Supreme Court dismisses appeal on transfer of loan ownership via third party not being a contract requirement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding a loan dispute. The appellant argued that the court erred by accepting a transfer of loan ownership via a third party (the mother) without explicit identification of her role, claiming this created two separate contracts. The court ruled that the law does not distinguish between direct and indirect transfers of ownership, and the lack of a specific contract type does not invalidate the loan agreement if the transfer occurred. Consequently, the appeal was rejected as the lower court correctly applied the relevant provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 806 and 212 of the Civil Code; The transfer of loan ownership via a third party constitutes a valid condition precedent rather than a distinct contract type, and does not require explicit identification of the third party's role to validate the loan agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1234 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1234/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Πλάκα. Της αναιρεσίβλητης: Τ. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισάβετ Διβανίδου - Βρακά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την 31/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας και 40/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2017 αίτησή της και τους από 5-2-2018 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 -1 2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αρ 8ΚΠοΛΔ ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής.
Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης ή αντέφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 845/2011). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/2010), όπως συντρέχει και όταν το δικαστήριο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον έχει αντιμετωπίσει και απορρίψει εκ των πραγμάτων (ΑΠ 59/2017, ΑΠ 1876/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 560§5 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της σχετικά με την οικονομική της κατάσταση και δη ότι δεν είχε κανένα οικονομικό πρόβλημα και δεν είχε ανάγκη να δανειστεί χρήματα από την αναιρεσίβλητη, αλλά αντιθέτως φρόντιζε την αναιρεσίβλητη αδελφή της και τους γονείς τους, δίδοντάς τους συχνά χρήματα, ενδεικτικά δε 5.450 ευρώ στην αναιρεσίβλητη και 84.300 ρούβλια στη μητέρα τους, η δε μάρτυρας Ι. Μ. κατέθεσε ότι τα ενοίκια από τα ακίνητά της στην …. ανέρχονται σε 2.000 ευρώ, ο δε σύντροφός της λάμβανε μισθό μηνιαίως 5.000 ευρώ, καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι σε βάρος της μάρτυρος Ε. Τ. έχει ασκήσει την από 22.8.2016 μήνυσή της καθώς και σε βάρος Ι. Κ., Ε. Κ., Τ. Μ., Β. Σ. και Θ. Κ., ομοίως έχει ασκήσει μηνύσεις.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση .τούτο γιατί τα επικαλούμενα προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας του αριθ 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προαναφερθείσα έννοια ,αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης την οποία σε κάθε περίπτωση έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας ,και την απέρριψε "εκ των πραγμάτων", με την παραδοχή, ως κατ' ουσίαν βασίμων, των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών γεγονότων .
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του όρθρου 560 αρ 6 ΚΠολΔ που προβλέφθηκε με το ν 4335/2015,επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος.
Ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ" αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.(ΑΠ189/2018).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 560αρ 6ΚΠοΛΔ και ειδικότερα ότι αυτή περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το δάνειο των 12.000 ευρώ, τη δυνατότητά της ή μη να εξεύρει η ίδια ή και με τη βοήθεια του συντρόφου της το ποσό του τιμήματος για την αγορά ακινήτου, με την έννοια ότι το εφετείο δέχθηκε ότι ίδια και ο σύντροφος της δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν το τίμημα εκ 30.000 ευρώ για την αγορά του ακινήτου στα ..., επειδή οι εργασίες της στην ….
δεν πήγαιναν καλά, είχε έλλειψη ρευστότητας, ο σύντροφος της δεν μπορούσε να την βοηθήσει οικονομικά και για το λόγο αυτό έλαβε το δάνειο από την αναιρεσίβλητη εκ 12,000 ευρώ ,καθώς και ότι δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι όλη η οικογένεια της ψεύδεται, ενώ εκείνη το 2012, όταν φέρεται ότι λήφθηκε το δάνειο, διέμενε στην ….
και δεν είχε σκεφθεί να μετακομίσει ..., όταν δε το αποφάσισε αυτό έγινε όχι γιατί οι εργασίες της δεν πήγαιναν καλά, αλλά προκειμένου να σπουδάσει ο γιός της και η ίδια και λόγω της συνταξιοδότησης του συντρόφου της, ο δε σύντροφος της τη στηρίζει και συνεχίζουν να είναι μαζί. Όλες αυτές οι αιτιάσεις ανάγονται στην εσφαλμένη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, και κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθόσον με αυτόν πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ89/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, ετεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.
Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, το οποίο οριστικά να εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου.
Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου (…17/2007 Ελ Δ 48.1369).. Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη.
Εφόσον δε η παραπάνω διάταξη δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη. Η κατά τα άνω δε μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειστικής σύμβασης, εις τρόπον ώστε αν αυτή ελλείπει να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίστηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη μάλιστα από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 1802/2007 ΕλΔ 49.145ΑΠ609/2005ΕλΔ 47.1014).
Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε εκ πλαγίου το άρθρο 806ΑΚ (άρθρο 560 αρ 6ΚΠοΛΔ) καθόσον ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μεταβιβάσεως του δανεισθέντος ποσού δέχθηκε ότι αυτή (μεταβίβαση) έλαβε χώρα με καταβολή μετρητών από την φερομένη ως δανείστρια στην φερομένη ως οφειλέτρια με την παρεμβολή της μητέρας τους ,η οποία αφού παρέλαβε τα χρήματα από την αναιρεσίβλητη τα μέτρησε και τα παρέδωσε στην αναιρεσείουσα χωρίς να αιτιολογεί υπό ποίαν ιδιότητα ενεργούσε η μητέρα των διαδίκων ως προς την καταβολή του δανείσματος, δηλ.
ως εντολοδόχος πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της δανείστριας ή της οφειλέτιδας και κατά λόγω αυτής της ασάφειας τεκμαίρεται κατ' άρθρο 212 Ακ ότι έδρασε για λογαριασμό της και άρα καταρτίσθηκαν δύο συμβάσεις μία με κάθε θυγατέρα της και άρα δεν προκύπτει ότι καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος. "....Το απόγευμα της 2.6.2012.....η ενάγουσα έδωσε στην εναγόμενη ως δάνειο, κατά ρητή δήλωσή της ενώπιον όλων....το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ.
Η μητέρα των διαδίκων μέτρησε τα χρήματα της ενάγουσας και τα έδωσε στην εναγομένη, που τα τοποθέτησε σε ένα τσαντάκι....". Κατά συνέπεια, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, αφού ως προαναφέρθηκε είναι αδιάφορο, για την εγκυρότητα της σύμβασης δανείου αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιότητάς των ως αδελφών (αρθ. 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.5.2017 αίτηση και τον από 5.2.2018 πρόσθετο λόγο της Ν. Μ. για αναίρεση της 40/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ