Supreme Court allows appeal against single judge's decision to stop wage garnishment due to insolvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against the final judgment of the Single Judge Court of Patras. The appellant argued that the lower court incorrectly terminated wage garnishment proceedings based on the employee's insolvency, violating specific provisions of Law 3869/2010. The Court ruled that the first ground of appeal was sufficient to overturn the decision, rendering further examination unnecessary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 and 9 of Law 3869/2010; The Supreme Court held that a single judge's decision to cease wage garnishment due to the debtor's insolvency is subject to appeal and may be revoked if the legal requirements for such termination are not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1233 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1233/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AE" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... BANK", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (ΟΑΕΔ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ (ΟΕΚ)" ή "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ (ΟΕΕ)", που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2011 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 466/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2016 μη οριστική και 290/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1004/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1294/2022, Α.Π. 904/2022, Α.Π. 1544/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 9-6-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 72/11-6-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 290/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 34, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Πατρών, Σ. Γ. και τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Γεωργιάδη, πληρεξουσίας αυτού (αναιρεσείοντος), το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους (με επίδοση στους αρμοδίους για παραλαβή, υπαλλήλους της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Η κρινόμενη, από 9-6-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 72/11-6-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 290/2019 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 466/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 11-6-2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, την από 3-10-2011 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 346/6-10-2011) αίτησή της, με την οποία, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθών η αίτησή της, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "...", "...
BANK" και "... ΤΡΑΠΕΖΑ", (καθολικές διάδοχοι των οποίων κατέστησαν οι ήδη αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "... Α.Ε." και "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) και το Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (ΟΑΕΔ)" (ήδη έκτο αναιρεσίβλητο), ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της προς τους ως άνω πιστωτές της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 466/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της, επί εξήντα (60) μήνες, αρχής γενομένης από τον μήνα μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως, συνολικού ποσού 350 ευρώ, συμμέτρως κατανεμόμενου, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και καθόρισε, για τη διάσωσή της, το καταβλητέο από αυτήν συνολικό ποσό των 34.941,60 ευρώ, σε μηνιαίες δόσεις και για χρονικό διάστημα εκατόν είκοσι (120) μηνών.
Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εφέσεις από την ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και την αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη. Με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, δέχθηκε αυτές τυπικώς και, στη συνέχεια, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας, με μηνιαίες καταβολές της προς τους προαναφερθέντες πιστωτές της ποσού 200 ευρώ, συμμέτρως καταβαλλομένου, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει για τη διάσωσή της, στους τέταρτη, πέμπτο και έκτο των πιστωτών της το μηνιαίο ποσό των 291,18 ευρώ, για χρονικό διάστημα 120 μηνών.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση ως εκ του χρόνου καταταθέσεως της από 3-10-2011 και με αριθμό καταθέσεως 346/2011 αιτήσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του ως άνω νόμου 3369/2010 (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ' όψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 Ν. 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το Δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου τον αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος, που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπομένης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 550/2023, Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).
Κατά την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση, κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2023, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ. Α.Π. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 9/2016, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και στερείται νομίμου βάσεως στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απαιτούμενης από την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 γενικής αδυναμίας της αιτούσας - οφειλέτριας να εξυπηρετεί τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς της, να υπαχθεί στο νόμο αυτόν, για τον λόγο ότι δεν αναφέρει τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της τότε υφιστάμενης ρευστότητας της αιτούσας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και, συγκεκριμένα, δεν αναφέρει: 1) το χρονικό σημείο συνομολογήσεως των δανείων, 2) τα καθαρά ατομικά εισοδήματα της απούσας κατά τον χρόνο αναλήψεως όλων των δανειακών υποχρεώσεων της, 3) την εξέλιξη των εισοδημάτων της από τον χρόνο δανεισμού έως τον χρόνο της συζητήσεως της αιτήσεώς της, 4) το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών της για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων, 5) το μηνιαίο κόστος διαβιώσεως αυτής και 6) ποια είναι η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε σχέση με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της και, έτσι, παραβιάσθηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 290/2019, τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη: "Η αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) έχει γεννηθεί το 1957, είναι έγγαμη με τον Ι.
Κ., χωρίς προστατευόμενα τέκνα. Είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ και λαμβάνει από το συνταξιοδοτικό της φορέα το ποσό των 1086,12 ευρώ μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων κρατήσεων και των κρατήσεων για την αποπληρωμή των δανείων που έχει λάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Κατοικεί με το σύζυγό της σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην Πάτρα, επί της οδού ....
Ο σύζυγός της έχει κηρυχθεί σε πτώχευση από το έτος 2002, δεν εργάζεται και έχει εγγραφεί στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ από 4/10/2010 έως και 17/1/2019, έχοντας λάβει από τον εν λόγω Φορέα α) για το έτος 2010 το ποσό των 1.126,54 ευρώ ως επίδομα τακτικής ανεργίας, β) για το έτος 2011 το ποσό των 5.253,46 ευρώ ως επίδομα τακτικής ανεργίας και το ποσό των 239,98 ευρώ ως ειδικό βοήθημα λήξης επιδότησης ανεργίας, γ) για το έτος 2012 το ποσό των 1.000 ευρώ ως επίδομα μακροχρόνιων ανέργων και δ) για το έτος 2013 το ποσό των 1.400 ευρώ ως επίδομα μακροχρόνιων ανέργων, ενώ για τα έτη 2014 και 2015 δεν έλαβε κάποιο ποσό από υπαγωγή σε προγράμματα.
Τα εισοδήματα του συζύγου της είναι τα κάτωθι: α) για το έτος 2011 5.691,99 ευρώ, β) για το έτος 2012 και 2013 δεν είχε εισοδήματα και γ) για το έτος 2014 720,82 ευρώ. Η αιτούσα έχει τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία: α) την πλήρη κυριότητα ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 68 τ.μ., έτους κατασκευής 1980, που βρίσκεται στην Πάτρα και επί της οδού ..., που αποτελεί την κύρια κατοικία της και του οποίου η αντικειμενική αξία ανέρχεται στο ποσό των 37.536 ευρώ, β) την κατοχή ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής FIAT AUTO SPA, για το οποίο υπάρχει παρακράτηση κυριότητας υπέρ της πιστώτριας τράπεζας Πειραιώς.
Τα εισοδήματα της αιτούσης είναι τα εξής: α) για το έτος 2009 17.229,26 ευρώ, ήτοι 1.435,77 ευρώ μηνιαίως, β) για το έτος 2012 15.904,83 ευρώ, ήτοι 1.325,40 ευρώ μηνιαίως γ) για το έτος 2013 14.914,13 ευρώ, ήτοι 1.242,84 ευρώ μηνιαίως, δ) για το έτος 2014 13.950,72 ευρώ, ήτοι 1.162,56 ευρώ μηνιαίως, ε) για το έτος 2015 13.696,27 ευρώ, ήτοι 1.141,35 ευρώ μηνιαίως και στ) για το έτος 2017 11.660,96 ευρώ, ήτοι 971,74 ευρώ μηνιαίως.
Δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει έτερα εισοδήματα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα ακολούθως αναφερόμενα χρέη: 1] από την "... ΑΕ" (καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία, με τη επωνυμία "...
Α.Ε."), της έχει χορηγηθεί με την ... σύμβαση πιστωτική κάρτα και με την υπ' αριθμ. ... ένα καταναλωτικό δάνειο, από τα οποία οφείλει συνολικά ποσό 2.250,60 ευρώ, 2] από τη "... BANK" (καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία, με τη επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", της έχει χορηγηθεί με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση δάνειο, από το οποίο οφείλει συνολικά 29.354,02 ευρώ και με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δάνειο από το οποίο οφείλει συνολικά 5.888,44 ευρώ, 3] από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ" (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), έλαβε με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση μια πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει συνολικά ποσόν 54 ευρώ, με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικό δάνειο, από το οποίο οφείλει συνολικά 8.474,64 ευρώ: και με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει συνολικά 54,50 ευρώ, 4] από την "... ΑΕ" (καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει, ομοίως, η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία, με τη επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" έλαβε με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση δάνειο, από το οφείλει συνολικά ποσό 16.944,68 ευρώ, 5] από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας (ήδη έκτο αναιρσίβλητο) έλαβε στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει συνολικά ποσό 16.385,51 ευρώ και 6] από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ήδη αναιρεσείον) έχει λάβει επισκευαστικό δάνειο με αριθμό λογαριασμού ..., από το οποίο οφείλει συνολικά ποσό 43.685,93 ευρώ και δυο δάνεια με αριθμό λογαριασμού ..., από τα οποία οφείλει συνολικά ποσό 9.001,02 ευρώ αντίστοιχα.
Αναφορικά με τα προπαρατεθέντα χρέη της αιτούσης δεν μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 α) το δάνειο που χορηγήθηκε από τη "... BANK" ύψους 29.354,02 ευρώ από την ... σύμβαση και β) το δάνειο που χορηγήθηκε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με αριθμό λογαριασμού ..., δεδομένου ότι αποτελούν αυτοτελείς συμβάσεις δανείων ανεξάρτητες από προγενέστερες έτερες συναφθείσες συμβάσεις δανείων και αναλήφθηκαν κατά το τελευταίο έτος προ της καταθέσεως της επίδικης αιτήσεως.
Η αιτούσα έχει πάψει να εξυπηρετεί τα ανωτέρω ποσά των αναληφθέντων δανείων, το συνολικά οφειλόμενο ποσό των οποίων ανέρχεται σε 93.738,30 ευρώ, έχοντας περιέλθει σε μόνιμη, διαρκή και ανυπαίτια αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, η οποία δεν οφείλεται σε δόλο, καθόσον μόνος ο δανεισμός έστω και σε επίπεδο που υπερβαίνει τις οικονομικές της δυνατότητες δεν αρκεί για να καταστήσει δόλια την περιέλευσή της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επίσης, θα πρέπει να λεχθεί ότι η αιτούσα δεν έχει παραβιάσει το καθήκον ειλικρίνειας με την παράλειψη αναφοράς στην ένδικη αίτηση του ανωτέρω αναφερομένου ΙΧΕ αυτοκινήτου, του οποίου, όπως προελέχθη, δεν έχει την κυριότητα, αλλά μόνο προσδοκία δικαιώματος απόκτησής της σε περίπτωση ολοσχερούς αποπληρωμής του δανείου και, επομένως, δεν θεωρείται ότι αποτελεί περιουσιακό της στοιχείο.
Με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010.
Συνεπώς, η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει με μηνιαίες καταβολές επί μια πενταετία (άρθρο 8 παρ. 2 ν. 3869/2010), ήτοι σε εξήντα (60) δόσεις (5 έτη x 12 μήνες = 60 δόσεις) από τα εισοδήματα της αιτούσας απευθείας στις μετέχουσες πιστώτριες, που θα αρχίζουν από την κοινοποίηση της απόφασης, με σύμμετρη ικανοποίηση αυτών.
Ειδικότερα, το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας, το οποίο αποτελεί και το οικογενειακό της εισόδημα, δεδομένου ότι ο σύζυγός της δεν εργάζεται, ανέρχεται σε 971,74 ευρώ μηνιαίως, τα δε μηνιαία της έξοδα για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και του συζύγου της ανέρχονται κατά τα προαναφερόμενα σε 700 ευρώ, με βάση τις συνθήκες της οικογενειακής της ζωής και την ηλικία αυτής και του συζύγου της στις οποίες περιλαμβάνονται οι δαπάνες για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, συντήρηση του αυτοκινήτου και ιατροφαρμακευτική, περίθαλψη.
Ενόψει αυτών οι μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες τράπεζες πρέπει να οριστούν στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ μηνιαίως, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι από τη σύνταξή της, η οποία αποτελεί το μοναδικό της εισόδημα, το ΤΠΔ παρακρατεί και ένα ποσόν για την εξυπηρέτηση του μη ρυθμιζόμενου εν προκειμένω δανείου.
Από το ποσόν αυτό των διακοσίων (200) ευρώ αναλογεί μηνιαίως 1] στη "... ΑΕ" ποσό 4,80 ευρώ (2.250,60 € x 200 € : 93.738,30 €), 2] στη "... BANK" ποσό 12,56 ευρώ (5.888,44 € χ 200 € : 93.738,30 €), 3] στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ" ποσό 0,11 ευρώ (54 € χ 200 € : 93.738,30 €), ποσό 18,08 ευρώ (8.474,64 € χ 200 € : 93.738,30 €) και ποσό 0,12 ευρώ (54,50 € χ 200 € : 93.738,30 €), 4] στην "...
ΑΕ" ποσό 36,15 ευρώ (16.944,68 € χ 200 € : 93.738,30 €), 5] στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας ποσό 34,96 ευρώ (16.385,51 € χ 200 € : 93.738,30 €) και 6] στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσό 93,20 ευρώ (43.685,93 € χ 200 € : 93.738,30 €). Ειδικά ως προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 εκχώρηση μέρους της μηνιαίας σύνταξης της αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων που έχει λάβει από αυτό εξακολουθεί να ισχύει και μετά την ένταξη των προαναφερομένων χρεών στη ρύθμιση, αλλά μεταβάλλεται το ποσοστό της συντάξεως που θα παρακρατείται, το οποίο θα είναι, για τα υπαγόμενα στη ρύθμιση δάνεια, ίσο με το προαναφερθέν ορισθέν ποσό της μηνιαίας καταβολής.
Έτσι, μετά το πέρας της πενταετίας η αιτούσα θα έχει καταβάλει προς 1] τη "... ΑΕ" ποσό 288 ευρώ, 2] τη "... BANK" ποσό 753,60 ευρώ, 3] την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ" ποσό 6,60 ευρώ, ποσό 1.084,80 ευρώ και ποσό 7,20 ευρώ, 4] την "... ΑΕ" ποσό 2.169 ευρώ, 5] στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας ποσό 2.097,60 ευρώ και 6] στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσό 5.592 ευρώ και συνολικά ποσό 11.998,80 ευρώ και θα απομένει υπόλοιπο 81.739,50.
Περαιτέρω, η ως άνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, καθ' όσον με τις μηνιαίες καταβολές επί 60 μήνες δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της αιτούσης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας.
Η αντικειμενική αξία της εν λόγω κύριας κατοικίας της αιτούσης ανέρχεται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, τις τρέχουσες τιμές της αγοράς για τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, οι οποίες έχουν πτωτική τάση τα τελευταία έτη λόγω της οικονομικής κρίσεως και της έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος για επενδύσεις σε ακίνητα, της επιφάνειας, της παλαιότητας της κατασκευής και της περιοχής, στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο σε συνδυασμό και με το ΕΤΑΚ του έτους 2009 αλλά και το προσκομιζόμενο φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου, στο ποσό των 43.677 ευρώ, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως της ...
ως αβασίμου, ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, επί της αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης - αιτούσας, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της τελευταίας και, αφενός μεν, ρύθμισε τα χρέη της προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες, όπως ακριβώς αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής, αφετέρου δε, εξαίρεσε της εκποιήσεως την κύρια κατοικία αυτής και επέβαλε σε αυτήν την υποχρέωση να καταβάλει, για τη διάσωσή της, το ποσό των 43.677 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής (κατά τα ήδη και στην αρχή της παρούσας εκτεθέντα).
Κρίνοντας, όμως, έτσι το ως άνω Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης - αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή της, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως προεκτέθηκε, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για την μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η πρώτη αναιρεσίβλητη - οφειλέτρια μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως.
Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της, με επακόλουθο να μην δικαιολογείται η κρίση του, για το ότι αυτή έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της.
Συνεπώς, ο σχετικός, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρο 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).
Τέλος, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναφορικώς με τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 455 επ.
του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αντιστοίχως, επειδή, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη παριήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της και δεν διέταξε τη συνέχιση της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές της του ποσού, που καθορίστηκε καταβλητέο σε αυτό (αναιρεσείον) με τη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3.869/2010 και με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3869/201, αντιστοίχως, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου αναιρετικού λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει και τα ανωτέρω κεφάλαια και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου αναιρετικού λόγου, που διατυπώνεται με την αίτηση αναιρέσεως και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.
β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 420/2023, Α.Π. 144/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 9-6-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 290/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 290/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2024
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ