Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appellant's arguments regarding common sense were actually attacks on evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding artificial insemination. The appellant argued the lower court violated common sense by failing to confirm artificial insemination via medical certificates and misinterpreting consent. The court ruled these arguments were not legal challenges but direct attacks on the evidence assessment and factual findings, which fall outside the scope of appealable errors.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 C.P.C.; Art. 559 no. 1 sub. b' C.P.C.: An appeal argument claiming a violation of common sense is inadmissible if it merely attacks the evaluation of evidence and factual findings rather than interpreting legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1238 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1238/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικά αναιρεσείουσας Ε. Μ. του Γ., που απεβίωσε στις 15/7/2016 όπως προκύπτει από την από 24/10/2016 δήλωση βιαίας διακοπής της δίκης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Νεραντζή και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. χήρας Γ. Μ., το γένος Ι. Χ., κατοίκου ..., με την ιδιότητα της δικαστικής συμπαραστάτισσας του Ν. Π. του Γ., για τον εαυτό του ως διάδικος και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικά αναιρεσείουσας Ε. Μ. του Γ., που απεβίωσε στις 15/7/2016 όπως προκύπτει από την από 24/10/2016 δήλωση βιαίας διακοπής της δίκης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/5/1988 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2006 μη οριστική και 281/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 163/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/10/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 28/3/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 22.11.2016 κλήση του πρώτου αναιρεσίβλητου, νόμιμα φέρεται για συζήτηση η από 21.10.2013 αίτηση αναίρεσης της αρχικά αναιρεσείουσας Ε. Μ. κατά της 163/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, μετά τη βιαία διακοπή της δίκης στη δικάσιμο της 24.10.2016, λόγω του θανάτου της αρχικά αναιρεσείουσας, ο οποίος, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ληξιαρχείου του Δ...
του Δήμου ..., είχε συμβεί στις 15.7.2016. Η με την ανωτέρω κλήση επανάληψη της διακοπείσας δίκης, με επίδοση αυτής στους κατωτέρω αναφερόμενους αναγκαίους κληρονόμους της αποβιωσάσης αναιρεσείουσας, γίνεται νόμιμα, σύμφωνα με τα άρθρα 291 και 292 ΚΠολΔ, αφού παρήλθε η, κατά το άρθρο 1847 εδ. α' ΑΚ, τετράμηνη από την επαγωγή της κληρονομίας, προθεσμία προς αποποίηση.
Από τις 2215Β'/10.2.2017 και ....16Β'/10.2.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ευβοίας Π. Τ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο παριστάμενος στη συζήτηση πρώτος αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσης, με την πράξη ορισμού ως δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας και με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια αυτού, στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους, όπως η ιδιότητα αυτών προκύπτει από το ....02/11.8.2016 Πιστοποιητικό Πλησιέστερων Συγγενών του Δήμου ..., περί του ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιωσάσης αναιρεσείουσας είναι οι καλούμενοι, τέκνα αυτής, ήτοι ο δεύτερος αρχικά αναιρεσίβλητος εκπροσωπούμενος από την ορισθείσα δικαστική συμπαραστάτρια, και η Ε.
Κ. του Δ. καθώς και από το .....5/16/16.12.2016 Πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου ... περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης της ως άνω αποβιωσάσης, το ....6/16/16.12.2016 Πιστοποιητικό του ίδιου Ειρηνοδικείου περί μη καταχώρησης δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς της αποβιωσάσης από τους ως άνω κληρονόμους της. Αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης είχε επιδοθεί νόμιμα αφενός μεν στην αναιρεσείουσα, αφετέρου στη δικαστική συμπαραστάτρια για τον εκπροσωπούμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο, όπως τούτο προκύπτει από τις ....3Β'/18.2.2015 και ....4Β'/18.2.2015, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του άνω δικαστικού επιμελητή.
Οι ως άνω κληθέντες κληρονόμοι της αρχικά αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν κατά την προαναφερόμενη, νομίμως ορισθείσα, δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των ως άνω καθ' ων η κλήση.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των συναφών αιτημάτων πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 49/2012).
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 99/2017), ούτε αποτελούν πράγματα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 493/2015).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1765/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρο 237 παρ.1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.
Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής και όχι η νομική της βάση, δηλαδή ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 910/2017,ΑΠ 460/2013, ΑΠ 778/2011). Ιστορική βάση της αγωγής νοείται, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), τα οποία θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994) και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013).
Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση, εφόσον έτσι μεταβάλλεται και το αντικείμενο της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας (ΑΠ 1183/2015, ΑΠ 1806/2014, ΑΠ 1523/2013).
Η, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.
Δεν συνιστά όμως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, εκτός των άλλων, η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1087/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο: 1) παραβίασε τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, λόγω της απαράδεκτης από αυτόν, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, μεταβολής της βάσης της αγωγής του και συγκεκριμένα, διότι, ενώ στην αγωγή ισχυρίστηκε ότι είχε συγκατατεθεί στη σύλληψη τέκνου από τη σύζυγό του με τεχνητή γονιμοποίηση - σπερματέγχυση δικού του σπέρματος γιαυτό και προσφέρθηκε να δώσει σπέρμα στην Τράπεζα σπέρματος του Μαιευτηρίου Αθηνών τρεις φορές, με τις από 19.10.1989 προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι "το χρησιμοποιηθέν υπ' εμού σπέρμα ήτο κατεψυγμένον, η δε ανικανότητά μου να παράγω ικανόν δια γονιμοποίησιν σπέρμα ήτο δεδομένη" και με βάση μικροβιολογική εξέταση του σπέρματός του ισχυρίστηκε ότι ήταν αδύνατον να καταστεί πατέρας του τέκνου του και 2) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συγκεκριμένα δε, ότι οι ως άνω προβληθέντες από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις της πρώτης του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτησης ισχυρισμοί, αποτελούσαν επίρρωση των αγωγικών του ισχυρισμών, ότι το σπέρμα που είχε δώσει για τεχνητή γονιμοποίηση ήταν πτωχό ώστε να επιτευχθεί με αυτό σύλληψη, αν και ουδεμία τέτοια αναφορά προέβαλε με τις προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος.
Όμως, οι παρατιθέμενοι με τις επικαλούμενες προτάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος κατά την πρώτη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συζήτηση της υπόθεσης ισχυρισμοί αυτού, δεν αποτελούν ανεπίτρεπτη κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της αγωγής του, αφού με την προσθήκη των παραπάνω στοιχείων δεν μεταβάλλεται το αντικείμενο της δίκης ούτε προστίθεται άλλη βάση στην αγωγή, ώστε να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αγωγή και από τη μη απόρριψή της να παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ούτε ο ισχυρισμός κατά τον οποίο "το σπέρμα που είχε δώσει για τεχνητή γονιμοποίηση ήταν πτωχό ώστε να επιτευχθεί με αυτό σύλληψη" και ότι τούτο αποτελεί επίρρωση του αγωγικού του ισχυρισμού, αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε η χωρίς πρόταση λήψη του να ιδρύει τον οικείο λόγο αναίρεσης.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και έκρινε ότι το ανωτέρω προταθέν αποτελεί επίρρωσης των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου και όχι μεταβολή της βάσης της αγωγής του, δεν υπέπεσε στις εκ των ανωτέρω διατάξεων πλημμέλειες και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και ως προς τα δύο μέρη του, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1471 παρ. 2 ΑΚ, όπως τούτο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το δεύτερο άρθρο παρ. 7 του ν. 3089/2002, η προσβολή της πατρότητας ειδικά από το σύζυγο της μητέρας αποκλείεται όταν αυτός συγκατατέθηκε στη σύλληψη του τέκνου από τη σύζυγό του με τεχνητή γονιμοποίηση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 253/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 21.5.1983, στο ..., ο ενάγων τέλεσε με την εναγομένη Ε.
Μ. νόμιμο γάμο σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα με την με αριθμό 524/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την 8η Οκτωβρίου του 1987, ήτοι κατά τη διάρκεια του άνω γάμου, η εναγομένη γέννησε ένα άρρεν τέκνο, το οποίο ονομάστηκε Ν. (δεύτερος εναγόμενος).
Αποδείχθηκε, όμως, ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψής του, ήτοι κατά το διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην 300η και την 180η ημέρα πριν από τον τοκετό, που αυτό εν προκειμένω είναι από 9 Δεκεμβρίου 1986 έως 10 Απριλίου 1987, ο ενάγων, που ήταν ναυτικός (πρώτος μηχανικός) του ΕΝ, ταξίδευε στο εξωτερικό και όπως είναι αυτονόητο το διάστημα αυτό δεν είχε σαρκικές σχέσεις με την εναγομένη και ήταν αδύνατον να συλλάβει από αυτόν.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι λόγω της δυσκολίας, που αντιμετώπιζε το ζευγάρι για την απόκτηση τέκνου (το σπέρμα του ενάγοντος ήταν πτωχό και εμφάνιζε αδυναμία προς γονιμοποίηση) είχαν αποφασίσει να καταφύγουν στη μέθοδο της τεχνητής γονιμοποίησης με ομόλογη σπερματέγχυση. Για τη σκοπό αυτό ο ενάγων, τον Σεπτέμβριο του έτους 1986, παρέδωσε στο Εργαστήριο Γονιμότητας "Μαιευτήριο Αθηνών" ποσότητα σπέρματος για κατάψυξη λόγω της αποδημίας του.
Σύμφωνα με την από 24-10-1989 ιατρική βεβαίωση του Σ. Τ., Χειρ. Γυναικολόγου, από τα ως άνω δείγματα του κατεψυγμένου σπέρματος η εναγομένη υποβλήθηκε τρεις φορές σε σπερματεγχύσεις ενώ στις 10-2-1987 διαπιστώθηκε η κύηση. Πλην όμως στο ως άνω πιστοποιητικό δεν αναφέρεται πότε έγινε καθεμία σπερματέγχυση και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται αν έγινε κάποια και τον Ιανουάριο του έτους 1987, που είναι ο πιθανός μήνας σύλληψης με βάση την ημερομηνία τοκετού και το σύνηθες της κύησης των σαράντα εβδομάδων, ενώ ο ενάγων ισχυρίζεται ότι όλες έγιναν ανά μία τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο ενάγων είχε συναινέσει στη σύλληψη τέκνου και με τη μέθοδο της ετερόλογης σπερματέγχυσης (δια σπέρματος τρίτου δότου) ή δια αναμείξεως του σπέρματός του με τρίτου δότου, σε περίπτωση που η σύλληψη τέκνου δεν θα ήταν εφικτή με τη μέθοδο της ομόλογης, δεν αποδείχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμος ούτε αποδείχθηκε ότι η εναγομένη υποβλήθηκε στη μέθοδο της ετερόλογης σπερματέγχυσης.
Άλλωστε στην άνω ιατρική βεβαίωση αναφέρεται ότι από το σπέρμα του ενάγοντος, και όχι τρίτου δότου, υποβλήθηκε η εναγομένη σε σπερματεγχύσεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά το άνω κρίσιμο διάστημα της σύλληψης και της απουσίας του ενάγοντος στο εξωτερικό, διατηρούσε εξωσυζυγικές ερωτικές σχέσεις με τον Γ.
Ζ., πρώην αρραβωνιαστικό της, κάτοικο ... ομοίως. Μάλιστα, ο ίδιος ο Γ. Ζ. ισχυρίζονταν ότι αυτός ήταν ο πατέρας του παιδιού. Το γεγονός αυτό (των εξωσυζυγικών σχέσεων) το οποίο ο ενάγων αγνοούσε κατά το διάστημα της απουσίας του και για το λόγο αυτό χάρηκε όταν έμαθε για την κύηση και στη συνέχεια για τον τοκετό, διότι πίστευε ότι το τέκνο είναι δικό του, το πληροφορήθηκε, όταν επέστρεψε στη συζυγική κατοικία στο ..., αρχές του 1988, από περιοίκους αλλά και τον ίδιο τον Γ.
Ζ.. Για το λόγο αυτό άσκησε την κρινόμενη αγωγή του. Στα πλαίσια δε της δίκης αυτής το Δικαστήριο διέταξε και ιατρική πραγματογνωμοσύνη, με πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις, όπως ήδη αναφέρθηκε. Όμως αυτή δεν πραγματοποιήθηκε όπως προκύπτει από το από 15-3-1991 ιστορικό του διορισθέντος πρώτου πραγματογνώμονα Ι.
Δ. στο οποίο αναφέρεται ότι όταν αυτός κάλεσε τους διαδίκους να εμφανιστούν στο ιατρείο του στις 13-2-19911 για να γίνει αιμοληψία, (δεδομένου ότι για τη διενέργειά της απαιτείται αιμοληψία και από τους δύο γονείς και το τέκνο) παρουσιάστηκε μόνο ο ενάγων. Ούτε, όμως, και τη δεύτερη φορά η εναγομένη με το τέκνο της πήγαν για λήψη αίματος στην πραγματογνώμονα Π.
Κ. Σ., που το δικαστήριο διόρισε σε αντικατάσταση του πρώτου, παρόλο που κλήθηκε από αυτήν ατομικά και ως εκπρόσωπος του τέκνου της (βλ. τις με αρ. .....91/27-6-2003 και ....90/27-6-2003 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Μ. Α. από τις οποίες προκύπτει ότι την κλήση έλαβε η εναγομένη αυτοπροσώπως) ενώ ο ενάγων προσήλθε.
Η άρνηση αυτή της εναγομένης και του τέκνου της να προσέλθουν για λήψη αίματος, και μάλιστα δύο φορές, κρίνεται αδικαιολόγητη εφόσον αυτοί δεν επικαλούνται ειδικούς λόγους υγείας. Οι επικαλούμενοι δε από την εναγομένη λόγοι προσβολής της προσωπικότητάς της δεν ευσταθούν εφόσον οι εξετάσεις αυτές προβλέπονται από το νόμο, δεν προσκρούουν στο Σύνταγμα και αποσκοπούν στην επίλυση του σημαντικού θέματος της βιολογικής καταγωγής του τέκνου και του δικαιώματος του να συνδεθεί νομικά με το φυσικό του πατέρα...
Το παραπάνω στοιχείο (της εντελώς αδικαιολόγητης άρνησης των εναγομένων να υποβληθούν στις ιατρικές εξετάσεις), από το οποίο λογίζεται ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος υποδηλώνουν την μη ύπαρξη στο αίμα του δευτέρου εναγομένου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητά του, συνεκτιμώμενο με τα υπόλοιπα στοιχεία που αποδείχθηκαν δηλ.
την κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης αδυναμία σαρκικής συνάφειας του ενάγοντος με την εναγομένη, αλλά αντιθέτως τη σαρκική συνάφεια της τελευταίας με τον Γ. Ζ. καθώς και την ανυπαρξία ιατρικής βεβαίωσης, που να βεβαιώνει ότι η σύλληψη έγινε με τεχνητή γονιμοποίηση (με το σπέρμα του ενάγοντος) ουδεμία αμφιβολία καταλείπει στο δικαστήριο ότι ο ενάγων δεν είναι ο πατέρας του τέκνου που η ενάγουσα γέννησε στις 8-10-1987 κατά τη διάρκεια του γάμου τους και ονομάζεται Ν.
Π.". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις της εναγομένης και του τέκνου της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και κηρύχθηκε ο Ν. Π. μη γνήσιο τέκνο του αναιρεσίβλητου Γ. Π. Υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1471 παρ. 2 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Την κρίση αυτή της πληττόμενης απόφασης δικαιολογούσαν οι παραδοχές της ότι: α) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης του τέκνου, ήτοι κατά το διάστημα ήτοι κατά το διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην 300η και την 180η ημέρα πριν από τον τοκετό, που αυτό εν προκειμένω είναι από 9 Δεκεμβρίου 1986 έως 10 Απριλίου 1987 ο ενάγων, που ήταν ναυτικός (πρώτος μηχανικός) του ΕΝ, ταξίδευε στο εξωτερικό και όπως είναι αυτονόητο το διάστημα αυτό δεν είχε σαρκικές σχέσεις με την εναγομένη και ήταν αδύνατον να συλλάβει από αυτόν, β) λόγω της δυσκολίας που αντιμετώπιζε το ζευγάρι για την απόκτηση τέκνου (το σπέρμα του ενάγοντος ήταν πτωχό και εμφάνιζε αδυναμία προς γονιμοποίηση) είχαν αποφασίσει να καταφύγουν στη μέθοδο της τεχνητής γονιμοποίησης με ομόλογη σπερματέγχυση, ενώ δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος σύζυγός της είχε συναινέσει στη σύλληψη τέκνου με τη μέθοδο της ετερόλογης σπερματέγχυσης, ούτε, όμως, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη υποβλήθηκε σε ετερόλογη σπερματέγχυση, γ) η αναιρεσείουσα υποβλήθηκε τρεις φορές σε σπερματεγχύσεις από τα δείγματα κατεψυγμένου σπέρματος που είχε παραδώσει ο αναιρεσίβλητος σύζυγος, ενώ στις 10-2-1987 διαπιστώθηκε η κύηση.
Ότι στην ιατρική βεβαίωση της υποβολής της αναιρεσείουσας στις τρεις αυτές σπερματεγχύσεις, δεν αναφέρεται πότε έγινε καθεμία σπερματέγχυση και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται αν έγινε κάποια τον Ιανουάριο του έτους 1987, που είναι ο πιθανός μήνας σύλληψης με βάση την ημερομηνία τοκετού και το σύνηθες της κύησης των σαράντα εβδομάδων, ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι όλες έγιναν ανά μία τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο, δ) η αναιρεσείουσα κατά το άνω κρίσιμο διάστημα της σύλληψης και της απουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο εξωτερικό διατηρούσε εξωσυζυγικές ερωτικές σχέσεις με τον Γ.
Ζ., πρώην αρραβωνιαστικό της, κάτοικο ... ομοίως, Μάλιστα, ο ίδιος ο Γ. Ζ. ισχυρίζονταν ότι αυτός ήταν ο πατέρας του παιδιού και ε) η διαταχθείσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της αδικαιολόγητης άρνησης της αναιρεσείουσας να υποβληθεί στις σχετικές ιατρικές εξετάσεις. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αφορούν τη διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Κατόπιν τούτων ο δεύτερος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 (αντίστοιχα) ΚΠολΔ και ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015). Με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του την από 24.10.1989 ιατρική βεβαίωση του ιατρού του Μαιευτηρίου Αθηνών Σ. Τ., την οποία είχε αυτή επικαλεστεί και προσκομίσει στη συζήτηση, τη μη λήψη δε αυτής υπόψη στηρίζει στο ότι δέχεται διαφορετικά περιστατικά από εκείνα που αναγράφονται στην ως άνω βεβαίωση σχετικά με τη σύλληψη της αναιρεσείουσας με τεχνητή γονιμοποίηση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι ρητά αναφέρεται η λήψη υπόψη από το Εφετείο ως αποδεικτικού μέσου για το σχηματισμό του πορίσματός του, και η αναφερόμενη στο λόγο αυτό ιατρική βεβαίωση, όπως άλλωστε δέχεται και η αναιρεσείουσα στο σχετικό λόγο αναίρεσης, η δε κατάληξη σε αντίθετη προς το περιεχόμενό της παραδοχή, δεν ιδρύει την εκ της ανωτέρω διάταξης πλημμέλεια.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 208/2011).
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή μη χρησιμοποίηση τέτοιων διδαγμάτων όταν αυτά χρησιμεύουν προς έμμεση απόδειξη, ήτοι για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 951/2015).
Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου και το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι: 1) το Εφετείο δέχθηκε ότι το τέκνο δεν συνελήφθη με τεχνητή γονιμοποίηση, αφού σε κανένα ιατρικό πιστοποιητικό δεν βεβαιώνεται ότι η αναιρεσείουσα συνέλαβε με τεχνητή γονιμοποίηση, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία είναι γνωστό ότι δεν είναι δυνατό να βεβαιωθεί ότι η σύλληψη έγινε κατόπιν τεχνητής γονιμοποίησης, παρά μόνο ότι της σύλληψης είχε προηγηθεί η διαδικασία αυτής και 2) "...το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την κρίση του περί της δήθεν συγκατάθεσης του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου προς τεχνητή γονιμοποίηση μου μόνο με σπερματέγχυση και την υπαγωγή ή μη των αποδειχθέντων ούτως πραγματικών περιστατικών στον κρίσιμο κανόνα δικαίου, ήτοι στην διάταξη του εδ.
β' του άρθρου 1471 ΑΚ (όπως ίσχυε τότε) παραβίασε κατά τη διαδικασία της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δοθέντος ότι η συναίνεση του ενάγοντα-πρώτου αναιρεσίβλητου στην σύλληψη με τεχνητή γονιμοποίηση σαφώς διαλάμβανε και την συναίνεση του όπως πραγματοποιηθεί η σύλληψη και με ετερόλογη σπερματέγχυση, αφού ο ίδιος, όπως ομολόγησε πολλάκις, γνώριζε πριν από την έναρξη της διαδικασίας αυτής ότι το σπέρμα του ήταν αδύναμο προς τεκνοποίηση...".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθόσον με τα αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας και υπό την επίφαση της παραβίασης αυτών, η αναιρεσείουσα, στην πραγματικότητα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και συγκεκριμένα για το αν βεβαιώνεται ιατρικώς ότι η σύλληψη έγινε ύστερα από τεχνητή γονιμοποίηση και το εάν η συναίνεση του αναιρεσίβλητου στη σύλληψη του τέκνου με τεχνητή γονιμοποίηση αφορούσε τόσο την ομόλογη όσο και την ετερόλογη σπερματέγχυση και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 21.10.2013 αίτηση για αναίρεση της 163/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 12/22.10.2013 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Ευβοίας. Εξάλλου, δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν, καθόσον δεν υποβάλλεται σχετικό αίτημα από τον αναιρεσίβλητο που νίκησε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.10.2013 αίτηση της Ε. Μ. του Γ. για αναίρεση της 163/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ