Supreme Court annuls appeal judgment and retains case to try appeal against first-instance decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision of 2019 regarding the annulment proceedings. The court found the appeal admissible and determined that no further clarification was needed to resolve the dispute. Consequently, the court retained jurisdiction to try the appeal filed by the Greek State against the First Instance Court's 2016 judgment, which had partially accepted the State's annulment request.
Legislator headnote
AI generatedArt. 179, Art. 183 of the Code of Civil Procedure; When the Supreme Court annuls a judgment for any reason other than jurisdictional error and finds no need for further clarification, it retains the case and tries the appeal itself rather than remanding it to the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1234 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1234/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ MYTHOS ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ MYTHOS" και ήδη "MARIS SOL MYTHOS ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "MARIS SOL MYTHOS", που εδρεύει στην περιοχή Αφάντου Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Εύη Χριστοδουλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/6/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 18-6-2021 αίτηση αναίρεσης, στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 179/19-6-2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των νυν διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 16-3-2017 έφεση που είχε ασκήσει το ανακόπτον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατά της υπ' αριθ. 27/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 29-7-2013 ανακοπή του κατά της αρνητικής δήλωσης, ως τρίτης, της καθ' ης η ανακοπή, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AQUA SOL MYTHOS Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΕ" ήδη "MARIS SOL MYTHOS ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και αφού δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή, αναγνώρισε την ανακρίβεια της υπ' αριθ. ...-2013 δήλωσης της καθ' ης η ανακοπή ως τρίτης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου και την υποχρέωσε να καταβάλει στο ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 621.963,02 ευρώ, εντόκως από την επομένη της επίδοσης της ανακοπής.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 εδ. α' του ΚΕΔΕ (Π.Δ. 356/1974) "Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών, ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου".
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 33 όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 67 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23-4-2010) "Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ' ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθού η εκτέλεση οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ διαφορετικά αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής.
Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 613/2022, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1261/2019). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.
Συνακόλουθα τούτων αντικείμενο της σχετικής δίκης το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 480/2012).
Η δήλωση του τρίτου, όπως ήδη αναφέρθηκε συνιστά υποχρέωσή του που καθιερώνεται από το νόμο προς ειλικρινή απάντηση έναντι του κατασχόντος για τη διασφάλιση της έννομης τάξης η δε υποχρέωση αυτή δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει ορισμένη σαφή και ειλικρινή αναφορά των σχέσεων του τρίτου με τον καθ` ου η εκτέλεση.
Δηλαδή ο τρίτος οφείλει να δηλώσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια εάν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε αναφέροντας σε καταφατική περίπτωση και τη δικαιογόνο σχέση τις ενστάσεις ή λόγους αδυναμίας καταβολής αυτής καθώς και την ανταπαίτησή που τυχόν έχει κατά του καθ` ου η εκτέλεση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση από ποιόν και για ποιό χρόνο Εάν η οφειλή του τρίτου κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης έχει αποσβεστεί ή έπαψε να υπάρχει έναντι του καθ` ου η εκτέλεση ως δανειστή ή έναντι του ίδιου του δηλούντος ως οφειλέτη έχει υποχρέωση να αναφέρει στη δήλωσή του περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή την κατάργηση της ενοχής Η δε ανακριβής δήλωση εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση του τρίτου Αν δε λόγω της πολυπλοκότητας των σχέσεων και των συναλλαγών του με τον οφειλέτη καθ` ου η κατάσχεση αδυνατεί προς το παρόν να εξάγει συμπεράσματα ο τρίτος οφείλει να εκθέσει τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αδυναμία του άλλως κινδυνεύει η δήλωσή του να θεωρηθεί ανακριβής.
Επομένως στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα) αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης (ΑΠ 1364/2021 ΑΠ 1236/2021 666/2021 287/2020, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019 ΑΠ 1500/2017 ΑΠ 663/2017).
Το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαίτησης για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου (ΑΠ 1738/2024, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017). Ως προς την υποχρέωση καταβολής τόκων, κρίσιμο είναι το θέμα αν η κατάσχεση αφορούσε και στους τόκους, οφειλόμενους ήδη ως αυτοτελής απαίτηση ή ως συγκατασχόμενη παρεπόμενη αξίωση.
Αν κατασχέθηκε και η αξίωση για τους τόκους, τότε, με την ευδοκίμηση της ανακοπής, η απαίτηση αυτή εκχωρείται στον κατασχόντα δανειστή, όπως και η κύρια απαίτηση. Αντίθετα, αν οι τόκοι επί της κύριας απαίτησης δεν υπήρξαν αντικείμενο της κατασχέσεως, τότε η άσκηση της ανακοπής δεν εξισούται με καταψηφιστική αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη, αφού η λειτουργία της είναι συνάρτηση της κατασχέσεως (ΑΠ 992/2021).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση , η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 698/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 ΚΕΔΕ, 345, 346 ΑΚ, 221 παρ. 1γ'και 988 παρ. 1 ΚΠολΔ και έκρινε νόμιμο το αίτημα καταβολής τόκων, δεχόμενο το 2ο λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου με τον οποίο αυτό ως εκκαλούν έβαλε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει το αίτημα της τοκοδοσίας ως μη νόμιμο, ακυρώνοντας έτσι τη συγκεκριμένη διάταξη της εκκληθείσας απόφασης.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: ".... Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι η δήλωση της καθ' ης ως τρίτης περί ανυπαρξίας οφειλής της προς τον προαναφερόμενο οφειλέτη του Δημοσίου είναι ανακριβής.
Ειδικότερα η καθής οφείλει ως εργολαβικό αντάλλαγμα στον Ε. Μ. του Χ. που είναι οφειλέτης του Ελληνικού Δημοσίου το συνολικό ποσό των 621.963,02 ευρώ. Το ακριβές ύψος του ανωτέρω οφειλόμενου από την καθής ποσού συνομολογείται από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αφού προέκυψε από έλεγχο των οργάνων του (Δ.Ο.Υ. Ρόδου) επί των εμπορικών βιβλίων της καθής.
Επομένως κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ η καθής η ανακοπή ευθύνεται μέχρι του ποσού των 621.963,02 ευρώ. Η ανωτέρω απαίτηση είναι τοκοφόρα, ενόψει του ότι κατά το χρόνο διενέργειας της επίδοσης της ένδικης ανακοπής ήτοι 31-7-2013 (βλ. την με αριθμό ...-2013 έκθεση επίδοσης δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Ν.
Χ.) αφενός μεν είχε παρέλθει η οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ (αφού η επίδοση του κατασχετηρίου προς την καθ' ης η εκτέλεση έλαβε χώρα κατά την 14-05-2013, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα), αφετέρου δε είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη η ένδικη απαίτηση του οφειλέτη του ανακόπτοντος έναντι αυτής (βλ.
ΕφΠειρ 377/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 9000/2005 ΧρΙΔ 2006 724, ΕφΑθ 5525/1981 ΕλλΔνη 1981 647). Τόκοι όμως θα επιδικαστούν από την επίδοση της ανακοπής εφόσον με το δεύτερο λόγο έφεσής του το εκκαλούν επαναφέρει το αίτημά του για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της ανακοπής παραιτούμενο κατ' αυτόν τον τρόπο μερικώς από το αίτημά του για το προγενέστερο χρονικό διάστημα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η ανακοπή δεν είχε νόμιμο έρεισμα το άρθρο 33 του ΚΕΔΕ και εν συνεχεία ότι η επιδικασθείσα απαίτηση δεν είναι τοκοφόρα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Πρέπει συνεπώς κατά παραδοχή των συναφών λόγων ως βάσιμων να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, δηλαδή η από 29-07-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2013 ανακοπή, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 30,32, 33, 34 ΚΕΔΕ, 982, 983, 986, 988 παρ. 1, 990, 70, 176 ΚΠοΔ) και αφού ερευνηθεί η βασιμότητά της να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθεί η ανακρίβεια της με αριθμό 297/21-05-2013 δήλωσης τρίτου της καθ' ης η ανακοπή, να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 621.963,02 ευρώ, εντόκως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης ανακοπής στην καθής, ήτοι από 01-08-2013".
Με βάση λοιπόν την παραδοχή αυτή, το Εφετείο δέχθηκε το λόγο της έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και έκρινε ως νόμιμο και ουσία βάσιμο το περί τοκοδοσίας αίτημα της ανακοπής του. Έτσι, όπως αποφάνθηκε το Εφετείο, εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ως άνω αίτημα τοκοδοσίας είναι νόμιμο, ενώ έπρεπε να αποφανθεί ότι είναι νόμω αβάσιμο.
Η μη νομιμότητα του αιτήματος αυτού ερείδεται στο ότι στην κατασχεθείσα απαίτηση δεν περιλαμβάνονται οι τόκοι, ως κύρια ή συγκατασχεθείσα παρεπόμενη αξίωση, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα (ΑΠ 992/2021). Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η μη νομιμότητα του αιτήματος τοκοδοσίας ερείδεται στο ότι αυτή, ως η καθ' ης η ανακοπή-τρίτη, από της επιβολής της κατασχέσεως, κατέστη μεσεγγυούχος του κατεσχεμένου ποσού της απαιτήσεως του οφειλέτη του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου - αιτιολογία, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε, ως νόμω αβάσιμο, το αίτημα καταβολής τόκων- δεν είναι νομικά βάσιμος, καθόσον οι διατάξεις των άρθρων 984 παρ.3 και 988 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
αφορούν στην περίπτωση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου, οπότε αυτός καθίσταται μεσεγγυούχος του κατασχεμένου πράγματος ή της κατασχεμένης απαίτησης, εν προκειμένω όμως, τέτοια περίπτωση δεν υφίσταται, επειδή η αναιρεσείουσα υπέβαλε, μετά την κατάσχεση, αρνητική δήλωση (ΑΠ 992/2021). Επομένως, ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση περί εσφαλμένης αποδοχής του αιτήματος τοκοδοσίας, ως νομίμου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, με την προαναφερόμενη αιτιολογία (και όχι εκείνη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει πλέον, η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, με τους οποίους επίσης πλήττεται η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί νομιμότητας του αιτήματος τοκοδοοσίας του ως άνω ποσού των 621.963,02 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της ανακοπής, ήτοι από 01-08-2013.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.1 ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για υπέρβαση δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα να ασχοληθούν πια με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας". Κατά την παρ. 2 του ως ιδίου άνω άρθρου "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο". Κατά δε την παρ. 3 εδ. α' του αυτού άρθρου "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 , μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αναίρεση και η υπόθεση δεν χρειάζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, άλλη διευκρίνιση, ο Άρειος Πάγος μετά ταύτα αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά δικάζει την έφεση (ΑΠ 1018/2024, ΑΠ 683/2024, ΑΠ 1262/2023, ΑΠ 1045/2023, ΑΠ 234/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, αφού έγινε δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος αναιρετικός λόγος και κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο, εφόσον η υπόθεση δεν χρειάζεται, κατά την κρίση του, άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατήσει και να δικάσει την από 16-3-2017 έφεση του εκκαλούντος-ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, να απορρίψει αυτή κατ' ουσίαν και να επικυρώσει την εκκαλουμένη 27/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία έγινε δεκτή η από 29-7-2013 και με αριθμό κατάθεσης 173/2013 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, αναγνωρίσθηκε η ανακρίβεια της υπ' αριθ. ...-2013 δήλωσης της καθ' ης η ανακοπή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου επί της επιβληθείσας, στα χέρια της ως τρίτης, κατάσχεσης από το ανακόπτον, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2013 κατασχετηρίου εγγράφου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Ρόδου, αναφορικά με τον οφειλέτη του ανακόπτοντος- καθ' ου η κατάσχεση Ε. Μ. του Χ. και υποχρεώθηκε η καθ' ης η ανακοπή, ως τρίτη, να αποδώσει ατόκως στον ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των εξακοσίων είκοσι μίας χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα τριών ευρώ και δύο λεπτών (621.963,02). Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας καθώς και της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των νομικών κανόνων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 εδ.
α', 183 ΚΠολΔ) και να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 179/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί και δικάζει την από 16-3-2017 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 27/2016 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Απορρίπτει την έφεση κατ' ουσίαν.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης