1236/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1236/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρ. 105 ΚΙΝΔ "ο εκμεταλλευόμενος δι' εαυτόν πλοίον ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώσει τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου της νηολογήσεως. Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτο δι' εαυτόν".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1236 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1236/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ....., 2) ..... και 3) ...... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μόσχο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "KRITI AKTI SHIPPING CO S.A." (ΚΡΗΤΗ ΑΚΤΗ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟ Σ.Α.), που εδρεύει τυπικά στον Παναμά, πραγματικά δε στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Εταιρείας με την επωνυμία AVIN INTERNATIONAL CORP. OF PANAMA S.A. (ΑΒΙΝ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ ΚΟΡΠ. ΟΦ ΠΑΝΑΜΑ Σ.Α.), που εδρεύει, άλλως είναι εγκατεστημένη στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. 3) ....... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαρκιανό - Δανιόλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3301/1998 προδικαστική, 2565/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 770/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 22-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 4, 513, 514 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι επί απλής ομοδικίας η δικαστική απόφαση, που είναι οριστική ως προς έναν ή περισσότερους εκ των ομοδίκων και μη οριστική ως προς τους λοιπούς, περατώνει τη δίκη έναντι των πρώτων και έτσι μπορεί κατά το μέρος αυτό να προσβληθεί με έφεση και πριν ακόμη περιλάβει οριστική διάγνωση για τους τελευταίους. Αφετηρία για την άσκηση εφέσεως είναι η επίδοση ή δημοσίευση της εν λόγω εν μέρει οριστικής αποφάσεως και σε περίπτωση μη επιδόσεώς της η προθεσμία για την άσκησή της είναι τρία χρόνια (άρθρο 518 ΚΠολΔ). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 2, 84 παρ. 2, 105, 106 παρ. 2α΄ του ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ), 1, 2, 3, 4, 6, 16 του κ.ν. 551/1915, του ν. 762/1978, 229, 330 εδαφ. β΄, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, επί κοινής εναγωγής της κυρίας του πλοίου αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας, του αντιπροσώπου της στην Ελλάδα, του νομίμου εκπροσώπου του τελευταίου (όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο) και του εφοπλιστή, προς αποζημίωση από ναυτεργατικό ατύχημα, δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας, ως προς τη - συναρτώμενη με την άνω ιδιότητα του καθενός από αυτούς - ευθύνη τους προς αποζημίωση.
Εν προκειμένω, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της και ειδικότερα λόγω παρόδου χρόνου πλέον της τριετίας από της κατά την 29-5-1998 δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως έως της κατά την 30-10-2002 καταθέσεώς της, την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 3301/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία, έναντι μεν της δεύτερης (ως αντιπροσώπου της πρώτης, κυρίας του πλοίου αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας) και του τρίτου (ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης) των αναιρεσιβλήτων, είχε απορριφθεί, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, η αγωγή των αναιρεσειόντων περί επιδικάσεως σ' αυτούς αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και χρηματικής ικανοποιήσεως για ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον εξαιτίας εργατικού ατυχήματος επελθόντα θάνατο του - απασχολούμενου με σύμβαση ναυτικής εργασίας στο πλοίο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων - συζύγου της πρώτης και συγγενούς των λοιπών απ' αυτούς (αναιρεσείοντες) ...., έναντι δε της πρώτης (κυρίας του πλοίου) και του τρίτου (ως εφοπλιστή) των αναιρεσιβλήτων, είχε αναβληθεί η συζήτηση. Με την απορριπτική του αυτή κρίση το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 105 ΚΙΝΔ "ο εκμεταλλευόμενος δι' εαυτόν πλοίον ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώσει τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου της νηολογήσεως. Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτο δι' εαυτόν".
Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι η δήλωση του τρίτου περί εφοπλισμού του πλοίου παρ' αυτού, που γίνεται στο λιμάνι νηολογήσεως του πλοίου από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου, αποσκοπεί στην προστασία των τρίτων συναλλασσομένων, αλλά εξυπηρετεί και τα έννομα συμφέροντα της ιδιοκτησίας του πλοίου, εν ελλείψει της οποίας (δηλώσεως) τίθεται μαχητό τεκμήριο, ήτοι τεκμαίρεται, ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται τούτο για δικό του λογαριασμό, είναι δηλαδή πλοιοκτήτης.
Το τεκμήριο τούτο είναι μαχητό και επιτρέπεται ανταπόδειξη, ήτοι μπορεί να αποδειχθεί ότι ο τρίτος που δεν αναγγέλθηκε στην ανωτέρω λιμενική αρχή είναι αυτός που εκμεταλλεύεται το πλοίο για δικό του λογαριασμό, δηλαδή είναι ο εφοπλιστής. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με την αγωγή τους: α) ότι προς εξασφάλιση της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος για απαίτησή της ποσού 57.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ κατά των ..... (τρίτου εναγομένου) και ....., η πρώτη εναγομενη δια του νομίμου εκπροσώπου της Στυλιανού Σπανουδάκη παραχώρησε επί του ως άνω πλοίου "....." προτιμώμενη ναυτική υποθήκη ποσού 80.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ δυνάμει του υπ' αριθμό ....., συμβολαιογραφικού εγγράφου της Συμβολαιογράφου Πειραιά Παναγιώτας Βενίτη, για το οποίο συνετάγη και σχετική περίληψη και β) ότι ο τρίτος εναγόμενος εγγυήθηκε προσωπικά την εξασφάλιση της από 13-1-1989 εκχώρησης προτιμώμενης ναυτικής υποθήκης επί του ως άνω πλοίου "...." από την CITIBANK NA της Νέας Υόρκης ΗΠΑ προς την ΣΙΤΙΜΠΑΝΚ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ του Πειραιά και την INARCO INTERNATIONAL BANK N.Y.
της Aruba, που έλαβε χώρα δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου του Συμβολαιογράφου του Μονακό P. AUREGLIA, για το οποίο συνετάγη σχετική περίληψη. Όμως οι πράξεις αυτές, που αναμφισβήτητα αποτελούν πράξεις επιχειρηματικής στρατηγικής, δεν αποτελούν συγχρόνως και πράξεις εκμεταλλεύσεως του εν λόγω πλοίου προσωπικά από τον τρίτο εναγόμενο για λογαριασμό του, όπως για παράδειγμα εκ μέρους του πράξεις εκναυλώσεως του πλοίου, αγορά για λογαριασμό του τροφοεφοδίων για το πλοίο αυτό, πληρωμή από αυτόν ή δια των προεστημένων οργάνων του της μισθοδοσίας του προσωπικού του πλοίου κλπ.
Επίσης σε τίποτα δεν βοηθάει προς απόδειξη της αγωγής η μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες 1038/23-7-1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, από την οποία προκύπτει ότι από 8-12-1994 μέχρι 15-6-1995 ο τρίτος εναγόμενος ήταν εφοπλιστής στο δεξαμενόπλοιο με ελληνική σημαία "......" 39.363 TDW και τούτο, διότι το γεγονός αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι ήταν και εφοπλιστής του πλοίου "....." την 16-12-1994.
Από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και γενικά από όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα και τις νομίμως ληφθείσες από τον Ειρηνοδίκη Πειραιά υπ' αριθμούς 556/1998, 2752/1998, 3794/1997 και 5561/1997 ένορκες βεβαιώσεις, δεν αποδείχτηκε η εφοπλιστική ιδιότητα του τρίτου εναγομένου και η απορρέουσα εκ του νόμου από τον εν λόγω εφοπλισμό ευθύνη της πρώτης εναγομένης μέχρι της αξίας του πλοίου για τις απαιτήσεις των εναγόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΚΙΝΔ.
Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 2565/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε απορριφθεί η αναφερόμενη πιο πάνω αγωγή των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη έναντι της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (ως κυρίας του πλοίου) και του τρίτου απ΄ αυτούς (ως εφοπλιστή), χωρίς να ερευνήσει τυχόν ευθύνη της πρώτης ως πλοιοκτήτριας αφού τέτοια βάση δεν περιέχεται στην αγωγή.
Ειδικότερα με αυτή η α΄ εναγομένη έχει εναχθεί αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα της κυρίας στο του πλοίου, ήτοι με ιδιότητα διαφορετική (από ουσιαστική και νομική άποψη) από εκείνα της πλοιοκτήτριας. Με τις εκτεθείσες κρίσεις του το Εφετείο δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τα άρθρα 105 και 106 του ΚΙΝΔ, το δε πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ότι ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων δεν είχε την ιδιότητα του εφοπλιστή του άνω πλοίου κατά τον αναφερόμενο χρόνο, αν και συνοπτικό, είναι απολύτως εμφανές και αποτελεί κρίση περί πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη.
Περαιτέρω, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, και ειδικώς εκείνους που θεμελίωναν την προς αποζημίωση ευθύνη καθενός των αναιρεσιβλήτων, ενώ επίσης, από τη βεβαίωση περί λήψεως υπόψη όλων των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων εγγράφων και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, ήτοι το αντίγραφο των σελίδων 163 και 315 του Ελληνικού Ναυτικού Οδηγού του έτους 1994, την από 4-9-1997 βεβαίωση της υπηρεσίας ΔΝΥ του ΥΕΝ, το αντίγραφο του .....
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Παναγιώτας Βενίτη και το αντίγραφο περίληψης της από 13-1-1989 εκχώρησης προτιμώμενης υποθήκης του συμβολαιογράφου Μονακό Ρ. AUREGLIA. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8, 11 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2006 αίτηση των ..... κλπ για αναίρεση της 770/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ