Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing facts and inadmissible evidence in tenancy dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against the Second Instance Court's decision in a tenancy dispute. The tenants argued the lower court erred by accepting a hidden tenancy defect and failing to consider specific defenses, but the Court found these arguments lacked factual basis and clarity. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's reasoning was sufficient and the new evidence was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 529(1)(a), 529(2), 559(1)(a), 559(19), 559(8) of the Code of Civil Procedure: In an appeal trial, new evidence may be introduced but can be rejected if not presented in the first instance due to bad faith or gross negligence; an appeal is inadmissible if the lower court's decision contains sufficient reasoning regarding the facts and if the appellant's arguments lack factual substance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 582 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 582/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπατσίκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ. Πολ. Δικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ....., 2) ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Χαλκίδου η οποία δήλωσε ότι το όνομα της 1ης αναιρεσίβλητης γράφτηκε εκ παραδρομής "....." αντί του ορθού "......".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 3/12/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1729/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 182/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/7/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 26/2/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Πλαστήρα Αναστασάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου (εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ) λόγου της αιτήσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την παρ.1 εδ.α' του άρθρου 529 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατ'άρθρο 591 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, έχει εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα, 648 έως 661 ΚΠολΔ), αφού δεν αντιβαίνει στις διατάξεις της διαδικασίας αυτής, "στην κατ'έφεση δίκη επιτρέπεται αν γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων".
Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ'αυτή ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια". Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ'έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, που προσάγονται πρώτη φορά σ'αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας αυτός.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος αν η παράβαση αφορά κανόνα δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι και οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 529 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που δεν προσκομίστηκαν παραδεκτώς, Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 562 παρ.2 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ.
να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Εν προκειμένω, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να λάβει υπόψη, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του, το ..... έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής και την από .....
έκθεση αυτοψίας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Ανατολικής Αθήνας, που δεν μνημονεύονται στο δικόγραφο της εφέσεως και ο αναιρεσίβλητος από πρόθεση στρεψοδικίας προσκόμισε πρώτη φορά στο Εφετείο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παράβαση του δικαστηρίου αφορά κανόνα δικονομικού δικαίου.
Εξάλλου, με τους πρώτο κατά το δεύτερο μέρος και δεύτερο κατά το πέμπτο μέρος λόγους της αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη τα πιο πάνω δύο έγγραφα, που ανεπιτρέπτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 του ΚΠολΔ προσκομίστηκαν πρώτη φορά σ'αυτό.
Ο λόγος αυτός, εκτός του ότι είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το απαράδεκτο της προσαγωγής των εγγράφων είχε προταθεί στο έγγραφο, είναι και αβάσιμος, διότι, καθόσον αφορά το πρώτο έγγραφο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, ρητώς διαλαμβάνεται ότι παραδεκτώς προσκομίζεται με επίκληση πρώτη φορά στην κατ'έφεση δίκη, καθόσον δε αφορά το δεύτερο έγγραφο, δεν δέχεται το Εφετείο με την απόφαση, ότι αυτό έχει προσαχθεί πρώτη φορά ενώπιόν του από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια, ότι δεν εκθέτει στην απόφασή του, ούτε γενικώς ούτε ειδικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να τα εξειδικεύει.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 20 του αυτού ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 439 επ.
του ΚΠολΔ. εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό κι έτσι κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ως προς ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων χρησιμοποίησε το έγγραφο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο, ότι έχει το έγγραφο αυτό και να παρατίθεται κατά λέξη το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο, που φέρεται ότι δέχτηκε το δικαστήριο, να μπορεί ο 'Αρειος Πάγο να κρίνει, αν υπάρχει διαγνωστικό λάθος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μίσθιου ακινήτου, συνισταμένου στο ότι τούτο είναι πολεοδομικής αυθαίρετης δομήσεως και γι'αυτό το λόγο δεν χορηγείται ειδικό σήμα για τη λειτουργία σ'αυτό τουριστικού γραφείου, που συμφωνήθηκε με τη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση μισθώσεως, καθώς και ότι οι εκμισθωτές αναιρεσείοντες γνώριζαν το ελάττωμα αυτό του μισθίου και δολίως το απέκρυψαν χωρίς να επιβεβαιώνονται τα περιστατικά αυτά από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο ρητώς βεβαιώνει στην απόφασή του ότι το αποδεικτικό του πόρισμα σχημάτισε από τα κατ'είδος μνημονευόμενα σ'αυτή αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων πρωτοδίκως μαρτύρων και από όλα τα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, με τους πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερο, κατά το τέταρτο μέρος του και τρίτο, κατά το τελευταίο μέρος του, λόγους της αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο για παραμόρφωση του περιεχομένου των ακόλουθων εγγράφων, ήτοι : α) του ..... εγγράφου της Περιφέρειας Αττικής, με το να δεχθεί ότι στο έγγραφο αυτό αναγράφεται πως το επίδικο μίσθιο ακίνητο είναι αυθαίρετο, ενώ σ'αυτό διαλαμβάνεται γενική αξιολογική κρίση της Διοικήσεως για τα αυθαίρετα κτίσματα και όχι για το μίσθιο' β) της από ....
εκθέσεως αυτοψίας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής' γ) του από ..... μισθωτηρίου συμφωνητικού, με το να δεχθεί ότι δεν αναγράφεται σ'αυτό το εμβαδόν του μισθίου, ενώ ρητώς καθορίζεται σ'αυτό το εμβαδόν του σε 42,8 μ. . δ) των ... και ..... βεβαιώσεων της ΔΟΥ Ζωγράφου, στις οποίες ρητώς διαλαμβάνεται η επιφάνεια του μισθίου εκ 42 τ.μ.
και ε) των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης στα οποία περιέχεται και η κατάθεση της μάρτυρα των αναιρεσειόντων που επιβεβαιώνει την επιφάνεια του μισθίου. Ο λόγος αυτός 1) όσον αφορά το υπό στοιχείο α' έγγραφο, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχεται ότι στο έγγραφο αυτό διαλαμβάνεται ότι το μίσθιο ακίνητο είναι αυθαίρετο.
όσον αφορά το υπό στοιχείο β' έγγραφο, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο, που δέχτηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτε παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενο του' 3) καθόσον αφορά το υπό στοιχείο γ' έγγραφο, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το δικαστήριο χρησιμοποίησε το έγγραφο αυτό κατά το μέρος, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού και ειδικότερα εκείνου που αφορά το προαναφερόμενο πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, αλλά για τη θεμελίωση επιχειρήματός του προς απόκρουση ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι, με βάση καθοριζομένου, εντύπου οδηγιών, για τη χορήγηση ειδικού σήματος λειτουργίας τουριστικού γραφείου στο μίσθιο, δεν απαιτείται ως δικαιολογητικό η προσκομιδή οικοδομικής άδειας της πολεοδομίας, τον οποίο αυτοί προέβαλαν προς αντίκρουση του ισχυρισμού των αντιδίκων τους περί μη χορηγήσεως στο μίσθιο ειδικού σήματος για τη λειτουργία σ'αυτό τουριστικού γραφείου λόγω μη προσκομιδής γι'αυτό νόμιμης οικοδομικής άδειας. 4) καθόσον αφορά τα υπό στοιχείο δ' έγγραφα είναι, πρωτίστως, αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές διαφορετικό περιεχόμενο, που δέχθηκε το δικαστήριο, ότι έχουν τα έγγραφα αυτά εν σχέσει με το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο αληθινό περιεχόμενό τους. 5) και καθόσον αφορά το τελευταίο έγγραφο, ήτοι τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος, που περιέχουν την κατάθεση της μάρτυρα των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά αυτά κατά το εν λόγω μέρος τους δεν αποτελούν αποδεικτικό, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, έγγραφο.
Επειδή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι'έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε χωρίς αιτιολογία την ύπαρξη καθοριζομένου πραγματικού ελαττώματος του μισθίου και την γνώση αυτού και τη δόλια απόκρυψή του από τους εκμισθωτές αναιρεσείοντες. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλομένη, όπως από αυτή προκύπτει, έχει αιτιολογία ως τα προαναφερόμενα πραγματικά γεγονότα. Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των πρωτοδίκως προταθεισών και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επαναφερθεισών από τους αναιρεσείοντες ενστάσεων περί καταχρηστικής ασκήσεως της αντίθετης αγωγής των αναιρεσιβλήτων και περί αοριστίας των επιμέρους κονδυλίων της, καθώς και του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της εφέσεως των αντιδίκων τους. Ο λόγος αυτός, πρωτίστως, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά γεγονότα, που οι αναιρεσείοντες προέβαλαν για τη θεμελίωση των ανωτέρω ενστάσεών τους, καθώς και το περιεχόμενο του περί αοριστίας της εφέσεως ισχυρισμού τους.
Επειδή μετά τα παραπάνω πρέπει η αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί και οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-7-2005 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 182/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 19 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ