Legislator Case Law & Legislation
123/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in tenancy dispute for failure to apply substantive law and improper evidence handling.

Case Number 123/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant's appeal against the First Instance Court's final judgment in a tenancy dispute. The tenant argued the lower court violated substantive law and improperly accepted new evidence submitted for the first time at the appellate stage. The court found these arguments baseless, ruling that the First Instance Court correctly evaluated the evidence and applied the relevant legal rules without error.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(a), 559(11), 529(1)(a), 529(2) C.P.D.; An appeal is admissible only if the court of first instance violated a substantive law rule or improperly considered evidence, but the court must reject new evidence presented for the first time at the appellate level unless the party failed to submit it in the first instance due to bad faith or gross negligence.

Keywords

AI generated
tenancy dispute appeal admissibility substantive law violation new evidence at appeal bad faith submission court of first instance legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 C.P.D.
Art. 556 C.P.D.
Art. 558 C.P.D.
Art. 564(3) C.P.D.
Art. 566(1) C.P.D.
Art. 577(1) C.P.D.
Art. 577(3) C.P.D.
Art. 559(1)(a) C.P.D.
Art. 559(11) C.P.D.
Art. 529(1)(a) C.P.D.
Art. 529(2) C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.
Art. 189(1) C.P.D.
Art. 191(2) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 123 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 123/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Καργιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ Τ. του Γ. και 2) Δ. Τ. του Χ., συζ. Γ. Τ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Χατζηπαντελίδου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-9-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7918/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1786/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-10-2018 (αρ. κατ.3248/276/12-10-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1786/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, ούτε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η αναιρεσιβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσία την υπόθεση πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προαναφερθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στην αίτηση σχετικού λόγου αναίρεσης.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεων των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται επίσης, ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1677/2017, Α.Π. 268/2019).Από τις διατάξεις δε αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αρ. 1 και 566 § 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο του περί της προαναφερομένης παραβιάσεως λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται σ` αυτόν, πλην άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε την προαναφερομένη ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου (ΑΠ 853/2002 Α.Π. 2197/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Για να είναι ορισμένος ο από την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο, για την επάρκειά τους, λείπει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια, ασάφεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως επίσης δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 938/2012, ΑΠ 813/2012). Επίσης δεν αρκεί η επίκληση της νομικής μόνο διατάξεως, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού (ΑΠ 603/2013, Α.Π. 569/2013 ΑΠ 1430/2013).Εκ πλαγίου παράβαση κατά την έννοια του αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μπορεί να υπάρξει και επί των ερμηνευτικών κανόνων των αρθρ. 173 και 200 Α.Κ.Α.

Ειδικότερα τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενομένων περιστατικών στην έννοια του νόμο Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ.19 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., ενώ με τον δεύτερο λόγο αυτής (αίτησης αναίρεσης) αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ.1 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.

εκθέτουσα τα παρακάτω: "....Λόγοι Αναίρεσης .....Α. Το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι επίδικες υπεκμισθώσεις συνήφθησαν κατά το φαινόμενο με σκοπό την καταστρατήγηση της διοικητικής νομοθεσίας παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη της ΑΚ 174 και στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθιστώντας την αναιρετέα ιδρυομένου λόγου εκ της 559 (19) ΚΠολΔ.

Ειδικότερα: Το Εφετείο δεχόμενο (σελ. 19 της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης) ότι οι υπεκμισθώσεις συνήφθησαν μεταξύ του εναγόμενου μισθωτή-υπεκμισθωτή και τρίτων "κατά το φαινόμενο μόνο προκειμένου να εξακολουθεί να λειτουργεί το κατάστημα με τον νέο προς ον η παραχώρηση και κατά το φαινόμενο ιδιοκτήτη, όταν κατά τους κανόνες της σχετικής διοικητικής νομοθεσίας υφίστανται λόγοι αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας από τον πραγματικό ιδιοκτήτη" παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη της ΑΚ 174.

Συνάγεται ευθέως ότι εν προκειμένω οι υπεκμισθώσεις αυτές συνήφθησαν με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων της διοικητικής νομοθεσίας που προβλέπουν την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος. Οι υπεκμισθώσεις αυτές κρινόμενες ως εικονικές αποτελούν δικαιοπραξίες in fraudem legis που αποδοκιμάζονται ευθέως από το νόμο και είναι απολύτως άκυρες εφόσον θέτουν εκποδών διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και καθιστούν ανενεργές τις διατάξεις της σχετικής διοικητικής νομοθεσίας που περιέχουν κανόνες δημόσιας τάξης.

Πλην όμως, με το αποδεικτικό αυτό πόρισμα, που αφορά το ουσιώδες κεφάλαιο της αιτούμενης δικαστικής προστασίας μου, το Εφετείο παρέλειψε να υπαγάγει τα πράγματα στον κανόνα της ΑΚ 174 και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και κατέστησε την απόφαση αναιρετέα ιδρυομένου λόγου εκ της 559 (19) ΚΠολΔ. Β. Το Εφετείο ερμήνευσε τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με τις συναλλακτικές συνήθειες, παραβιάζοντας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του συντρέχοντος του 1ου λόγου της 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα: Το Εφετείο ουχί ορθώς δεχόμενο (σελ. 19) ότι ο όρος υπό στοιχείο 10 του μισθωτηρίου, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε ο α' εναγόμενος μισθωτής να δικαιούται να υπεκμισθώσει ή να μεταβιβάσει τη χρήση του μίσθιου καταστήματος προς τρίτο υπό την σωρευτική τήρηση των εκεί αναφερομένων τριών όρων, ερμηνευόμενος κατά τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με τις συναλλακτικές συνήθειες της εποχής που μνημονεύει το Εφετείο, έχει "την έννοια ότι οι δυνατότητες υπεκμίσθωσης και η καταβολή των σχετικών ποσών αφορούσαν μόνο τις πραγματικές υπεκμισθώσεις και παραχωρήσεις χρήσης και όχι τις κατά το φαινόμενο γενόμενες", παραβίασε ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Αστικού Κώδικα καθόσον εν προκειμένω οι φερόμενες ως εικονικές δικαιοπραξίες συνήφθησαν μεταξύ του αντιδίκου μου μισθωτή-υπεκμισθωτή και τρίτων υπομισθωτών, δεν ασκούν καμία επιρροή στη μισθωτική σχέση και η εικονικότητα δεν δύναται να αντιταχθεί σε εμένα τον τρίτο.

Αλλωστε εν προκειμένω δεν έχει εφαρμογή η διάταξη της ΑΚ 139 διότι η εταιρία μου δεν έχει συναλλαγεί καθοιονδήποτε τρόπο με οιονδήποτε τρίτο υπομισθωτή. Με την κρίση αυτή του Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις ΑΚ 173, 200, 138 και 139 κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του συντρέχοντος του 1ου λόγου της 559 ΚΠολΔ.? III.

Tο Εφετείο απέρριψε με μη νόμιμη και ανεπαρκή αιτιολογία ως ουσία αβάσιμο το αγωγικό μου αίτημα για συμπλήρωση της εγγυοδοσίας, παραβιάζοντας τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ στερώντας με τον τρόπο αυτό την απόφασή του της αναγκαίας νόμιμης βάσης και κατέστησε αυτήν αναιρετέα για το λόγο της περ. 19 της 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα: Το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως "αβάσιμο στην ουσία" (σελ. 25) το έτερο αγωγικό αίτημά μου, δηλαδή να υποχρεωθεί ο μισθωτής να εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωσή του που είχε αναλάβει μετά τη συμπλήρωση του έκτου μισθωτικού έτους να συμπληρώσει το ποσό της εγγυοδοσίας για την πιστή τήρηση των συμβατικών όρων με συμπληρωματική καταβολή ποσού επτά χιλιάδων ευρώ.

Το Εφετείο έκρινε ότι ως εκμισθώτρια εταιρία είχα το δικαίωμα να αξιώσω την καταβολή της συμπληρωματικής εγγυοδοσίας μόνον κατά τη διάρκεια ισχύος της μισθωτικής σχέσεως και κατά συνέπεια έκρινε ότι μετά τη λήξη της μισθώσεως "το αίτημα της αγωγής για την καταβολή του εν λόγω ποσού είναι απορριπτέο ως αβάσιμο στην ουσία".

Με ορθή σκέψη το Εφετείο όφειλε να αναζητήσει την αληθινή βούληση των μερών, να ερμηνεύσει ορθότερα το νόμο και αφού υπαγάγει τα πράγματα στις ορθές διατάξεις του νόμου να κρίνει ότι η συμφωνία για συμπλήρωση του ποσού της εγγυοδοσίας δεν αποβάλλει τη νομική ισχύ της και παραμένει δεσμευτική είτε έχει διαρραγεί ο συμβατικός δεσμός με καταγγελία είτε όχι.

Το Εφετείο όφειλε να κρίνει ότι η αυτοτελής και παρεπόμενη συμφωνία που διέπει την εγγυοδοσία αφορά το μετασυμβατικό στάδιο εκκαθάρισης της μισθωτικής σχέσης και συμφωνείται να ισχύει σε περίπτωση υπαίτιας μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτή, όπως η μη εκπλήρωση κρίθηκε στην υπό κρίση περίπτωση και εξεδόθη από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό 4.136/2015 Διαταγή απόδοσης ταυ μισθίου λόγω οφειλομένων μισθωμάτων.

Απορρίπτοντας με μη νόμιμη και ανεπαρκή αιτιολογία το ανωτέρω αγωγικό μου αίτημα - αληθώς ως μη νόμιμο και όχι ως ουσία αβάσιμο- το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις ΑΚ 173, 200, 389 και 404, στέρησε την απόφασή του της αναγκαίας νόμιμης βάσης και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα για το λόγο της περ. 19 της 559 ΚΠολΔ." Επί των παραπάνω λόγων αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα εξής:

Όσον αφορά και τους δύο πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στην αίτηση της τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές αυτής , με συνέπεια να μην προκύπτει με πληρότητα ο ελάσσων συλλογισμός της προσβαλλόμενης απόφασης δηλαδή το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με αυτήν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό και με βάση τα οποία η αναιρεσιβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Περαιτέρω ειδικότερα όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αναφέρεται σε υπεκμισθώσεις των οποίων την σχέση ουδόλως διευκρινίζει σε αναφορά με το αντικείμενο της δίκης και το διατακτικό της απόφασης, τα οποία δεν αναφέρει, ενώ στην συνέχεια με την επίκληση του αρ 19 αρθ.559 Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζεται, ότι το δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη αρθ 174 ΑΚ., χωρίς να αναφέρει το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα και να προβαίνει σε εξειδίκευση του σφάλματος αυτού του δικαστηρίου, δηλαδή δεν εκθέτει ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο, για την επάρκειά τους., λείπει, ούτε ποια η επίδραση της στην έκβαση της δίκης και στην διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης το οποίο, όπως ειπώθηκε δεν αναφέρει.

Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα με την επίκληση του αρ.1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζεται, ότι το δικαστήριο, ερμηνεύοντας την περιεχόμενη στο 10ο όρο του μισθωτηρίου δικαιοπρακτική βούληση των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με τις συναλλακτικές συνήθειες παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 138 και 139 ΑΚ, χωρίς όμως να αναφέρει το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων ούτε ποια η επίδραση της παραβίασης αυτής στην έκβαση της δίκης και στην διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης το οποίο δεν αναφέρει, ούτε αν διαπιστώθηκε κενό ή μη στην δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων.

Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα με την επίκληση του αρ.19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία το έτερο αγωγικό αίτημά της για συμπλήρωση της εγγυοδοσίας κρίνοντας ότι αυτή ως εκμισθώτρια εταιρία είχε το δικαίωμα να αξιώσει συμπληρωματική εγγυοδοσία, μόνο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης όφειλε να αναζητήσει την αληθινή βούληση των μερών ...και να κρίνει ότι η συμφωνία για συμπλήρωση του ποσού της εγγυοδοσίας δεν αποβάλλει την νομική ισχύ της και παραμένει δεσμευτική είτε έχει διαρραγεί ο συμβατικός δεσμός με καταγγελία είτε όχι.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι με το πρόσχημα της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων και την επίκληση αρ. 559 αρ 19 Κ.Πολ.Δ. στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το αρθ 561 παρ1 Κ.Πολ.Δ. ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου επί του πιο πάνω ζητήματος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις οι οποίες δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ.

α` Κ.Πολ.Δ., "στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων", κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου " το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια".

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της προσκόμισης στο Εφετείο νέων εγγράφων, παρέχεται το δικαίωμα της αναιρέσεως, κατ` άρθρον 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., μόνον εάν το Εφετείο αποκρούσει και δεν εκτιμήσει αυτά, χωρίς όμως να κρίνει ως απαράδεκτη την όψιμη προσαγωγή τους για κάποια από τις ως άνω αιτίες, καθόσον παρά τον νόμο δεν λαμβάνει υπόψη αυτά τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 582/2008).

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, και δη ότι το Εφετείο δέχθηκε την επίκληση και προσαγωγή το πρώτον ενώπιον του του αναφερομένου στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως εγγράφου, δηλαδή του από τα τέλη του έτους 2013 μισθωτηρίου υπεκμίσθωσης και δεν το απέκρουσε ως απαράδεκτο, είναι αβάσιμος. (Α.Π. 1352/2012) Επομένως μετά από αυτά, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την από 12 Οκτωβρίου 2018 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 3248/276/12-10-2018) αίτηση για αναίρεση της 1786/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την παραπάνω αίτηση αναίρεσης

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ