Supreme Court dismisses appeal against first-instance appeal rejection due to missing defendant and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance court's rejection of his appeal. The appellant argued that the lower court violated his right to a fair trial by rejecting his appeal without examining the merits, citing Article 6 of the ECHR. The court ruled that this procedural error does not constitute a violation of the right to a fair trial and that no specific grounds for appeal existed under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 576, 559, 560 of the Code of Civil Procedure; A procedural error in rejecting an appeal does not violate the right to a fair trial if no substantive grounds for appeal exist under the Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1233 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1233/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ιωσηφέλλη, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ", που εδρεύει στη νήσο Θήρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/07/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θήρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/7/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1)Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 6090/6-6-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου με έδρα το Πρωτοδικείο Νάξου Σοφία Ιωάννου, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Κ. Α., επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 22-10-2019 στο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ". Το αναιρεσίβλητο, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ., παρά την απουσία του, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.
2)Με την από 2 Ιουλίου 2016 και με αριθ. κατάθ. 2/19.7.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 39/9.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 8.11.2016 και με αριθ. κατάθ.481/19.12.2016 έφεσης της ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 22/8.4.2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάξου.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε τυπικά ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως η ως άνω έφεση, επειδή δεν καταβλήθηκε για το παραδεκτό αυτής, κατ' άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ από τον εκκαλούντα, κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση έφεσης το παράβολο του Ελληνικού Δημοσίου ποσού διακοσίων (200) ευρώ, και επικυρώθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 20.7.2005 και με αριθ.
κατάθ. 77/28.7.2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση σε αυτόν από τη σύμβαση εργασίας του με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας λόγω ακύρου καταγγελίας, άλλως για δεδουλευμένους μισθούς και αποζημίωση απόλυσης για την περίπτωση που κριθεί νόμιμη η απόλυση, κύρια από τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά από τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
3) Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της από 4 Νοεμβρίου 1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το άρθρο μόνο του Ν. 2329/1953 και στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ/τος 53/1974, ορίζεται ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με την ανωτέρω διάταξη, καθ' ο μέρος ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η Σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται δηλαδή ποια δικαιώματα δίδονται κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση της οποίας εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα, εφόσον πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου εκδοθείσα σε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου.
Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διάταξης, όταν πολιτικό δικαστήριο, το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος (κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ147/2019).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 559 και 560 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, μόνο αν το δικαστήριο υπέπεσε σε κάποια από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ πλημμέλειες.
Άλλες αιτιάσεις, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση. Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τη διάταξη του άρθρου 561 του ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης.
Ο περιορισμός αυτός των λόγων αναίρεσης, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, οι οποίες κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρέτησης του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι' αυτό το λόγο δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στο από τη διάταξη του άρθρο 6 παρ. 1 της ως άνω από 4 Νοεμβρίου 1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" δικαίωμα για δίκαιη δίκη, [αλλά ούτε και στις σχετικές Συνταγματικές ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ. 1, 8 εδ.
α και 20 παρ.1 περί ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, μη ακούσιας στέρησης του φυσικού δικαστή και παροχής του δικαιώματος πρόσβασης και ακρόασής από το δικαστήριο αντίστοιχα], εν όψει μάλιστα του ότι η ως άνω διεθνής Σύμβαση δεν απαγορεύει καν στον εθνικό νομοθέτη να αποκλείει παντελώς οπωσδήποτε το αναιρετικό βήμα (ΑΠ 1654/2011, ΑΠ 1104/2007).
Επίσης, ο από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο προκειμένου για ευθεία παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1687/2013) όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου. Δικονομικοί θεωρούνται εκείνοι οι κανόνες δικαίου που καθορίζουν την διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας.
Τέτοια είναι και η διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 894/2018, ΑΠ 2248/2014, ΑΠ 817/2000). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, με το να απορρίψει την ένδικη έφεσή του ως απαράδεκτη, λόγω μη κατάθεσης, κατά την άσκησή της του παραβόλου των 200 ευρώ, αν και δεν ισχύει η εν λόγω υποχρέωση στις διαφορές των άρθρων 614 παρ.3 ΚΠολΔ δηλαδή στις εργατικές διαφορές, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή η διάταξη αυτή θεσπίζει κανόνα δικονομικού δικαίου και η παραβίασή της δεν ιδρύει τον από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ενώ, πρέπει να σημειωθεί ότι με το ίδιο άρθρο (560 ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αντίστοιχος με αυτόν από τον αριθμ. 14, άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Επίσης, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 560 παρ. 3 ΚΠολΔ αιτίαση για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων με την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης λόγω μη καταβολής παραβόλου έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι εν προκειμένω το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της κρινόμενης ιδιωτικού δικαίου διαφοράς.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου, η από το άρθρο 560 παρ.6 ΚΠολΔ αιτίαση αντιφατικών αιτιολογιών στη μείζονα πρότασή της και συγκεκριμένα ότι αν και δέχεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3, τελευταίο εδάφιο ΚΠολΔ, στις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 ΚΠολΔ, δηλαδή στις εργατικές, δεν συντρέχει υποχρέωση καταβολής παραβόλου κατάθεσης ενδίκου μέσου και ότι στις εργατικές διαφορές περιλαμβάνεται και η ένδικη διαφορά επί της οποίας ασκήθηκε η έφεση, απέρριψε αυτεπαγγέλτως την έφεση ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής του παραβόλου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι: α)ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 παρ.6 ΚΠολΔ ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όπως και ο λόγος εκ του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ και όχι επί παραβιάσεως, όπως εν προκειμένω, της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, β) ως αντιφατικές αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης αλλά απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (ΑΠ 728/2010).
Επίσης, δεν θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης αν δεν υπάρχει στην απόφαση καθόλου μείζων πρόταση, δηλαδή νομική σκέψη ή αν η μείζων πρόταση περιέχει αντιφάσεις (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 1426/2006).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που αφορά στο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, επιχειρεί να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι με την κήρυξη της έφεσής του ως απαράδεκτης λόγω μη καταβολής του εκ του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, αν και δεν συνέτρεχε υποχρέωση αυτού για καταβολή του παραβόλου, αποστερήθηκε αυτός παράνομα το δικαίωμά του να ερευνηθεί η υπόθεσή του δικαίως κατ' ουσία.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, διότι: α) η εσφαλμένη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ δεν συνιστά παραλλήλως παραβίαση του ουσιαστικού δικαιώματος αυτού (αναιρεσείοντος) σε δίκαιη δίκη κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αλλά η επικαλουμένη πλημμέλεια ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην με αριθμό 3 νομική σκέψη, με συνέπεια κατά το μέρος αυτό ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος να είναι αβάσιμος και β) αφετέρου η επικαλουμένη παραβίαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ δεν ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε αναιρετικό λόγο αντίστοιχο του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον δεν διαλαμβάνονται αντίστοιχοι αναιρετικοί λόγοι στους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 560 του ΚΠολΔ για αποφάσεις πρωτοδικείων που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων, με συνέπεια κατά το μέρος αυτό ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος να είναι απαράδεκτος.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος, σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα για το αναιρεσίβλητο, εφόσον αυτό δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.7.2018 και με αριθ. κατάθ. 2/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 39/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, δικάσαντος ως Εφετείου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ