απόφαση που δεν έκρινε κατ' ουσίαν και απέρριψε την αγωγή για τυπικό λόγο, όπως για αοριστία αυτής, όταν καταστεί τελεσίδικη, δημιουργεί δεδικασμένο μόνο ως προς το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγής, που δεσμεύει το καλούμενο να εξετάσει εκ νέου την αγωγή δικαστήριο, μόνον εφόσον έχει την ίδια δικονομική έλλειψη, για την οποία απορρίφθηκε προηγουμένως (ΑΠ 702/2011).
Για τα όρια του δεδικασμένου λαμβάνονται υπόψη οι αιτιολογίες, όπως αντικαταστάθηκαν, ρητά ή σιωπηρά από το ανώτερο δικαστήριο (ΑΠ 406/2009, ΑΠ 1127/ 2008). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ, "αν το αιτιολογικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση".
Και τούτο, διότι ουσιώδες μέρος της απόφασης είναι, κατά κανόνα, το διατακτικό της και όχι οι αιτιολογίες, χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο το Εφετείο να αναφέρει ποιές αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήταν εσφαλμένες και τις αντικατέστησε και ποιες ήταν ορθές (ΑΠ 1717/2009). Μετά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της πρωτόδικης απόφασης από την απόφαση του Εφετείου, οι αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης παύουν να ισχύουν και, κατά συνέπεια, δεν δημιουργείται από την τελευταία δεδικασμένο (ΑΠ 456/2018, ΑΠ 1127/2008).
Αν όμως, το Εφετείο, προκειμένου να μην καταστήσει χειρότερη τη θέση του εκκαλούντα, κατ' άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το Εφετείο δεν μπορεί πριν από την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα, δεν αντικαταστήσει τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί έτσι θα καθιστούσε χειρότερη τη θέση του εκκαλούντα και θα οδηγούσε σε δυσμενέστερο γι' αυτόν δεδικασμένο, οι αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης εξακολουθούν να ισχύουν και κατά συνέπεια από την τελευταία, ακόμη και εσφαλμένη, δημιουργείται δεδικασμένο.
Περαιτέρω, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δηλαδή λόγω μη απαιτητού του χρέους, δεν παράγει δεδικασμένο για την ουσία του δικαιώματος, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006), ενώ, εξάλλου, η απόρριψη της αγωγής για τον ίδιο λόγο, δεν αποτελεί απόρριψη αυτής για τυπικούς λόγους, η οποία υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας, ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως αλλά για δικονομικούς, οι οποίοι, δηλαδή, συνεπάγονται ακυρότητα ή απαράδεκτο της αγωγής, όπως και η απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 416/2019).
Τέλος, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτόν απέρριψε την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξή του.
Προκειμένου δε να εξετασθεί εάν υφίσταται δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.ΑΠ 15/1998, ΑΠ 416/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 4413/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και από την υπ' αριθμ. 114/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν α) επί της από 20-5-2010 αγωγής της μισθώτριας (αναιρεσίβλητης) εναντίον τους ως εκμισθωτών, με την οποία ζήτησε, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εκμισθωτών-εναγομένων να της καταβάλουν το ποσό των 8.800 ευρώ που τους είχε καταβάλει κατά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων μισθώσεως για την καλή εκπλήρωσή τους και αρνούνται να της επιστρέψουν μετά τη λύση των ως άνω συμβάσεων και β) επί της από 15-6-2010 αγωγής αυτών (εκμισθωτών) κατά της αναιρεσίβλητης (μισθώτριας), με την οποία ζήτησαν, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει, ισομερώς, και το ποσό των 33.283,20 ευρώ ως αποζημίωση χρήσεως του από 25-5-2009 έως 4-2-2010 χρονικού διαστήματος, καθόσον, αν και είχαν λήξει οι ένδικες μισθώσεις εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα τα επίδικα μίσθια ακίνητα.
Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 114/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, το μεν ως άνω, υπό στοιχείο α', αίτημα της πρώτης αγωγής απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθέν, γιατί κρίθηκε ότι δεν είναι ακόμη ληξιπρόθεσμο, το δε υπό στοιχείο β' αίτημα της δεύτερης αγωγής απορρίφθηκε ως αόριστο γιατί, όπως κρίθηκε, δεν αναφέρονται τα περιστατικά που στηρίζουν την επικαλούμενη καταγγελία της σύμβασης μισθώσεως λόγω ανοικοδόμησης.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν τα διάδικα μέρη, η μεν μισθώτρια (αναιρεσίβλητη) με την από 8-2-2012 έφεσή της, με την οποία δεν προσέβαλαν το απορριφθέν ως προώρως ασκηθέν ως άνω αίτημα της αγωγής τους για επιστροφή της καταβληθείσας από την ίδια εγυοδοσίας, ποσού των 8.800 ευρώ, οι δε εκμισθωτές με την από 8-2-2012 έφεσή τους, με τον τρίτο λόγο της οποίας προσέβαλαν την διάταξη της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστο το ως άνω αίτημα της αγωγής τους για επιδίκαση του ποσού των 33.283.20 ευρώ ως αποζημίωση χρήσεως.
Ως προς το κεφάλαιο αυτό της από 15-6- 2010 αγωγής των εκμισθωτών, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμό 4413/2013 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "...η ως άνω αγωγή των εκμισθωτών κατά το μέρος που αφορά το κεφάλαιο αποζημίωσης χρήσης ύψους 33.283,20 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 25-5-2009 (επομένη ημέρα της λήξης της ταχθείσας τρίμηνης προθεσμίας από την επίδοση της καταγγελίας για ανοικοδόμηση) μέχρι την 4-2-2010 που η μισθώτρια αποχώρησε από τα μίσθια, η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι με βάση τα εκτιθέμενα δεν παρήλθε ο συμβατικός χρόνος των επίμαχων μισθώσεων (ο οποίος λήγει την 1-4-2011), που είναι αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας των μισθώσεων για ανοικοδόμηση εκ μέρους των εκμισθωτών, πέραν του ότι δεν γίνεται καν επίκληση περί έκδοσης άδειας ανοικοδόμησης του μισθίου και επίδοσης αντιγράφου αυτής στη μισθώτρια, η οποία είναι απαραίτητη για να επέλθουν τα αποτελέσματα της καταγγελίας, αφού παρέλθει και η προβλεπόμενη από το άρθρο 28 του Π.Δ. 34/1995 προθεσμία, και εντεύθεν να υφίσταται υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης χρήσης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα αυτό ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ είναι μη νόμιμη, έσφαλε. Επειδή, όμως, η απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό (ως μη νόμιμης) οδηγεί σε διαφορετικό δεδικασμένο, δυσμενέστερο για τους εκκαλούντες ενάγοντες, δεν μπορεί να γίνει αντικατάσταση της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης με την παρούσα, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ψέγεται η εκκαλουμένη γιατί απέρριψε το πιο πάνω κονδύλιο ως αόριστο, διότι η ορθή αιτιολογία οδηγεί σε διαφορετικό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό.
Αλλά, ούτε και εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης, και απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης μπορεί να γίνει, γιατί θα καταστεί χειρότερη η θέση των εκκαλούντων, κατ' άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού το δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση θα είναι δυσμενέστερο γι' αυτούς, πράγμα που επιτρέπει ο νόμος μόνο στην εξαιρετική περίπτωση που η υπόθεση ερευνάται κατ' ουσία.
Πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί ο ως άνω τρίτος λόγος της έφεσης". Κατ' ακολουθίαν, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης ως προς ανωτέρω κεφάλαιό της και απέρριψε τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης των εκμισθωτών, η ως άνω πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και παρήχθη δεδικασμένο μόνο ως προς το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγής.
Συνακόλουθα, το δεδικασμένο καταλαμβάνει μόνο το λόγο αυτό απόρριψής της (αοριστίας), η κρίση δε του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για περιστατικά που κρίθηκαν ως αποδεδειγμένα, δεν συνιστά δεδικασμένο, διότι τα περιστατικά αυτά δεν στηρίζουν το διατακτικό της απορριπτικής απόφασης, ως πλεοναστικά. Στην προκειμένη περίπτωση, πλέον των ανωτέρω η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 4413/2013) περιέλαβε τη σκέψη ότι η από 2-2-2009 καταγγελία των εκμισθωτών, που επιδόθηκε στις 24-2-2009 στη μισθώτρια, με την οποία κατήγγειλαν την από 10-10-2005 σύμβαση μίσθωσης, δεν είναι νόμιμη και δεν επέφερε τα αποτελέσματά της. "Έτσι, με την επίδοση της πιο πάνω καταγγελίας δεν λύθηκε η από 10-10-2005 σύμβαση μίσθωσης, αλλά αμφότερες συνεχίσθηκαν μέχρι την 2-12-2009, οπότε η μισθώτρια αποχώρησε από τα μίσθια και αυτά παραλήφθηκαν από τους εκμισθωτές, με σκοπό τη λύση των συμβάσεων".
Η ως άνω αιτιολογία ότι οι ένδικες μισθώσεις λύθηκαν στις 2-12-2009 έγινε χωρίς ανάγκη και εκ περισσού, καθόσον δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης. Μετά την έκδοση της ως άνω εφετειακής απόφασης, οι εκμισθωτές ισχυρίσθηκαν με την από 25-10-2013 αγωγή τους κατά της μισθώτριας, ότι η τελευταία αποχώρησε από τα μίσθια στις 2-12-2009, χωρίς όμως να έχει καταβάλει τα μισθώματα του από 1-6-2009 έως 2-12-2009 χρονικού διαστήματος, ανερχόμενα στο ποσό των 27.350,40 ευρώ, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει το εν λόγω ποσό.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η υπ' αριθμ. 26/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε αυτή (μισθώτρια) να καταβάλει στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/4 στον καθένα, το ως άνω ποσό των 27.350,40 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 2-4-2015 έφεση και τους από 15-11-2015 πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1345/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού έγινε δεκτό ότι η εναγομένη την 1-6-2009 είχε αποχωρήσει από τα επίδικα μίσθια ακίνητα και τα είχε αποδώσει ελεύθερα στους εκμισθωτές, μη ποιώντας έκτοτε χρήση αυτών, απορρίφθηκε δε ως αβάσιμη η ένσταση δεδικασμένου των εναγόντων με την αιτιολογία ότι, η σκέψη που διέλαβε το Εφετείο Αθηνών στην υπ' αριθμ. 4413/2013 τελεσίδικη απόφασή του ότι "με την επίδοση της πιο πάνω καταγγελίας δεν λύθηκε η από 10-10-2005 μίσθωση αλλά αμφότερες συνεχίσθηκαν μέχρι 2-12-2009...", είναι πλεοναστική, με αποτέλεσμα να μην καλύπτονται με ισχύ δεδικασμένου τα ζητήματα της παραμονής ή μη της μισθώτριας στα επίδικα μίσθια κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και του χρόνου αποχώρησής της από αυτά.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η κρίση του Εφετείου για τα ως άνω περιστατικά, που κρίθηκαν ως αποδεδειγμένα, δεν συνιστά δεδικασμένο, διότι δεν στηρίζουν το διατακτικό της ως άνω απόφασης. Ούτε από την υπ' αριθμ. 114/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως προώρως ασκηθέν το κεφάλαιο της από 20-5-2010 αγωγής της μισθώτριας (αναιρεσίβλητης) για επιστροφή της εγγυοδοσίας, συνολικού ποσού 8.800 ευρώ, παράγεται δεδικασμένο, καθόσον η απόρριψη αυτή δεν τέμνει τη διαφορά, ενώ η αναφορά στην ως άνω απόφαση και ειδικότερα στο τμήμα αυτής που αιτιολογεί την απόρριψη του ως άνω κεφαλαίου ως προώρως ασκηθέντος της σκέψης ότι "για καταβολή επιπλέον μισθωμάτων από 1-6-2009 και μέχρι την αποχώρηση της τελευταίας από το μίσθιο, που έλαβε χώρα στις 2-12-2009, μετά την πρόσκληση των τελευταίων να τους αποδώσει το μίσθιο", είναι πλεοναστική, εφόσον δεν ερευνήθηκε στην ουσία το ως άνω κεφάλαιο, και δεν προσδίδει στη σχετική αιτιολογία ισχύ δεδικασμένου.
Κατόπιν όλων αυτών ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/ 2009).
Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (ΑΠ 1652/2009). Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται, όταν τι δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 208/2011 ΑΠ 1662/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, "δεχόμενη (η προσβαλλόμενη) ότι η αντίδικος την 1-6-2009 είχε αποχωρήσει από τα επίδικα μίσθια κατόπιν μιας αλληλουχίας γεγονότων όπως τα περιγράφει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ότι αυτή είχε παραδώσει τα μίσθια και για το λόγο αυτό δεν όφειλε μισθώματα μετά την 1-6-2009, ενώ η αντίδικος ουδόλως είχε παραδώσει τα μίσθια, αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αντίδικος είχε ουσιαστικά αποδεχθεί την καταγγελία των συμβάσεων, είχε προβεί σε ενέργειες για την μετεγκατάστασή της, είχε τροποποιήσει το καταστατικό της, είχε προβεί σε μεταβολή στη Δ.Ο.Υ.
της, ώστε όπως αναγράφει η αναιρεσιβαλλόμενη "την 1-6-2009 είχε αποχωρήσει από τα επίδικα μίσθια, γεγονός που συμβαδίζει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και όσα επικρατούν στις συναλλαγές, τα οποία οδηγούν στην κρίση ότι ουδείς λόγος υπήρχε να συνεχίσει να παραμένει η εναγομένη στα επίδικα μίσθια και να ποιεί χρήση αυτών, μετά την 1-6-2009, οπότε είχε μεταφερθεί σε άλλο μίσθιο, έχοντας προβεί σε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες προς τούτο"".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν γιατί δεν αναφέρει ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, αφετέρου δε γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτόν των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά.
Από τις διατάξεις των άρθρων 574, 595 και 596 ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση από τη σύμβαση μισθώσεως να καταβάλει το μίσθωμα που έχει συμφωνηθεί υπό την προϋπόθεση ότι έχει τη δυνατότητα χρήσεως του μισθίου ακινήτου, έστω και αν από λόγους που αφορούν τον ίδιο δεν το χρησιμοποιεί. Αν ο μισθωτής εγκαταλείψει το μίσθιο ακίνητο χωρίς νόμιμο ή συμβατικό λόγο, είναι υποχρεωμένος να καταβάλει το μίσθωμα για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που παρεμβάλλεται μεταξύ του χρόνου της εγκαταλείψεως και της λήξεως της συμβάσεως (ΑΠ 585/1997).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, που κωδικοποίησε τις διατάξεις των νόμων περί εμπορικών μισθώσεων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 2741/1999, η μίσθωση ισχύει για δώδεκα έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, μπορεί, όμως, να λυθεί με νεότερη συμφωνία, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.
Η εμπορική μίσθωση, όπως κάθε ενοχική σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ), μπορεί να λυθεί με καταγγελία καθενός των συμβαλλομένων, καθώς και με νεώτερη αντίθετη συμφωνία τους. Νεότερη αντίθετη συμφωνία ή αντισυμφωνία είναι εκείνη, που συνάπτεται μεταξύ των συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή) ή των αντιπροσώπων τους (άρθρο 211 ΑΚ) και έχει περιεχόμενο την κατάργηση της σύμβασης της μίσθωσης πριν περάσει ο χρόνος της λήξης της.
Η αντίθετη αυτή συμφωνία, για πρόωρη λύση της μίσθωσης, σύμφωνα με την ανωτέρω ρητή διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, απαιτείται να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία το μίσθιο αποδοθεί και ο εκμισθωτής το παραλάβει ανεπιφύλακτα, η οικειοθελής αυτή απόδοσή του από το μισθωτή συνιστά πρόταση προς τον εκμισθωτή για κατάρτιση σύμβασης λύσης της μίσθωσης και η ανεπιφύλακτη παραλαβή του από τον εκμισθωτή συνιστά αποδοχή της πρότασης και ολοκλήρωση επομένως αυτής (άρθρα 185, 189, 192 ΑΚ), συγχρόνως δε αποτελεί και συμφωνία εκτέλεσης της σύμβασης πρόωρης (πριν από την πάροδο του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου) απόδοσης του μισθίου.
Η τελευταία αυτή συμφωνία, σύμφωνα με την οποία, ο μεν μισθωτής αποδίδει οικειοθελώς το μίσθιο, ο δε εκμισθωτής παραλαμβάνει χωρίς καμία επιφύλαξη αυτό, δεν απαιτείται να γίνει με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας (άρθρο 5 παρ. 1 ΠΔ 34/1995), αλλά μπορεί να γίνει και προφορικά (ΑΠ 2156/2007, ΑΠ 182/2002, ΑΠ 1086/2001). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.
Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως (ΑΠ 236/2010).
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Με το από 1-4-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στην εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", τον δεύτερο όροφο συνολικής επιφανείας 811 τ.μ. του κειμένου στη ... και επί της οδού ... κτιρίου, του οποίου είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, με έναρξη την 1-4-2002 και λήξη την 1-4-2011, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια ως βιοτεχνικός χώρος κατασκευής και εμπορίας διαφημιστικών κατασκευών...
Περαιτέρω με το από 10-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, οι ίδιοι ως άνω εκμισθωτές εκμίσθωσαν στην πιο πάνω εταιρία τον πρώτο όροφο του ίδιου προαναφερόμενου κτιρίου, συνολικής επιφάνειας 811 τ.μ., για το χρονικό διάστημα από 1-11-2005 έως 1-4-2011, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια ως αποθηκευτικός χώρος και γραφεία της βιοτεχνίας της...
Οι μισθώσεις αυτές, ως εμπορικές, υπήχθησαν στις κωδικοποιημένες διατάξεις του ΠΔ 34/1995 και των τροποποιητικών αυτού νόμων και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 τούτου ισχύουν για δώδεκα (12) έτη, έστω και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο χρόνο. Με την υπογραφή των συμφωνητικών, η μισθώτρια παρέλαβε τη χρήση των μισθίων και έκτοτε τα χρησιμοποιούσε για το σκοπό που συμφωνήθηκε.
Οι επίδικες μισθώσεις λειτούργησαν κανονικά μέχρι την 24-2-2009, οπότε οι εκμισθωτές επέδωσαν στην μισθώτρια την από 3-2-2009 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία κατήγγειλαν, σύμφωνα με το άρθρο 39 του ΠΔ 34/1995, την από 10-10-2005 σύμβαση μίσθωσης του πρώτου ορόφου του προαναφερόμενου κτιρίου, επικαλούμενοι ότι, με σχετική απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου ..., το μίσθιο κρίθηκε ετοιμόρροπο και κατεδαφιστέο και ζήτησαν την απόδοση του μισθίου τούτου, μετά την πάροδο τριών μηνών από την επίδοση της καταγγελίας.
Έκτοτε οι διάδικοι ενεπλάκησαν σε δικαστική αντιδικία για διάφορους λόγους προερχόμενους από την ως άνω μισθωτική τους σχέση... Στη συνέχεια, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι μετά την επίδοση της από 24-2-2009 εξώδικης καταγγελίας των εναγόντων - εκμισθωτών, η οποία κρίθηκε άκυρη, κατά τα προαναφερόμενα, στις 2-4-2009 η εναγομένη-μισθώτρια επέδωσε σ' αυτούς την από 20-3-2009 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση, στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα, ότι η αναφορά στην εν λόγω καταγγελία περί επικείμενης ανοικοδόμησης του κτιρίου όπου βρίσκονται τα επίδικα μίσθια, εξαιτίας του ότι κρίθηκε ετοιμόρροπο και κατεδαφιστέο, δημιούργησε μεγάλο κλίμα ανασφάλειας, τόσο στην ίδια, όσο και στους εργαζόμενούς της, με αποτέλεσμα να προβεί σε σχετική έρευνα στην αρμόδια Πολεοδομία ....
Έκανε δε μνεία η εναγομένη στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία της, ότι από την έρευνα αυτή ανακάλυψε ότι στις από 15-9-1999 και 18-10-1999 εκθέσεις αυτοψίας που είχαν διενεργηθεί από τα κλιμάκια της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., είχαν διαπιστωθεί φθορές στο κτίριο που υφίστανται τα μίσθια ακίνητα, λόγω του προηγηθέντος σεισμού της 7-9-1999 και τούτο είχε κριθεί προσωρινά ακατάλληλο προς χρήση.
Επικαλούμενη δε ότι το κτίριο παραμένει στην ίδια κατάσταση ακαταλληλότητας, καθώς ουδεμία εργασία αποκαταστάσεως των βλαβών και φθορών έχει γίνει, εκδήλωσε σαφώς την πρόθεσή της να μετεγκατασταθεί άμεσα σε άλλο μίσθιο, αναφέροντας μάλιστα, ότι ήδη αναζητεί τέτοιο, σε περιοχή άλλη, εκτός της ..., στην οποία δεν κατέστη δυνατό να βρεί κατάλληλο χώρο...Από την ως άνω 4413/2013 τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε, ότι ήδη την 1-4-2002, οπότε καταρτίσθηκε η πρώτη μίσθωση μεταξύ των διαδίκων, η οποία αφορά εις το δεύτερο όροφο, οι ζημιές που είχαν προκληθεί στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου, από το σεισμό που προηγήθηκε και εξαιτίας των οποίων τούτο είχε κριθεί προσωρινά ακατάλληλο, είχαν αποκατασταθεί.
Τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, αναφέρονται μόνο για να καταδειχθεί, ότι η εναγομένη, μετά την επίδοση προς αυτήν της ως άνω καταγγελίας των εναγόντων περί της επικαλούμενης ανοικοδομήσεως του κτιρίου όπου βρίσκονταν τα επίδικα μίσθια, μη έχοντας τη δυνατότητα στο χρονικό εκείνο σημείο να γνωρίζει εάν αυτή ήταν έγκυρη ή άκυρη, γεγονός που κρίθηκε μεταγενέστερα, όταν πλέον αυτή είχε μετεγκατασταθεί σε άλλο μίσθιο και άρχισε η δικαστική της διένεξη με τους ενάγοντες για διάφορες διεκδικήσεις αμφοτέρων, για τις οποίες εκδόθηκε η προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, άρχισε άμεσα να αναζητεί νέο μίσθιο και να προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για την αποχώρηση της επιχειρήσεώς της από τα επίδικα και την εγκατάστασή της στο νέο.
Σημειώνεται δε ότι αυτή ακριβώς ήταν και η πρόθεση των εναγόντων, οι οποίοι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η καταγγελία τους αποδείχθηκε μη νόμιμη, επιδίωκαν την αποχώρηση της εναγομένης-μισθώτριας από αυτό, καθώς βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για την επικείμενη πώλησή του με την εταιρία αλυσίδας Super Market ..., η οποία είχε επιδείξει ενδιαφέρον για την αγορά όλου του κτιρίου στο οποίο στεγάζονταν τα επίδικα μίσθια.
Το γεγονός αυτό άλλωστε ομολογούν οι εκμισθωτές, οι οποίοι αναφέρουν στο δικόγραφο των ένδικων προτάσεών τους, ότι ενώ σχεδίαζαν την επισκευή του κτιρίου, εκδηλώθηκε γι' αυτό αγοραστικό ενδιαφέρον από την ως άνω εταιρία, η οποία πρόσφερε ως τίμημα για την αγορά του το ποσό των 2.500.000 ευρώ, οι ίδιοι δε αποδεχόμενοι την πρόταση αυτή πώλησαν πράγματι όλο το ως άνω κτίριο, με βάση το .../4-2-2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Η. Α. - Κ.. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν παραπάνω, καθίσταται σαφές, ότι αμφότερες οι διάδικες πλευρές εκδήλωσαν την πρόθεσή τους για τη λύση των επίδικων συμβατικών μισθώσεων, με τους ενάγοντες να αναμένουν την παρέλευση του τριμήνου από 24-2-2009 οπότε επιδόθηκε η σχετική καταγγελία τους προς την εναγομένη, και την τελευταία, με την ως άνω από 20-3-2009 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία της, που επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 2-4-2009, να δηλώνει ότι θεωρεί τη συμπεριφορά των εναγόντων ως καταγγελία των συμβάσεων και ότι έχει ήδη προβεί σε ενέργειες για την ανεύρεση κατάλληλου μισθίου για τη μεταστέγαση της επιχείρησής της...
Την 1-6-2009 η εναγομένη είχε ήδη αποχωρήσει από τα επίδικα μίσθια και είχε εγκατασταθεί σε άλλο μίσθιο και συγκεκριμένα σε ισόγειο κτίσμα ιδιοκτησίας Δ. και Ι. Π., επιφανείας 804,6 τ.μ. στη ..., επί της οδού ..., όπου και της επιδόθηκε μεταγενέστερα στις 30-11-2009, η ως άνω εξώδικη πρόσκληση των εναγόντων... Η μίσθωση μάλιστα του εν λόγω νέου μισθίου είχε γίνει σε προηγούμενο χρόνο, από 4-5-2009, όπως προκύπτει από το νόμιμα κατατεθειμένο στις 9-5-2009, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
… ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από την εναγομένη, με διάρκεια εννέα (9) ετών, αρχής γενομένης από 1-6-2009 μέχρι 31-5-2018, ενώ είναι προφανές, ότι πριν από τη σύναψή της είχαν προηγηθεί, όπως συνηθίζεται, διαπραγματεύσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Παράλληλα η εναγομένη, με την ...-6-2009 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.
Γ. Φ., αντίγραφο της οποίας καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε ήδη προβεί σε τροποποίηση του καταστατικού της και ειδικότερα του άρθρου 2 τούτου, σχετικά με την έδρα της, η οποία μεταφέρθηκε στην ως άνω διεύθυνση του νέου μισθίου που είχε μισθώσει, κατά τα προαναφερόμενα, η δε συμβολαιογραφική αυτή πράξη δημοσιεύθηκε στο 5223/16-6-2009 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, και επιπλέον, το γεγονός της μεταβολής της έδρας της εναγομένης γνωστοποιήθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
…, όπως προκύπτει από την από 23-6-2009 βεβαίωση μεταβολής εργασιών μη φυσικού προσώπου αυτής. Επίσης, η εναγομένη, στις 24-7-2009, υπέβαλε και αίτηση διακοπής ρεύματος των επίδικων μισθίων, αφού φρόντισε τον Ιούνιο του έτους 2009 να εξοφλήσει υποχρεώσεις της για την παροχή ρεύματος από την παραμονή της μέχρι τέλους Μαΐου σ' αυτά και ήδη στις 8-12-2009 είχε εκδοθεί από τη ΔΕΗ λογαριασμός κατανάλωσης ρεύματος της επιχείρησής της στο νέο μίσθιο στην οδό ..., αριθμός …, στη Νέα Κηφισιά, ποσού 1.527,40 ευρώ για χρονική περίοδο κατανάλωσης από 8-10-2009 μέχρι 8-12-2009.
Η αλληλουχία των ενεργειών αυτών της εναγομένης κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα επιβεβαιώνει αποφασιστικά το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ότι αυτή, την 1-6-2009, είχε αποχωρήσει από τα επίδικα μίσθια, γεγονός που συμβαδίζει και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και τα όσα επικρατούν στις συναλλαγές, τα οποία οδηγούν στην κρίση, ότι ουδείς λόγος υπήρχε να συνεχίσει να παραμένει η εναγομένη στα επίδικα μίσθια και να ποιεί χρήση τούτων, μετά την 1-6-2009, οπότε είχε μεταφερθεί σε άλλο μίσθιο, έχοντας προβεί σε όλες τις αναγκαίες διαδικασίες προς τούτο.
Η δε κλήτευση της εναγομένης, μετά παρέλευση έξι (6) περίπου μηνών από τότε που είχε εγκατασταθεί σε νέο μίσθιο, ενώ προηγουμένως οι ενάγοντες ουδόλως την είχαν οχλήσει, έγινε, προκειμένου να παραστεί αυτή κατά τη διενέργεια της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, αφού το συγκεκριμένο ζήτημα την αφορούσε άμεσα, δεδομένου ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η σχετική πραγματογνωμοσύνη θα πραγματοποιούνταν για να διαπιστωθεί αν υπήρχαν φθορές και ζημίες στο κτίριο που βρίσκονταν τα επίδικα μίσθια, οφειλόμενες στην πυρκαγιά που είχε εκδηλωθεί από υπαιτιότητα του προαναφερομένου υπαλλήλου της εναγομένης, με απώτερο σκοπό των εναγόντων να ζητήσουν την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας από την εν λόγω αιτία, όπως και πράγματι έπραξαν στη συνέχεια, αλλά οι σχετικές αξιώσεις τους, όπως και όλες οι αγωγικές διεκδικήσεις τούτων αλλά και οι αντίστοιχες της εναγομένης απορρίφθηκαν είτε ως μη νόμιμες και αόριστες, είτε ως ουσιαστικά αβάσιμες από την ως άνω 4413/ 2013 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου...
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, αφού αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη είχε καταστήσει στους ενάγοντες γνωστή την πρόθεσή της να αποχωρήσει οικειοθελώς από τα επίδικα μίσθια, αποδεχόμενη ουσιαστικά την προηγούμενη δική τους καταγγελία της μεταξύ τους μισθωτικής σχέσης και αποχώρησε πράγματι από αυτά πριν από την 1-6-2009, αποδίδοντάς τα ελεύθερα και μη ποιώντας έκτοτε οποιαδήποτε χρήση τούτων, δεν οφείλει μισθώματα για την αγωγική χρονική περίοδο από 1-6-2009 μέχρι 2-12-2009.
Τούτο δε, ανεξάρτητα από τη μη υπογραφή μεταξύ των διαδίκων τυπικού πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής το οποίο, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της συμβάσεως μισθώσεως, αφενός μεν δεν είναι απαραίτητο για να αποδειχθεί η λύση της, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία από όλα τα αποδεικτικά μέσα προκύπτει, ότι στην πραγματικότητα αποδόθηκε τούτο από τον μισθωτή, αφετέρου δε η μη κατάρτισή του δεν έγινε, λόγω της εμπλοκής των διαδίκων σε αντιδικία σχετικά με διάφορα ζητήματα που αφορούσαν τη μισθωτική τους σχέση και στην επιφύλαξη δικαιωμάτων που κάθε διάδικο μέρος ήθελε να διατυπώσει, με το άλλο διάδικο μέρος να μη συναινεί προς τούτο".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι επίδικες μισθώσεις λύθηκαν μετά από προφορική συμφωνία των συμβαλλομένων (διαδίκων) πριν από την 1-6-2009 και ότι η μισθώτρια-αναιρεσιβαλλομένη αποχώρησε από αυτά πριν από την παραπάνω ημερομηνία και τα απέδωσε ελεύθερα, χωρίς από τότε να κάνει χρήση αυτών.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατά το τυπικό και ουσιαστικό μέρος την έφεση της αναιρεσίβλητης και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, απέρριψε την από 25-10-2013 αγωγή των εκμισθωτών-αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στην πληρωμή σε αυτούς των μισθωμάτων του από 1-6-2009 μέχρι 2-12-2009 χρονικού διαστήματος, για τα επίδικα μίσθια ακίνητα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 185, 189, 192, 361, 374, 595 ΑΚ και 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ως αποδειχθέντα, δεν στηρίζουν τη διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι οι επίδικες συμβάσεις μίσθωσης λύθηκαν με προφορική συμφωνία των διαδίκων πριν από την 1-6-2009 και ότι η μισθώτρια αποχώρησε από τα μίσθια ακίνητα, δεν αναφέρει ότι η μισθώτρια απέδωσε αυτά στους εκμισθωτές με την παράδοση των κλειδιών τους σ' αυτούς και ότι οι τελευταίοι παρέλαβαν ανεπιφύλακτα τα μίσθια ακίνητα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η εξέταση του τρίτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει το ίδιο ως άνω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατό να συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1345/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ